Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
1353/2016 AI generated

1353/2016 · 1353/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1353/2016
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 1353 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1353/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), ΓεώργÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1353/2016

Απόφαση 1353 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1353/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά - Εισηγήτρια, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘ Αννας Ζαΐρη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσιο δικηγόρο του Π. Π., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3174/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 1268/16-2-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 301/2016.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου ( κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ ΠΚ ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου), που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο, ως επιβαρυντική περίσταση - σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216 ΠΚ - του εγκλήματος της πλαστογραφίας, συνίσταται σε κάθε ενέργεια περιλαμβάνουσα χρησιμοποίηση του εγγράφου κατά τον εν γένει περιορισμό αυτού ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (ΑΠ 122/2016). Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 3174/2015 αποφάσεως του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών ανασταλείσα επί τριετία, για την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βάρος του Ι. Ζ. Ζ. και Ε. Γ.. Πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του ως άνω δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος, υπέβαλε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του εγγράφως τους παρακάτω ισχυρισμούς τους, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά και έχουν κατά λέξης ως εξής:

ΕΓΓΡΑΦΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ (κατ’ άρθρο 141 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΕΤΑ ΧΡΗΣΕΩΣ Με την υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών κηρύχθηκα ένοχος για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση (άρθρα 216 παρ. 1 α-β, 98 Π.Κ.), που φέρεται ότι τέλεσα σε βάρος των εγκαλούντων Ι. Ζ. και Ε. Γ.. Πλην όμως από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, των μαρτυρικών καταθέσεων, της απολογίας μου και από την όλη αποδεικτική διαδικασία στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, γίνεται φανερό ότι δεν ευσταθεί νομικά ο χαρακτηρισμός της πράξης και πρέπει να κηρυχθώ αθώος. Ειδικότερα:

Α.- ΥΠΟΘΕΣΗ Ι. Ζ.:

Με την άνω υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφαση κηρύχθηκα ένοχος επειδή σε μη εξακριβωθείσα επακριβώς ημερομηνία, κείμενη πάντως εντός του Σεπτεμβρίου του 2008, κατήρτισα εξ υπαρχής τις υπ’ αριθ. 71/2008 και 3077/2008 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, συντάσσοντας εξ υπαρχής το σκεπτικό, το αιτιολογικό και το διατακτικό των ανωτέρω αποφάσεων και θέτοντας στο τέλος αυτών κατ’ απομίμηση και άνευ οιουδήποτε δικαιώματος ή συναινέσεως τις υπογραφές των φερομένων ως προέδρων των αντιστοίχων συνθέσεων και οι οποίες αποφάσεις αφορούσαν δήθεν αγωγή του εγκαλούντος Ι. Ζ. σε βάρος της ΕΥΔΑΠ αναφορικό με απαίτηση του εγκαλούντος λόγω αδικοπραξίας, παραπλανώντας έτσι τον ανωτέρω εγκαλούντα σχετικά με το γεγονός ότι οι ανωτέρω αποφάσεις ήσαν έγκυρες και ισχυρές και ότι ο τελευταίος είχε ενεργή απαίτηση σε βάρος της ΕΥΔΑΠ, έκανα δε χρήση των εγγράφων αυτών παραδίδοντάς τα στον εγκαλούντα. Αναφορικά με τα ανωτέρω, λεκτέα τα ακόλουθα:

1.- Ο εγκαλών Ι. Ζ. υπήρξε πελάτης μου από το έτος 2005 έως και το έτος 2008. Όταν κάποια δεδομένη χρονική στιγμή (αρχές 2006) μου ανέφερε το περιστατικό του ατυχήματος του στο φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ και ζήτησε την γνώμη μου, εγώ τον συμβούλευσα ότι θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης κατά της ΕΥΔΑΠ, προσφέρθηκα δε να συντάξω και καταθέσω την εν λόγω αγωγή. Πλην όμως, για να μην τον απογοητεύσω, απέφυγα να του αναφέρω το γεγονός ότι το ποσό της αποζημίωσης που θα μπορούσε να διεκδικήσει από την ΕΥΔΑΠ ήταν πάρα πολύ μικρό εξαιτίας της μικρής έκτασης του τραυματισμού του.

Έτσι εγώ, αντί να ενημερώσω τον εγκαλούντα για την πραγματικότητα, όσο δυσάρεστη και αν ήταν αυτή, δίστασα και προκειμένου να μην τον απαγοητεύσω και τον στενοχωρήσω, ανέφερα σε αυτόν διάφορες αναλήθειες, όπως ότι άσκησα αγωγή αποζημίωσης κατά της ΕΥΔΑΠ στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών και την κέρδισα, ότι η ΕΥΔΑΠ προσέφυγε στο δικαστήριο ζητώντας την αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης και ότι τελικά κέρδισα την υπόθεση και στον δεύτερο βαθμό, με την έκδοση απόφασης από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών που επεδίκαζε σ’ αυτόν 21.500 ευρώ ως αποζημίωση. Στη συνέχεια (από τα τέλη του έτους 2007) λόγω της εμμονής του εγκαλούντος και των έντονων πιέσεών του να πληροφορηθεί για την πορεία της υποθέσεώς του, αναγκάστηκα και τον Ιανουάριο του 2008 κατήρτισα τις δύο επίμαχες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών μόνο και μόνο για να τον καθησυχάσω και να τον ηρεμήσω ότι επίκειτο η είσπραξη της αποζημίωσης που είχε επιδικάσει σ7 αυτόν το Δικαστήριο. Εξαιτίας του γεγονότος ότι με τον εγκαλούντα και την οικογένειά του γενικότερα είχα αναπτύξει πολύ στενή και φιλική σχέση (με την πάροδο των χρόνων και με τον χειρισμό από μέρους μου τα προηγούμενα χρόνια σοβαρών δικαστικών υποθέσεών του), δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να τον απογοητεύσω και να τον στενοχωρήσω, αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι ο εγκαλών κατ’ εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε τεράστια οικονομικά προβλήματα και ήταν στην κυριολεξία "πνιγμένος" στα χρέη (Τράπεζες, Εφορία, ΤΕΒΕ, προμηθευτές του κλπ.) και σε δικαστικές εκκρεμότητες (πλειστηριασμός σπιτιού του, έξωση από μαγαζί του) και έτσι με την προσδοκία ότι λαμβάνοντας ένα σημαντικό χρηματικό ποσό θα αναπτερωνόταν το ηθικό του και θα "έβγαινε" από την κακή ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, έπραξα ό,τι έπραξα διστάζοντας να του αναφέρω την αλήθεια και καταρτίζοντας τις αποφάσεις αυτές για καθησυχασμό και ευχαρίστησή του και των οποίων αποφάσεων αυτών έκανα χρήση προς αυτόν και μόνον, με αποκλειστικό σκοπό τον εφησυχασμό του, την τόνωση του ηθικού του και τη δημιουργία αισιοδοξίας σ’ αυτόν. Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει νομικά ο χαρακτηρισμός της αποδιδόμενης σε εμένα αξιόποινης πράξης για πλαστογραφία με χρήση. Διότι, όπως προανέφερα, η κατάρτιση και χρήση των πλαστών αποφάσεων έγινε από εμένα μόνο και μόνο για να εφησυχάσει ο εγκαλών ότι επίκειτο η είσπραξη της αποζημίωσης για την υπόθεσή του.

2. Σκοπός της πράξης μου αυτής δεν ήταν να παραπλανήσω με την κατάρτιση και χρήση των πλαστών εγγράφων τον εγκαλούντα για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αλλά μόνο να υπάρξει καθησυχασμός του σχετικά με την πορεία της υποθέσεώς του. Ήθελα επίσης να αντιμετωπίσω τις έντονες πιέσεις από μέρους του για ενημέρωση και επιπλέον να αναπτερώσω το ηθικό του και να δημιουργήσω αισιοδοξία σ’ αυτόν, εν μέσω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, καθόσον έτσι προσδοκούσε ότι θα ελάμβανε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Ο "εφησυχασμός - κοθησυχασμός" όμως, σε συνδυασμό με τις έντονες "πιέσεις" και την "τόνωση του ηθικού - δημιουργία αισιοδοξίας" δεν είναι "γεγονότα και μάλιστα σημαντικά, δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες", όπως απαιτεί ο Νόμος, αλλά είναι απλά πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν είναι προϋπόθεση για την επέλευση έννομων συνεπειών, δηλαδή δεν είναι όρος εκ του οποίου ο Νόμος εξαρτά την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής.

3.- Άπαντα τα ανωτέρω εκτεθέντα (σχετικά με τους σκοπούς της πράξης μου για την οποία κηρύχθηκα ένοχος) επιβεβαιώνονται και από τις μαρτυρικές καταθέσεις. Ουδείς από τους εξετασθέντες μάρτυρες κατά την προανάκριση (ακόμη και ο ίδιος ο εγκαλών) αναγνωρίζει στο πρόσωπο μου πρόθεση παραπλάνησης για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και που απαραιτήτως πρέπει να υφίσταται για να στοιχειοθετηθεί σε βάρος μου το αδίκημα για πλαστογραφία με χρήση. Ουδείς από τους εξετασθέντες μάρτυρες αναφέρει τα ακόλουθα:

(α) Περί ποίου γεγονότος σκόπευα να παραπλανήσω τον εγκαλούντα, (β) Ποιές έννομες συνέπειες μπορούσε να έχει το συγκεκριμένο γεγονός και γιατί.

