1353/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1353 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1353/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη κα...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1353 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1353/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καυκούλα.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πελέκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2007 του Εφετείου Αιγαίου που στη συνέχεια διορθώθηκε με την 38/2008 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-3-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 8-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή, για τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 105/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1041 του Α.Κ. προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος που είχε υποβληθεί σε μεταγραφή και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος. Εξάλλου, κατά το αρθρ. 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς η αντιφατικως τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο, αναφορικως με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος,
δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ "αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Αθανασίου Καραθανάση, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων Χ και οι συγκληρονόμοι αδελφοί του Α1, Α2 και Α3 προέβησαν σε διανομή της πατρομητρικής κληρονομιαίας περιουσίας τους. Μεταξύ των κληρονομιαίων αντικειμένων περιλαμβανόταν και ένας αγρός, εκτάσεως 25 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της αγροτικής περιοχής ..., οποίος διαχωρίζεται με δρόμο σε δύο τμήματα και συνορεύει με ιδιοκτησίες Α4, διερχόμενο παλαιό κοινοτικό δρόμο και με τα δημόσια γκρεμνά της θάλασσας. Με τη διανομή αυτή οι πιο πάνω συγκληρονόμοι διαίρεσαν τη συνολική έκταση του επικοίνου αγρού σε οκτώ τμήματα, από τα οποία ο ενάγων έλαβε τα υπό στοιχεία "ένα (1)" και "έξι (6)". Ειδικότερα το υπό στοιχείο "έξι (6)" ακίνητο, που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, έχει έκταση ενός και ημισεος στρέμματος και