Αντίθετα, ο εγκαλών Ι. Ζ., εξεταζόμενος ως μάρτυρας στην προανάκριση, αναφέρει στη κατάθεσή του επί λέξει τα ακόλουθα: "Την επόμενη μέρα ο κ. Σ. πήγε στο γραφείο του κ. Θ. ..., επικαλούμενος ότι το έκανε, επειδή με λυπήθηκε λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζα τότε, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να μου αναπτερώσει το ηθικό, λόγω του γεγονότος ότι θα ελάμβανα ένα σημαντικό χρηματικό ποσό".

Περαιτέρω, ο εξετασθείς ως μάρτυρας στην προανάκριση Ι. Θ. αναφέρει στην κατάθεσή του επί λέξει τα εξής: "Την Τρίτη 17/3/2009....... ο κ. Σ. ήρθε στο γραφείο μου......, ισχυριζόμενος ότι το έκανε για να βοηθήσει τον κ. Ζ., ο οποίος εκείνο το χρονικό σημείο αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες. Σε ερώτηση. ..., απάντησε ότι θα τον τόνωνε ηθικά για να μην αυτοκτονήσει, καθόσον έτσι θα αισιοδοξούσε ότι θα λάβει κάποια χρήματα".

Οι ίδιοι παραπάνω εξεταζόμενοι ως μάρτυρες κατηγορίας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφέρουν στις καταθέσεις τους επιλέξει τα ακόλουθα: Ι. Ζ.: "Ναι, είχε χειριστεί δικές μου υποθέσεις και άλλες φορές και νόμιζα ότι είχαμε καλή συνεργασία. Αυτό που έκανε είναι ανεξήγητο". Ι. Θ.: " Όταν ο Ζ.ς μου έφερε τις αποφάσεις από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών πήρα τον κ. Σ. και ήρθε από το γραφείο μου και τον ρώτησα τι είναι αυτές οι αποφάσεις. Είπε ότι ο Ζ. ήταν χάλια οικονομικά και το έκανε για να χαρεί".

4- Η ανυπαρξία από μέρους μου πρόθεσης παραπλάνησης για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και οι πραγματικοί σκοποί της συγκεκριμένης πράξης μου (εφησυχασμός, καθησυχασμός, τόνωση ηθικού και δημιουργία αισιοδοξίας στον εγκαλούντα) επιβεβαιώνονται και αποδεικνύονται και από την απολογία μου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

5.- Όπως γίνεται δεκτό, η πλαστογραφία δεν είναι τυπικό έγκλημα, αλλά έγκλημα σκοπούμενου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 594/1980 Ποιν.Χρον. Α’ 756). Για την πλήρωση λοιπόν της υποκειμενικής υπόστασης, πρέπει να αποδεικνύεται όχι μόνο ο δόλος του υπαιτίου να καταρτίσει ή/και να χρησιμοποιήσει ένα πλαστό έγγραφο, δόλος που πρέπει να καλύπτει και την προσφορότητα του εγγράφου να αποδεικνύει γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, αλλά επιπλέον και ο σκοπός του υπαιτίου, ήτοι εμού του κατηγορουμένου, να παραπλανήσω άλλον σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες" Ο ίδιος ως άνω σκοπός πρέπει να υφίσταται και στη χρήση πλαστού εγγράφου, δηλαδή η τελευταία υπάρχει όταν το πλαστό έγγραφο χρησιμοποιηθεί ηθελημένα από τον υπαίτιο, με σκοπό να επιτύχει την παραπλάνηση άλλου σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες. Πρέπει λοιπόν σε κάθε περίπτωση να αποδειχθεί ότι εγώ επεδίωξα να δημιουργήσω πλάνη σε κάποιον άλλον, σχετικά με γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, προκειμένου αυτός (ο άλλος), εξαιτίας ακριβώς της πλάνης που του έχει δημιουργηθεί, να προβεί σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, η οποία έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή εγώ να επεδίωξα το πλαστό έγγραφο να προκαλέσει μία νομικά σημαντική συμπεριφορά του προσώπου εκείνου, ήτοι του εγκαλούντος, του οποίου σκοπείται η παραπλάνηση. Αν αντίθετα ο υπαίτιος, δεν αποβλέπει σε μία τέτοια νομικά σημαντική αντίδραση του αποδέκτη, αλλά αποβλέπει σε κάτι άλλο, ο εν λόγω σκοπός δεν συντρέχει.

Κατά συνέπεια, η επιδίωξη (σκοπός) παραπλάνησης ως προς το "γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες" στοιχειοθετείται ΜΟΝΟ όταν συνοδεύεται από την επιδίωξη παραγωγής αυτών των έννομων συνεπειών. Αντιθέτως, η επιδίωξη παραπλάνησης χωρίς ταυτόχρονη επιδίωξη εννόμων συνεπειών, είναι επιδίωξη απλού "φάσματος" (ορ. Μυλωνόπουλου, Εγκλήματα σχετικό με τα υπομνήματα, εκδ. 2005, σελ. 81). Η επιδίωξη αυτή στερείται της ιδιάζουσας εκείνης απαξίας που προσδίδει στην πράξη της πλαστογραφίας την επικινδυνότητά της και η οποία υπαγόρευσε την ένταξη του "γεγονότος που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες" στο υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου της πλαστογραφίας.

6.- Στη προκειμένη περίπτωση, εγώ δεν απέβλεψα στο να επιτύχω την παραπλάνηση του εγκαλούντος μέσω της κατάρτισης και χρήσης των άνω πλαστών εγγράφων για την επίτευξη κάποιων συγκεκριμένων έννομων συνεπειών. Με άλλα λόγια δεν απέβλεψα, μέσω των πλαστών εγγράφων, δηλαδή μέσω της παραπλάνησης του εγκαλούντος για το γεγονός ότι οι ανωτέρω αποφάσεις ήσαν έγκυρες και ισχυρές και ότι ο τελευταίος είχε ενεργή απαίτηση σε βάρος της ΕΥΔΑΠ, στην εξασφάλιση κάποιας ενέργειας ή παράλειψης από την πλευρά του εγκαλούντος, η οποία θα είχε έννομες συνέπειες (θα αποτελούσε δηλαδή προϋπόθεση για την είσπραξη ή όχι της αποζημίωσής του), αλλά απέβλεψα αποκλειστικά και μόνο στον καθησυχασμό του, εφησυχασμό του και στη τόνωση του ηθικού του.

Τα αναφερόμενα στην υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι δηλαδή ο εγκαλών παραπλανήθηκε σχετικά με το γεγονός ότι οι ανωτέρω αποφάσεις ήσαν έγκυρες και ισχυρές και ως εκ τούτου για το ότι είχε ενεργή απαίτηση σε βάρος της ΕΥΔΑΠ, ουδεμία έννομη συνέπεια θα μπορούσε να έχει όσον αφορά την συγκεκριμένη υπόθεσή του και την είσπραξη ή όχι της αποζημίωσης του. Εξάλλου, είναι φανερό ότι οι /οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες όσον αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση του εγκαλούντος (αποτροπή του να κινηθεί δικαστικά, βραδύτητα υπόθεσης, παραγραφή αξιώσεώς του), θα επέρχονταν ούτως ή άλλως, ακόμα και χωρίς την κατάρτιση και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, εξαιτίας της μη κίνησης και διεκπεραίωσης από εμένα της υπόθεσής του, δηλαδή της μη άσκησης αγωγής.

Ειρήσθω εν παρόδω, ότι ουδεμία έννομη συνέπεια ή βλάβη των συμφερόντων του εγκαλούντος επήλθε τελικά, αφού η αγωγή αποζημίωσης κατά της ΕΥΔΑΠ κατατέθηκε τελικά από εμένα τον Απρίλιο του 2009 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κοινοποιήθηκε στην αντίδικο τον Μάιο του ίδιου έτους.

7.- Εκτός όμως από τον σκοπό της παραπλάνησης, στοιχείο που ανάγεται στην υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και που δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση, απαιτείται και ένα πρόσθετο άγραφο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της πλαστογραφίας που έγκειται στη προσφορότητα της πλαστογραφίας να παράγει έννομες συνέπειες. -Συνεπώς για να υπάρξει πλαστογραφία εγγράφου, θα πρέπει το περιεχόμενο αυτού να μπορεί αντικειμενικά να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση προστατευόμενου από το νόμο δικαιώματος, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο πρόσωπο. Επομένως, όταν πλαστό έγγραφο είναι αδύνατον να παραπλανήσει με το περιεχόμενο του για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλαστογραφία.

Στη προκειμένη περίπτωση, είναι φανερό ότι ήταν αδύνατον αντικειμενικά να παραχθούν έννομες συνέπειες από το περιεχόμενο των πλαστών αποφάσεων, δεδομένου ότι μέχρι το τέλος του έτους 2008 ουδεμία δικαστική ενέργεια είχε γίνει για την συγκεκριμένη υπόθεση, δηλαδή δεν είχε κατατεθεί κάποια αγωγή στο δικαστήριο ούτε είχε εκδοθεί ποτέ πρωτόδικη ή εφετειακή απόφαση για την επιδίκαση αποζημίωσης, γεγονότα που εύκολα μπορούσαν να διαπιστωθούν από έναν δικηγόρο και όχι μόνον. Οι εν λόγω πλαστές αποφάσεις λοιπόν, αναφέροντο σε ανύπαρκτες δικαστικές ενέργειες και συνεπώς δεν μπορούσαν αντικειμενικά (δεν ήσαν πρόσφορες) για να παράγουν κάποια έννομη συνέπεια είτε στον εγκαλούντα είτε στην ΕΥΔΑΠ είτε σε κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο ούτε και τελικά παρήγαγαν κάποια τέτοια συνέπεια σε κανέναν.

Β.- ΥΠΟΘΕΣΗ Ε. Γ.:

Με την ίδια άνω υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών κηρύχθηκα ένοχος επειδή σε μη εξακριβωθείσα επακριβώς ημερομηνία, κείμενη πάντως εντός του Σεπτεμβρίου του 2008, κατήρτισα εξ υπαρχής την υπ’ αριθ. 2112/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, συντάσσοντας εξ υπαρχής το σκεπτικό, το αιτιολογικό και το διατακτικό της ανωτέρω απόφασης και θέτοντας στο τέλος αυτής κατ’ απομίμηση και άνευ οιουδήποτε δικαιώματος ή συναινέσεως την υπογραφή του φερομένου ως προέδρου της σύνθεσης και η οποία απόφαση αφορούσε δήθεν αγωγή της εγκαλούσας Ε. Γ. σε βάρος του Δήμου Αθηναίων αναφορικά με απαίτησή της λόγω αδικοπραξίας, παραπλανώντας έτσι την εγκαλούσα σχετικό με το γεγονός ότι η ανωτέρω απόφαση ήταν ισχυρή και έγκυρη και ότι η τελευταία είχε ενεργή απαίτηση σε βάρος του Δήμου Αθηναίων, ενώ επίσης κατήρτισα εξ υπαρχής και τα υπ’ αριθ. .../3.3.2008 γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, θέτοντας στο τέλος αυτών κατ’ απομίμηση και άνευ οιουδήποτε δικαιώματος ή συναινέσεως την υπογραφή του Τμηματάρχη του Ταμείου, παραπλανώντας έτσι την εγκαλούσα σχετικά με το γεγονός ότι αυτή δικαιούτο να λάβει από το Δήμο Αθηναίων τα αναγραφόμενα σε αυτά ποσά, τα οποία μάλιστα είχαν παρακατατεθεί νομίμως, έκανα δε χρήση των εγγράφων αυτών παραδίδοντάς τα στην εγκαλούσα, περί τον Σεπτέμβριο του 2008. Αναφορικό με τα ανωτέρω, λεκτέα τα ακόλουθα:

1.- To φθινόπωρο του έτους 1998 η εγκαλούσα ανέθεσε σε εμένα να ασκήσω αγωγή για τον θάνατο του συζύγου της Γ. Β. σε τροχαίο ατύχημα στην οδό ... στις 5.5.1995, κατά της ασφαλιστικής εταιρίας του υπαιτίου οδηγού του οχήματος που παρέσυρε και σκότωσε τον σύζυγο της. Σημειωτέον ότι μέχρι τότε ο φάκελος της υπόθεσης βρισκόταν στα χέρια άλλου δικηγόρου, ο οποίος δεν είχε προβεί σε καμία σχετική ενέργεια. Η απογοήτευση της εγκαλούσας ήταν τεράστια όταν πληροφορήθηκε από εμένα ότι, λόγω της παρέλευσης ήδη διετίας από την ημερομηνία του ατυχήματος, η σχετική αξίωσή της είχε παραγραφεί και ότι μία τέτοια αγωγή δεν θα είχε καμία απολύτως πιθανότητα επιτυχίας. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα το καλοκαίρι του έτους 2000, η εγκαλούσα επανήλθε και πάλι στο θέμα της αγωγής και αυτή την φορά την συμβούλευσα ότι θα μπορούσε να εναγάγει ως υπαίτιο τον Δήμο Αθηναίων, ο οποίος είχε, κατά τη γνώμη μου, την ευθύνη για το τροχαίο ατύχημα, λόγω κακοτεχνιών και πλημμελούς συντήρησης του δρόμου. Πλην όμως, για να μην την απογοητεύσω εκ νέου, απέφυγα να της αναφέρω το γεγονός ότι και αυτή η αγωγή κατά του Δήμου Αθηναίων για αδικοπραξία και το σχετικό δικαίωμά της είχαν παραγραφεί λόγω της παρέλευσης ήδη πενταετίας από την ημερομηνία του ατυχήματος.

Έτσι εγώ, αντί να ενημερώσω την εγκαλούσα για την πραγματικότητα, όσο δυσάρεστη και αν ήταν, αυτή τη φορά δίστασα και προκειμένου να μην την απογοητεύσω και στενοχωρήσω εκ νέου, για δεύτερη φορά, ανέφερα σ’ αυτήν διάφορες αναλήθειες, όπως ότι άσκησα αγωγή αποζημίωσης κατά του Δήμου Αθηναίων και την κέρδισα, ότι κέρδισα την υπόθεση και στον δεύτερο βαθμό με την έκδοση απόφασης από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών που επεδίκασε (σ’ αυτήν ως αποζημίωση το ποσό των 190.468 ευρώ και ότι τελικά ο Δήμος Αθηναίων παρεκατέθεσε το ποσό αυτό της αποζημίωσής της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Αργότερα δε (τέλος 2007 - αρχές 2008) λόγω της εμμονής της και των έντονων πιέσεών της να πληροφορηθεί για την πορεία της υποθέσεώς της, αναγκάστηκα και κατά το χρονικό διάστημα Δεκέμβριος 2007 - Μάρτιος 2008 κατήρτισα τα 3 επίμαχα ως άνω έγγραφα μόνο και μόνο για να την καθησυχάσω και να την ηρεμήσω ότι επίκειτο η είσπραξη της αποζημίωσης που της είχε επιδικάσει το Δικαστήριο και είχε παρακατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Εξαιτίας του γεγονότος ότι με την εγκαλούσα διατηρούσα εκτός από επαγγελματική και φιλική σχέση (ήταν φίλη και πελάτισσα της συζύγου μου πριν από το έτος 1998), δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να την απογοητεύσω και να την στενοχωρήσω για δεύτερη φορά, αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι ήθελα να κερδίσω χρόνο, ερευνώντας με ποιόν τρόπο θα μπορούσε ίσως να "σωθεί" η υπόθεσή της, έπραξα ό,τι έπραξα διστάζοντας να της αναφέρω την αλήθεια και καταρτίζοντας τα ως άνω έγγραφα για εφησυχασμό και ευχαρίστησή της και των οποίων εγγράφων έκανα χρήση προς αυτήν και μόνο, με αποκλειστικό σκοπό τον εφησυχασμό και καθησυχασμό της.

Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει νομικό ο χαρακτηρισμός της αποδιδόμενης σε εμένα αξιόποινης πράξης για πλαστογραφία με χρήση. Διότι, όπως προανέφερα, η κατάρτιση των πλαστών εγγράφων έγινε από εμένα, μόνο και μόνο για να εφησυχάσει η εγκαλούσα ότι επίκειτο η είσπραξη της αποζημίωσης για την υπόθεσή της.

2.- Σκοπός της πράξης μου αυτής δεν ήταν να παραπλανήσω με την κατάρτιση και χρήση των πλαστών εγγράφων την εγκαλούσα για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αλλά μόνο να υπάρξει καθησυχασμός της σχετικά με την πορεία της υποθέσεώς της. Ήθελα επίσης να αντιμετωπίσω τις έντονες πιέσεις από μέρους της για ενημέρωση και επιπλέον να κερδίσω χρόνο γιατί προσδοκούσα ότι μέσα στο χρόνο αυτό θα μπορούσα ίσως να βρω κάποια λύση για την υπόθεσή της αποφεύγοντας έτσι το δυσάρεστο γεγονός να την ενημερώσω ότι η υπόθεσή της είχε ήδη παραγραφεί. Ο "εφησυχασμός - καθησυχασμός" όμως, σε συνδυασμό με τις έντονες "πιέσεις" που αντιμετώπιζα και τον "επιπλέον χρόνο" που αποζητούσα δεν είναι "γεγονότα και μάλιστα σημαντικό, δυνάμενα να έχουν έννομες συνέπειες", όπως απαιτεί ο Νόμος, αλλά είναι απλά πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν είναι προϋπόθεση για την επέλευση έννομων συνεπειών, δηλαδή δεν είναι όρος εκ του οποίου ο Νόμος εξαρτά την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομες σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής.

Σημειωτέον ότι ουδείς από τους εξετασθέντες κατά την προανάκριση μάρτυρες (συμπεριλαμβανομένης και της εγκαλούσας), αλλά και από τους εξετασθέντες στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρες κατηγορίας (Ε. Γ., Φ. Α.), αναγνωρίζει στο πρόσωπο μου πρόθεση παραπλάνησης για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και που απαραιτήτως πρέπει να υφίσταται για να στοιχειοθετηθεί η σε βάρος μου κατηγορία για πλαστογραφία με χρήση. Ουδείς από τους εξετασθέντες μάρτυρες αναφέρει τα ακόλουθα:

(α) Περί ποίου γεγονότος σκόπευα να παραπλανήσω την εγκαλούσα, (β) Ποιές έννομες συνέπειες μπορούσε να έχει το συγκεκριμένο γεγονός και γιατί.

Αντίθετα, ο μάρτυρας κατηγορίας Φ. Α. καταθέτοντας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: "Μάλλον το έκανε γιατί δεν έκανε τις ενέργειες που έπρεπε να κάνει και δεν τα έκανε. Και ήθελε να καθησυχάσει την κ. Γ.. Όπως υποθέτω, τα έγγραφα δεν χρησιμοποιήθηκαν αλλού, αλλά μόνο στην κ. Γ.. Οι έννομες συνέπειες θα είχαμε την επίσημη χρήση. Σε οποιονδήποτε τρίτο θα μπορούσε να ήταν έννομη συνέπεια, αλλά δεν Θα μπορούσε να ήταν σε αυτή την περίπτωση".

3.- Η ανυπαρξία από μέρους μου πρόθεσης παραπλάνησης για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και οι πραγματικοί σκοποί της συγκεκριμένης πράξης μου (εφησυχασμός, καθησυχασμός, επιπλέον χρόνος, πιέσεις εγκαλούσας), επιβεβαιώνονται και αποδεικνύονται και από την απολογία μου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

4.- Στη προκειμένη περίπτωση, εγώ δεν απέβλεψα στο να επιτύχω την παραπλάνηση της εγκαλούσας μέσω της πλαστότητας των άνω εγγράφων για την επίτευξη κάποιων συγκεκριμένων έννομων συνεπειών. Με άλλα λόγια δεν απέβλεψα, μέσω των πλαστών εγγράφων, στην εξασφάλιση κάποιας ενέργειας ή παράλειψης από την πλευρό της εγκαλούσας, η οποία θα είχε έννομες συνέπειες (θα αποτελούσε δηλαδή προϋπόθεση για την είσπραξη ή όχι της αποζημίωσης της), αλλά απέβλεψα αποκλειστικά και μόνο στον καθησυχασμό και εφησυχασμό της.

Η παραπλάνηση της εγκαλούσας σχετικά με το γεγονός ότι η επίμαχη απόφαση ήταν ισχυρή και έγκυρη και ως εκ τούτου αυτή είχε ενεργή απαίτηση σε βάρος του Δήμου Αθηναίων, ως επίσης και σχετικά με το γεγονός ότι αυτή δικαιούτο να λάβει από τον Δήμο Αθηναίων τα αναγραφόμενα στα επίμαχα γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης ποσά ως αποζημίωση (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφαση), ουδεμία έννομη συνέπεια θα μπορούσε να έχει όσον αφορά την συγκεκριμένη υπόθεσή της και την είσπραξη ή όχι της αποζημίωσής της.

Εξάλλου, είναι φανερό ότι οι οποιεσδήποτε έννομες συνέπειες όσον αφορά την συγκεκριμένη υπόθεση της εγκαλούσας θα επέρχονταν ούτως ή άλλως, ακόμα και χωρίς την κατάρτιση και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, δεδομένου ότι, όπως προανέφερα, η σχετική αξίωσή της είχε ήδη από το έτος 2000 παραγραφεί για λόγους που αφορούσαν τον χειρισμό της υπόθεσής της από τους εμπλεκόμενους δικηγόρους (εμού και του προηγουμένου συναδέλφου) και όχι αυτά καθ’ εαυτά τα πλαστά έγγραφα. Ουδείς λόγος υπήρχε να καταρτίσω τα πλαστό αυτό έγγραφα για να επιτύχω μία έννομη συνέπεια η οποία είχε επέλθει, ούτως ή άλλως, πριν από επτά και πλέον χρόνια εξαιτίας λανθασμένων χειρισμών, ειμή μόνον ο εφησυχασμός και καθησυχασμός της εγκαλούσας.

5.- Τέλος, για την αποφυγή επαναλήψεων, αναφέρομαι και πάλι σε όσα αναλυτικά εκθέτω στην παράγραφο (5) άνω της υπόθεσης του εγκαλούντος Ι. Ζ..

Γ.- Επειδή οι παρόντες αυτοτελείς ισχυρισμοί μου είναι νόμιμοι, βάσιμοι και αληθινοί.

Δ. - Επειδή η προβολή των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών είναι παραδεκτή και σύννομη, αφού πέραν της καταθέσεώς τους εγγράφως στον διευθύνοντα την συζήτηση και της καταχώρησης τους στα πρακτικά, τους ανέπτυξα και προφορικά (αρχή της προφορικότητας).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Ζητώ από το Δικαστήριο Σας την αποδοχή τους.

Αθήνα, 30 Νοεμβρίου 2015 Η Πληρεξούσια Δικηγόρος ΕΓΓΡΑΦΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΠΑΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ( (κατ’ άρθρο 141 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ Α.- Με την υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών κηρύχθηκα ένοχος για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ7 εξακολούθηση (άρθρα 216 παρ. 1 α-β, 98 Π.Κ.), που φέρεται ότι τέλεσα σε βάρος των εγκαλούντων Ε. Γ. και Ι. Ζ.. Αρνούμαι και πάλι εξ ολοκλήρου την άνω κατηγορία και δηλώνω αθώος. Επιπροσθέτως, οι αποδιδόμενες σ’ εμένα επί μέρους πράξεις (της κατάρτισης και χρήσης πλαστών εγγράφων) που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου άνω αδικήματος (πλαστογραφίας), έχουν παραγραφεί και κατά συνέπεια πρέπει να πάψει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος μου.

Β.- Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 3 Π.Κ., τα πλημμελήματα παραγράφονται εντός πέντε ετών από την τέλεση της πράξης, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 113 Π.Κ. η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Η κυρία διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης για εμφάνιση στο ακροατήριο, που στη προκειμένη περίπτωση έλαβε χώρα στις 20.4.2013.

Γ.- Στη προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την άνω υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφαση, κηρύχθηκα ένοχος επειδή με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισα πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσω με την χρήση τους άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, έκανα δε χρήση των εγγράφων αυτών και ειδικότερα:

(α) Σε μη εξακριβωθείσα επαρκώς ημερομηνία, κείμενη πάντως εντός του Σεπτεμβρίου 2008, κατήρτισα εξ υπαρχής τις υπ’ αριθ. 71/2008 και 3077/2008 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, έκανα δε χρήση των εγγράφων αυτών παραδίδοντάς τα στον εγκαλούντα Ι. Ζ..

Πλην όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα κλπ.) ως και από κανένα στοιχείο της όλης αποδεικτικής διαδικασίας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά) δεν αποδείχθηκε ότι χρόνος κατάρτισης και χρήσης των άνω υπ’ αριθ. 71/2008 και 3077/2008 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών τυγχάνει ο μήνας Σεπτέμβριος 2008, όπως εσφαλμένα κρίθηκε και αναγράφεται στο σκεπτικό της υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι μάρτυρες κατηγορίας (Ι. Ζ. και Ι. Θ.) ουδέν απολύτως αναφέρουν στις καταθέσεις τους στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τον χρόνο κατάρτισης και χρήσης των άνω αποφάσεων. Μόνο στην κατάθεσή του κατά την προανάκριση ο εγκαλών Ι. Ζ. αναφέρει ότι "μετά από συνεχείς πιέσεις μου παρέδωσε αντίγραφα των υπ’ αριθ. 71/2008 και 3077/2008 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ... " χωρίς όμως να προσδιορίζει τον επακριβή χρόνο (μήνα και έτος) που έλαβε χώρα η κατάρτιση των αποφάσεων αυτών και η παράδοσή τους (χρήση) σ αυτόν (εγκαλούντα).

Και ναι μεν αληθές τυγχάνει ότι η κατάρτιση και χρήση των πλαστών αποφάσεων εγένετο μετά από τις έντονες πιέσεις του εγκαλούντος Ι. Ζ. και την επιμονή του να λάβει γνώση των σχετικών αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, πλην όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι πιέσεις αυτές έλαβαν χώρα τον μήνα Σεπτέμβριο του 2008, οπότε εγώ κατά τον ίδιο αυτό μήνα αναγκάστηκα και κατήρτισα και στη συνέχεια επέδειξα τις αποφάσεις αυτές στον εγκαλούντα αναγράφοντας σ’ αυτές ημερομηνίες προγενέστερες του Σεπτεμβρίου 2008, όπως εσφαλμένα κρίθηκε και αναγράφεται στο σκεπτικό της υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφασης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει την κρίση του ότι χρόνος κατάρτισης και χρήσης των υπ’ αριθ. 71/2008 και 3077/2008 αποφάσεων τυγχάνει ο μήνας Σεπτέμβριος του 2008, κατέληξε χωρίς καμμία περί τούτου απόδειξη στο εντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα ότι τότε (Σεπτέμβριος 2008) ο εγκαλών ζήτησε επιμόνως από εμένα να δει τις σχετικές αποφάσεις και επομένως τότε (μέσα στον ίδιο αυτό μήνα) θα πρέπει και εγώ να αναγκάστηκα να προβώ στην κατάρτιση και χρήση τους.

Στη προκειμένη περίπτωση, η κατάρτιση και χρήση της υπ’ αριθ. 71/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (η οποία φέρει ως ημερομηνία δημοσίευσης την 24-1-2008) εγένετο τον Ιανουάριο του 2008. Τον ίδιο αυτόν μήνα (Ιανουάριος 2008) κατήρτισα και την υπ’ αριθ. 3077/2008 απόφαση. Την απόφαση αυτή (η οποία φέρει ως ημερομηνία δημοσίευσης την 21-3-2008) επέδειξα στον εγκαλούντα τον Μάρτιο του 2008. Έκτοτε και μέχρι την 20.4.2013 οπότε, όπως προανέφερα, μου κοινοποιήθηκε η κλήση προκειμένου να εμφανιστώ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των, παρήλθε χρονικό διάστημα άνω της πενταετίας. Κατά συνέπεια, οι φερόμενες ως άνω πράξεις μου της κατάρτισης και χρήσης των υπ’ αριθ. 71/2008 και 3077/2008 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών έχουν παραγραφεί καθώς έχει παρέλθει πενταετία από την τέλεσή τους (Ιανουάριος 2008 - 20.4.2013) και (Μάρτιος 2008 - 20.4.2013) αντίστοιχα, χρόνος στον οποίο παραγράφονται τα πλημμελήματα σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 3 Π.Κ. Επομένως, εφόσον εντός της πενταετίας από την τέλεση των πράξεων αυτών δεν μου επιδόθηκε κλήση και άρα δεν άρχισε η κυρία διαδικασία στο ακροατήριο, δεν αναστέλλεται και ο χρόνος παραγραφής των άνω πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκα ένοχος και κατά συνέπεια πρέπει γι’ αυτές τις πράξεις να πάψει οριστικά η ποινική δίωξη εναντίον μου λόγω παραγραφής, (β) Σε μη εξακριβωθείσα επακριβώς ημερομηνία, κείμενη πάντως εντός του Σεπτεμβρίου του 2008, κατήρτισα εξ υπαρχής την υπ’ αριθ. 2112/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ενώ επίσης κατήρτισα εξ υπαρχής και τα υπ’ αριθ. .../3.3.2008 γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, έκανα δε χρήση των εγγράφων αυτών παραδίδοντάς τα στην εγκαλούσα Ε. Γ. περί τον Σεπτέμβριο του 2008.

Πλην όμως, όπως και στην. περίπτωση του εγκαλούντος Ι. Ζ., έτσι και εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας και της όλης αποδεικτικής διαδικασίας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν αποδείχθηκε ότι χρόνος κατάρτισης και χρήσης της υπ’ αριθ. 2112/2007 απόφασης και των υπ’ αριθ. 583125/ 17.3.2008 και 581651/3.3.2008 γραμματίων τυγχάνει ο μήνας Σεπτέμβριος του 2008, όπως εσφαλμένα κρίθηκε και αναγράφεται στο σκεπτικό της υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι μάρτυρες κατηγορίας (Ε. Γ. και Φ. Α.) ουδέν απολύτως αναφέρουν στις καταθέσεις τους στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τον χρόνο κατάρτισης και χρήσης των άνω εγγράφων. Μόνο στη κατάθεσή της κατά την προανάκριση η εγκαλούσα Ε. Γ. αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: "ουδέποτε μου είχε επιδείξει την ασκηθείσα αγωγή παρά μόνο το έτος 2008, αν θυμάμαι καλά, μου επέδειξε την υπ’ αριθ. 2112/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ... " και στη συνέχεια "κάποια ημέρα το φθινόπωρο του 2009, πριν την 4/11/2009, συναντήθηκα τυχαία με τον δικηγόρο κ. Κ. και του επέδειξα κάποια από τα χαρτιά που μου είχε παραδώσει εν τω μεταξύ ο κ. Σ. και δη την υπ’ αριθ. 2112/2007 απόφαση και ένα γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων". Όμως και στην εν λόγω μαρτυρική κατάθεση, αφενός μεν ουδεμία αναφορά γίνεται για τον χρόνο κατάρτισης των πλαστών αυτών εγγράφων, αφετέρου δε ως χρόνος χρήσης τους προς την εγκαλούσα αναφέρεται το έτος 2008, χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς ο μήνας και η ημερομηνία που αυτή έλαβε χώρα εντός του 2008.

Και ναι μεν αληθές τυγχάνει και πάλι ότι η κατάρτιση και χρήση των εγγράφων αυτών εγένετο ύστερα από τις πιέσεις της εγκαλούσας Ε. Γ. και την επιμονή της να λάβει γνώση των εγγράφων της υπόθεσής της, πλην όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι πιέσεις αυτές έλαβαν χώρα τον μήνα Σεπτέμβριο του 2008, οπότε εγώ κατά τον ίδιο αυτό μήνα αναγκάστηκα και κατήρτισα και στη συνέχεια επέδειξα τα άνω έγγραφα στην εγκαλούσα αναγράφοντας σ’ αυτά ημερομηνίες προγενέστερες του Σεπτεμβρίου 2008, -όπως εσφαλμένα κρίθηκε και αναγράφεται στο σκεπτικό της υπ’ αριθ. 6269/2013 απόφασης. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προκειμένου να αιτιολογήσει την κρίση του ότι χρόνος κατάρτισης και χρήσης της υπ’ αριθ. 2112/2007 απόφασης και των υπ’ αριθ. .../ 3.3.2008 γραμματίων τυγχάνει ο μήνας Σεπτέμβριος του έτους 2008, κατέληξε χωρίς καμμία περί τούτου απόδειξη στο εντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα ότι τότε (Σεπτέμβριος 2008) ζήτησε η εγκαλούσα επιμόνως από εμένα να δει τα σχετικό έγγραφα της υπόθεσής της και επομένως τότε (μέσα στον ίδιο αυτό μήνα) θα πρέπει και εγώ να αναγκάστηκα να προβώ στην κατάρτιση και χρήση τους.

Στη προκειμένη περίπτωση η κατάρτιση της υπ’ αριθ. 2112/2007 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (η οποία φέρει ως ημερομηνία δημοσίευσης την 22-6-2007) εγένετο τον Δεκέμβριο του 2007 και η χρήση της προς την εγκαλούσα τον Φεβρουάριο του 2008, ενώ η κατάρτιση και χρήση των υπ’ αριθ. 583125 και 581651 γραμματίων συστάσεως παρακαταθήκης (τα οποία φέρουν ως ημερομηνία εκδόσεως την 17-3-2008 και 3-3-2008 αντίστοιχα) έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2008. Η κλήση που έλαβα προκειμένου να εμφανιστώ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλη/των για την παρούσα υπόθεση κοινοποιήθηκε σ’ εμένα, όπως προανέφερα, στις 20.4.2013. Κατά συνέπεια, οι φερόμενες ως άνω πράξεις μου της κατάρτισης και χρήσης της υπ’ αριθ. 2112/2007 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ως και των υπ’ αριθ. .../3.3.2008 γραμματίων συστάσεως παρακαταθήκης έχουν παραγραφεί καθώς έχει παρέλθει πενταετία από την τέλεσή τους (Δεκέμβριος 2007 - 20.4.2013, Φεβρουάριος 2008 - 20.4.2013 και Μάρτιος 2008 - 20.4.2013 αντίστοιχα), χρόνος στον οποίο παραγράφονται τα πλημμελήματα σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 3 Π.Κ. Επομένως εφόσον εντός της πενταετίας από την τέλεση των πράξεων αυτών δεν μου επιδόθηκε κλήση και άρα δεν άρχισε η κυρία διαδικασία στο ακροατήριο, δεν αναστέλλεται και ο χρόνος παραγραφής των άνω πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκα ένοχος και κατά συνέπεια πρέπει και γι’ αυτές τις επιμέρους πράξεις να πάψει οριστικά η ποινική δίωξη εναντίον μου λόγω παραγραφής.

Δ.- Επειδή οι παρόντες αυτοτελείς ισχυρισμοί μου είναι νόμιμοι, βάσιμοι και αληθινοί.

Ε.- Επειδή η προβολή των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών είναι παραδεκτή και σύννομη, αφού πέραν της καταθέσεώς τους εγγράφως στον διευθύνοντα τη συζήτηση και της καταχώρησής τους στα πρακτικά, τους ανέπτυξα και προφορικά (αρχή της προφορικότητας).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ζητώ από το Δικαστήριο Σας την αποδοχή τους.

Αθήνα, 30 Νοεμβρίου 2015 Η Πληρεξούσια Δικηγόρος Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι το δικάσαν Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα κατά λέξη τα εξής: "ο κατηγορούμενος είναι δικηγόρος Αθηνών. Το έτος 2006 ο εγκαλών Ι. Ζ. κουμπάρος του, προσέφυγε σ’ αυτόν, προκειμένου να πετύχει αποζημίωση από ατυχήματα που είχε, από υποχώρηση φρεατίου της ΕΥΔΑΠ. Ο κατηγορούμενος αμέσως αντιλήφθηκε ότι το ποσό που θα μπορούσε να διεκδικήσει ο εγκαλών από την ΕΥΔΑΠ ήταν πολύ μικρό, λόγω της μικρής έκτασης του τραυματισμού του, όμως δεν του το είπε, αλλά αντίθετα τον διαβεβαίωσε ότι η αποζημίωση που θα του επιδικασθεί θα είναι υψηλή, ήτοι περί τις 30.000 ευρώ και έτσι τμηματικά έλαβε από αυτόν κατά τις αξιώσεις του, από το έτος 2007 έως το 2009 ως δικηγορική αμοιβή και έξοδα συνολικά το ποσό των 3.200 ευρώ, προκειμένου να ασκήσει υπέρ του πελάτη του και εις βάρος της ΕΥΔΑΠ σχετική αγωγή αποζημιώσεως μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. ‘ Όμως σε καμμία νομική ενέργεια δεν προέβη, ούτε καν άσκησε αγωγή. Στα επανειλημμένα τηλεφωνήματα του εγκαλούντος για την πορεία της υποθέσεως, ο κατηγορούμενος βεβαίωνε ψευδώς ότι άσκησε την αγωγή, ότι κέρδισε πρωτοδίκως, ότι η ΕΥΔΑΠ άσκησε έφεση, ότι η πρωτοβάθμια απόφαση ανεστάλη μετά από αίτηση της ΕΥΔΑΠ που έγινε δεκτή και τέλος ότι η έφεση απορρίφθηκε. Ενόψει των ισχυρών πιέσεων του εγκαλούντος προς τον κατηγορούμενο να του επιδείξει τα σχετικά έγγραφα της δικογραφίας και της αποφάσεως, δεδομένου ότι ουδέν έγγραφο του είχε χορηγήσει και ο εγκαλών άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει, το Σεπτέμβριο του 2008, ο κατηγορούμενος κατάρτισε εξ υπαρχής και έκανε χρήση επιδίδοντάς τες στον εγκαλούντα, τις υπ’ αριθμ. 71/2008 και 3077/2008 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, συντάσσοντας εξ ολοκλήρου το σκεπτικό, το αιτιολογικό και το διατακτικό των ανωτέρω αποφάσεων και θέτοντας στο τέλος αυτών, κατ’ απομίμηση και άνευ οιουδήποτε δικαιώματος ή συναινέσεως, τις υπογραφές των φερομένων ως προέδρων των αντίστοιχων συνθέσεων, οι οποίες αποφάσεις αφορούσαν δήθεν την από 15-5-2006 αγωγή του εγκαλούντος κατά της ΕΥΔΑΠ, αναφορικά με την απαίτηση αυτού εξ αδικοπραξίας, εκ των οποίων, η υπ’ αριθμ. 71/2008 απόφαση αναστέλλει την εκτέλεση της πρωτόδικη απόφασης 7526/2007 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρι τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της από 25-6-2007 έφεσης της εκκαλούσας εταιρείας και η υπ’ αριθμ. 3077/2008 απόφαση δέχεται εν μέρει την έφεση της εκκαλούσας και επιδικάζει στον εγκαλούντα-τότε ενάγοντα - εφεσίβλητο το ποσό των 21.500 ευρώ. Συμβούλευσε δε τον εγκαλούντα να προσφύγει στο Συμβούλιο Επικρατείας, αντί νέας αμοιβής, επειδή μειώθηκε η Πρωτόδικη απόφαση. Ο εγκαλών πιστεύοντας ότι οι πλαστές αυτές αποφάσεις που του έδωσε ο κατηγορούμενος είναι έγκυρες και ισχυρές και παράγουν τα παρεχόμενα με αυτές δικαιώματα, άρχισε τη διεκδίκηση αυτών προσερχόμενος αρχικά στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προς αναζήτηση της από 15-5-2006 αγωγής, όπου του δηλώθηκε ανυπαρξία και στη συνέχεια στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ο ίδιος και στη συνέχεια μέσω του δικηγόρου Γ. Μ., οπότε και διαπιστώθηκε από τη Διοίκηση του Εφετείου η πλαστότητα των αποφάσεων αυτών.

Επίσης ο κατηγορούμενος, το έτος 2003 συμφώνησε με την ήδη γνωστή του εγκαλούσα Ε. Γ. να ασκήσει και εκδικάσει αγωγή αυτής και των δύο θυγατέρων της κατά του Δήμου Αθηναίων, ζητώντας να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 343.333 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των ζημιών τους (ψυχική οδύνη, στέρηση διατροφής κλπ) που υπέστησαν από το θάνατο σε τροχαίο ατύχημα του συζύγου και πατρός τους εξαιτίας κακοτεχνιών (λακκούβες) του οδοστρώματος από υπαιτιότητα του εναγομένου. Κατέβαλε-δε η εγκαλούσα σ’ αυτόν ως δικηγορική αμοιβή και έξοδα τμηματικά κατά τις απαιτήσεις του το συνολικό ποσό των 8.000 ευρώ. Όμως σε καμία νομική ενέργεια δεν προέβη, ούτε καν άσκησε αγωγή. Ενόψει των ισχυρών πιέσεων της εγκαλούσας προς τον κατηγορούμενο να της επιδείξει τα σχετικά έγγραφα της δικογραφίας και τις αποφάσεις, τις οποίες τη διαβεβαίωνε ότι είχε εκδώσει, δεδομένου ότι ουδέν έγγραφο της είχε χορηγήσει και η εγκαλούσα άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει, το Σεπτέμβριο του έτους 2008, ο κατηγορούμενος κατάρτισε εξ υπαρχής και έκανε χρήση επιδίδοντάς την στην εγκαλούσα, την υπ’ αριθμ. 2112/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, συντάσσοντας εξ ολοκλήρου το σκεπτικό, το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και θέτοντας στο τέλος αυτής, κατ’ απομίμηση και άνευ οιουδήποτε δικαιώματος ή συναινέσεως, την υπογραφή του φερομένου ως προέδρου της συνθέσεως, η οποία απόφαση αφορούσε δήθεν την από 8-3-2003 αγωγή της εγκαλούσας και των δύο θυγατέρων της κατά του ΝΠΔΔ Δήμου Αθηναίων, αναφορικά με απαίτηση αυτών εξ αδικοπραξίας και δέχεται εν μέρει την έφεση του Δήμου Αθηναίων, μεταρρυθμίζει εν μέρει την 11705/2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίζει την υποχρέωση του εκκαλούντος να καταβάλει στις εφεσίβλητες -ενάγουσες το ποσό των 320.702 ευρώ, παραπλανώντας έτσι την εγκαλούσα σχετικά με το γεγονός ότι η ανωτέρω απόφαση ήταν έγκυρη και ισχυρή και ότι η τελευταία είχε ενεργή απαίτηση σε βάρος του Δήμου Αθηναίων. Συγχρόνως ο κατηγορούμενος κατάρτισε εξ υπαρχής και έκανε χρήση επιδίδοντάς τα στην εγκαλούσα, τα υπ’ αριθμ. .../3-3-2008 γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, θέτοντας στο τέλος αυτών κατ’ απομίμηση και άνευ οιουδήποτε δικαιώματος ή συναινέσεως την υπογραφή του Τμηματάρχη του Ταμείου Γ. Φ., παραπλανώντας έτσι την εγκαλούσα σχετικά με το γεγονός ότι αυτή δικαιούταν να λάβει από το Δήμο Αθηναίων τα αναγραφόμενα σε αυτά ποσά, τα οποία μάλιστα είχαν παρακατατεθεί νομίμως. Όπως και ο πρώτος εγκαλών, έτσι και η εγκαλούσα, πιστεύοντας ότι τα πλαστά αυτά απόφαση και έγγραφα που της έδωσε ο κατηγορούμενος είναι έγκυρα και ισχυρά και παράγουν τα παρεχόμενα με αυτά δικαιώματα, προχώρησε στη διεκδίκηση αυτών, οπότε στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών διαπιστώθηκε από τη Διοίκηση του Εφετείου η πλαστότητα τούτων.

Από τα ως άνω περιστατικά που αποδείχτηκαν, προκύπτει πλήρως η τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας κατ7 εξακολούθηση από τον κατηγορούμενο, για την οποία κατηγορείται, ήτοι αντικειμενικώς, η απαρχής κατάρτιση των επίμαχων εγγράφων από τον ίδιο, ο οποίος τα εμφανίζει ότι καταρτίστηκαν από τρίτους, υποκειμενικώς δε ο δόλος του, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και ο σκοπός του να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών εγγράφων τους πελάτες του -εγκαλούντες ότι εκτέλεσε την εντολή που του έδωσαν επ’ αμοιβή και απέκτησαν τις αναφερόμενες στα πλαστά έγγραφα έννομες απαιτήσεις. Τα πλαστά δε αυτά έγγραφα ήταν πρόσφορα αντικειμενικά να παραπλανήσουν τους εγκαλούντες, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, αφού έφεραν όλα τα στοιχεία των γνησίων ομοίων εγγράφων και επρόκειτο για αποφάσεις καλά καταρτισμένες.

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι σκοπός του δεν ήταν να δημιουργήσει πλάνη στους εγκαλούντες προς επιδίωξη εννόμων συνεπειών, αλλά απέβλεψε αποκλειστικά και μόνο στον εφησυχασμό τους και στην τόνωση του ηθικού τους, λόγω της συγγένειας και φιλίας που είχαν (με αυτόν) ουδόλως αποδεικνύεται, αφού οι μεν εγκαλούντες δεν ήταν άτομα με οικονομική άνεση ώστε να τον πληρώνουν χάριν τονώσεως του ηθικού τους, ο δε κατηγορούμενος είχε λάβει την αμοιβή του και όφειλε ή να την επιστρέψει ή τουλάχιστον να μην αιτείται τις εκάστοτε δόσεις, άλλως να εκτελέσει τη νομική εντολή και πρωτίστως να καταθέσει τις αγωγές, ϊο ότι στο τέλος ο κατηγορούμενος ικανοποίησε τους εγκαλούντες δεν έγινε από δικό του ανιδιοτελή αυθορμητισμό και φιλικά αισθήματα προς τους εγκαλούντες, αλλά μετά την αποκάλυψη των πλαστογραφιών, προκειμένου να τύχει του ευεργετήματος του άρθρου 406α ΠΚ, οπότε και αθωώθηκε πρωτοδίκως της αποδιδόμενης απάτης. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι επίμαχες πλαστογραφίες προς την δεύτερη εγκαλούσα ουδεμία έννομη συνέπεια θα μπορούσαν να έχουν εφόσον επρόκειτο για παραγεγραμμένη υπόθεση, ουδόλως αίρει το γεγονός της παραπλάνησης αυτής (εγκαλούσας) και το δόλο του κατηγορουμένου, αφού ο κατηγορούμενος ούτε της το είχε πει, ούτε αρνήθηκε την έμμισθη εντολή για την προάσπιση των εννόμων συμφερόντων της. Ουδεμία δε επιρροή, για την στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος ασκεί το ότι, όπως διατείνεται ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια άσκησε αγωγή του I. Ζ. κατά της ΕΥΔΑΠ. Τέλος απορριπτέα είναι και η ένσταση του κατηγορουμένου περί παραγραφής των πλαστογραφιών του, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες πλαστογραφίες και χρήσεις έγιναν στο χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2007 -Μαρτίου 2008, όπως ισχυρίζεται. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, τις πλαστογραφίες αυτές τέλεσε τον Σεπτέμβριο 2008 μη εξακριβωθείσης επακριβώς της ημερομηνίας, όταν εξαναγκάστηκε προς τούτο μετά τις μεγάλες πιέσεις που δέχτηκε τότε από τους εγκαλούντες να δουν τις αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου που τους έλεγε ότι είχαν εκδοθεί, οπότε και τις κατάρτισε και εμφάνισε σε αυτούς. Τούτο προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό και με το χρόνο των μετέπειτα ενεργειών. Άλλωστε, το αντίθετο οδηγεί στο παράλογο ότι, ενώ οι εγκαλούντες επιζητούσαν σφόδρα τις αποφάσεις αυτές για να ικανοποιηθούν, εντούτοις, αφού τις απέκτησαν παρέμειναν αδρανείς για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Εξάλλου, τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο ήταν αρκετά για να σχηματισθεί σ’ αυτό πλήρης δικανική πεποίθηση επί της κατά τα άνω ενοχής του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία η αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθει για να καταθέσει ο μάρτυρας κατηγορίας Ι. Ζ., όπως αιτείται ο κατηγορούμενος, καθόσον η κατάθεση αυτού δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερο ασφαλή συμπεράσματα. Επομένως και το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθούν, το αίτημα αναβολής, η ένσταση παραγραφής και οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και να κηρυχθεί αυτός ένοχος της αποδιδόμενης πλαστογραφίας κατ’ εξακολούθηση, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αφορά την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, παρ. 1, 98 και 216 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες, ούτε εκθέτει, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας η πληττόμενη απόφαση περιέλαβε σκέψεις και για τις έννομες συνέπειες του γεγονότος της παραπλάνησης των παθόντων και του σκοπού του κατηγορουμένου να παραπλανήσει τους εγκαλούντες ότι εκτέλεσε τις εντολές που του έδωσαν επ’ αμοιβή και απέκτησαν τις αναφερόμενες στα πλαστά έγγραφα απαιτήσεις. ‘ Όμως, η από τον κατηγορούμενο άρνηση του εν λόγω σκοπού, συνιστάμενη στο ότι τα καταρτισθέντα πλαστά έγγραφα μόνο επιδείχθηκαν - παραδόθηκαν στους παθόντες προς εφησυχασμό και ευχαρίστησή τους, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά άρνηση της κατηγορίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως κατά τη δεύτερη αιτίασή του, ότι δεν αιτιολογούνται ειδικώς και εμπεριστατωμένως οι έννομες συνέπειες που επιδίωξε ο κατηγορούμενος με τις πράξεις του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με το τρίτο μέρος του ίδιον λόγον ο αναιρεσείων πλήττει την ως άνω απόφαση, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, με αόριστη και ασαφή αιτιολογία, απέρριψε την προβληθείσα από αυτόν με αυτοτελή ισχυρισμό ένσταση της παραγραφής, καθόσον δεν προσδιορίζεται πότε τελέστηκε κάθε μετέπειτα ενέργεια, ενώ δεν εκτίθενται περιστατικά που να στοιχειοθετούν την αναστολή της παραγραφής κατ’ άρθρο 113 ΠΚ. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά την άνω αιτίασή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι αιτιολογείται πλήρως στην απόφαση πως το Δικαστήριο προσδιόρισε το χρόνο τελέσεως των πράξεών του τον Σεπτέμβριο του 2008 και τούτο σε συνδυασμό με τις μετέπειτα ενέργειες των παθόντων που συνίστανται, κατά το σκεπτικό της, στη διεκδίκηση των αναφερομένων στις πλαστές αποφάσεις ποσών, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση περιστατικών για την αναστολή της παραγραφής, αφού αυτή δεν αμφισβητήθηκε.

Η διαλαμβανόμενη στον ίδιο ως άνω (δεύτερο) λόγο αιτίαση περί μη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και της μη αναφοράς των εννόμων συνεπειών που μπορούσε να έχει, είναι, για την ταυτότητα του νομικού λόγου που προαναφέρθηκε (β’ αιτίαση), αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την, κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, δικανική του πεποίθηση. Εξ ‘ αλλου η ειδική, κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. ‘ Ετσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι αποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (υπ’ αριθμ. 3174/2015 του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών) πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου Π. Π. δήλωση κατά λέξη: "ότι θεωρεί αναγκαία την παρουσία του απόντα μάρτυρα κατηγορία Ι. Ζ. - Ζ. και ως εκ τούτου ζήτησε την αναβολή της επιδικάσεως της υποθέσεως". Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα του κατηγορουμένου ως αβάσιμο με την παρατεθείσα ως άνω αιτιολογία: "Εξ’ άλλου, τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο ήταν αρκετά για να σχηματισθεί σ’ αυτό πλήρης δικανική πεποίθηση επί της κατά τα άνω ενοχής του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία η αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθει για να καταθέσει ο μάρτυρας κατηγορίας Ι. Ζ., όπως αιτείται ο κατηγορούμενος, καθόσον η κατάθεση αυτού δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε περισσότερο ασφαλή συμπεράσματα. Επομένως και το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου είναι απορριπτέο ως αβάσιμο". Σημειώνεται ότι ως προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αναγράφονται στη σελίδα 29 των πρακτικών η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, η απολογία του κατηγορουμένου και η εν γένει συζήτηση της υποθέσεως. ‘ Οπως όμως υποβλήθηκε το ως άνω αίτημα ήταν εντελώς αόριστο γιατί: α) δεν προσδιορίζεται γιατί ήταν αναγκαία η παρουσία του ως άνω μάρτυρος, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 6269/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, αυτός είχε εξετασθεί πρωτοδίκως και τα πρακτικά της εκκαλουμένης αυτής αποφάσεως αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και β) επί ποιού ακριβώς ζητήματος έπρεπε να καταθέσει ο εν λόγω μάρτυρας. Παρά ταύτα ως εκ περισσού το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε αιτιολογημένα το ως άνω αίτημα, γι’ αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος κατά την πρώτη αιτίασή του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το αρ. 6 παρ. 3 εδ. δ’ της ΕΣΔΑ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, μετά την απαγγελία της περί ενοχής του αποφάσεως του Δικαστηρίου, κατέθεσε εγγράφως, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του, αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 2 περ. α και δ του ΠΚ, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης και έχουν κατά λέξη ως εξής: ΕΓΓΡΑΦΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ (κατ’ άρθρο 141 παρ. 2 Κ.Π.Δ) Ο κατηγορούμενος δικάζεται ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση .

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 6269/2013 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, η οποία ανεστάλη επί τριετία.

1.ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ α/. Εφαρμογή άρθρον 84 παρ. 2α ΠΚ To ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α’ ΠΚ), καθότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων διήγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο. Ουδέποτε είχε απασχολήσει προηγουμένως τις Αρχές, ζούσε αρμονικά, εργαζόμενος σκληρά, έχει δε λευκό ποινικό μητρώο, όπως άλλωστε προκύπτει από το συνημμένο στη δικογραφία δελτίο ποινικού μητρώου . Ήταν αγαπητός στον εργασιακό και κοινωνικό του περίγυρο.

Εξάλλου και στη νομολογία, για την αναγνώριση του ανωτέρου ελαφρυντικού, απαιτείται θετική συμπεριφορά, λ.χ κοινωνική και επαγγελματική δράση (βλ. ΑΠ 649 ΠΧ ΜΗ 155), η δε άοκνη και ανελλιπής εργασία του συντείνει προς αυτή τη συμπεριφορά. Ειδικότερα ως προς την εργασία:

Εργάζεται ως δικηγόρος και από την εργασία του, αποκέρδαινε εισοδήματα, τα οποία του επέτρεπαν να ζει απολύτως αξιοπρεπώς, χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνει σε δραστηριότητες με παραβατικό χαρακτήρα.

Ως προς την οικογένεια: Έζησε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, με το οποίο τον συνέδεαν και εξακολουθούν να τον συνδέουν στενότατοι ο εσμοί αγάπης, σεβασμού εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης.

Ζούσε και διήγε μια απολύτως λιτή και ήσυχη οικογενειακή ζωή.

Ως προς τη συμπεριφορά:

Πάντοτε είχε κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες προέκυπταν από την επαγγελματική του απασχόληση και στον κοινωνικό του περίγυρο όπου ζούσε πριν από τη σύλληψη του, έχαιρε σεβασμού, εκτίμησης και αγάπης από το σύνολο των κατοίκων της περιοχής του.

Ως προς τον σεβασμό στην έννομη τάξη:

Στη δικογραφία περιέχεται το Ποινικό του Μητρώο, το οποίο είναι λευκό. Αυτό σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω αναπτύσσονται, αποδεικνύει, ότι μέχρι τη σύλληψη του , η συμπεριφορά του ήταν απολύτως προσαρμοσμένη στα κρατούντα κοινωνικά στερεότυπα και δεν απασχόλησε ποτέ τις αρχές σε κανένα επίπεδο, για οποιαδήποτε μορφής παραβατική συμπεριφορά, αντίθετα υπήρξε πάντοτε άψογος και συνεπέστατος στο σύνολο των υποχρεώσεων του έναντι της Πολιτείας.

Α/. Εφαρμογή κατ’ άρθρο 84 παρ. 2 εδαφ. Δ ‘ ΠΚ Επειδή η έμπρακτη μετάνοια του κατηγορούμενου δεν είναι προσποιητή και υποκριτική, αλλά πηγάζει από εσωτερική βούληση του και όχι από την επιθυμία του να του αναγνωριστεί το συγκεκριμένο ελαφρυντικό.

Η έμπρακτη δε μετάνοια του υποδηλώνεται στην αυθόρμητη μεταβολή του ψυχισμού του, είναι αυθόρμητη και εκούσια και δεν πηγάζει από αίτια εξωτερικά της βούλησης του.

Συγκεκριμένα, ευθύς εξ αρχής αποδέχτηκε την παράνομη συμπεριφορά του και προσπάθησε να άρει τις συνέπειες της παράνομης συμπεριφοράς του, αποζημιώνοντας και ικανοποιώντας πλήρως τους παθόντος, ως άλλωστε προκύπτει και από την δήλωση τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι έχουν ικανοποιηθεί πλήρως.

Αθήνα, 30/11/2015 Η Πληρεξούσια Δικηγόρος Το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς με την εξής αιτιολογία: "Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, β) ... γ) ... δ) το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Ως προς την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του εδαφίου α’ , δεν αρκεί μόνο το λευκό ποινικό μητρώο του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, αλλά ούτε είναι αρκετή και η απουσία επί μεμπτής δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως ή η μέχρι τότε συνήθως ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, ήτοι πρέπει ο έντιμος βίος του υπαιτίου να εκδηλώνεται με θετική συμπεριφορά, η οποία να ανάγεται σε όλες τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή μορφές που πρέπει να προβάλλεται και να αποδεικνύεται (ΑΠ. 635/2015, ΑΠ. 979/2014, ΑΠ. 986/2012).

Εν προκειμένω, πέρα του ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει λευκό ποινικό μητρώο, τα ως άνω επικληθέντα περιστατικά δεν συνιστούν θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του κατηγορουμένου σε όλους τους αναφερόμενους στο άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ τομείς και επομένως το αίτημά του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ πρέπει να απορριφθεί. Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ, καλή συμπεριφορά δεν εννοείται η παθητική καλή διαγωγή ή μόνο η απουσία παραβατικότητας, αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού ενώ συντρέχει στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος, πραγματικά μεταστράφηκε ηθικώς και ψυχικώς, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξης του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά (Α.Π. 635/2015, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 919/2014, ΑΠ 608/2013, ΑΠ 464/2013). Τοιαύτη συμπεριφορά, κατά την έννοια των προδιαληφθεισών διατάξεων και αιτιολογιών, δεν στοιχειοθετεί η εκτιθέμενη υπό του κατηγορουμένου συμπεριφορά, ότι από της τελέσεως των εν λόγω πράξεών του δεν έχει επιδείξει πταισματική συμπεριφορά και επομένως το αίτημά του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, η αναγνώριση των ελαφρυντικών του εδαφίου δ’ του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, της ειλικρινούς μετάνοιας, αναφέρεται στη μετά από την τέλεση της εγκληματικής πράξης διαγωγή του δράστη αυτής, η μετάνοια δε του υπαιτίου, πρέπει, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει τις συνέπειες της πράξης του (ΑΠ 187/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος μετανόησε και μάλιστα ειλικρινά, αφού εξακολουθεί να αρνείται την κατηγορία προβάλλοντας αντίθετους αλλά αβάσιμους δικονομικούς και ουσιαστικούς ισχυρισμούς. Επίσης δεν ζήτησε συγγνώμη από τους εγκαλούντες παρά τη μεγάλη ζημία που τους προξένησε, το γεγονός δε ότι στο τέλος ικανοποίησε τους εγκαλούντες δεν έγινε από μεταμέλεια, αλλά μετά την αποκάλυψη των πλαστογραφιών, προκειμένου να τύχει του ευεργετήματος του άρθρου 406 Α ΠΚ, οπότε και αθωώθηκε πρωτοδίκως της αποδιδόμενης απάτης. Επομένως, με επαρκή και ειδική αιτιολογία απορρίφθηκαν οι προβληθέντες ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και δ ΠΚ. Η αιτίαση, ότι η διάταξη του άρθρου 406 Α’ του ΠΚ, σύμφωνα με την οποία το αξιόποινο των εγκλημάτων των άρθρων 386 έως 406 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξετασθεί με οποιοδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, ικανοποιήσει πλήρως τον ζημιωθέντα, την οποία εφάρμοσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, έρχεται σε αντίθεση με την απόρριψη, για τον ίδιο λόγο της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι η παραδοχή της μετά την πράξη ικανοποιήσεως των παθόντων (η οποία άλλωστε αναφέρεται στις πράξεις των άρθρων 386-406 ΠΚ και όχι στην προκείμενη του άρθρου 216 ΠΚ), δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ άλλου στην παραδοχή και του ελαφρυντικού του άρθρου 54 2 δ ΠΚ, όπως τούτο πλήρως αιτιολογείται και στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 139 ΚΠΔ και 20 του Συντάγματος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των προαναφερομένων αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη από 15-2-2016 αίτηση - δήλωση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3174/2015 αποφάσεως του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-2-2016 δήλωση του αναιρεσείοντος Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3174/2015 αποφάσεως του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Σεπτεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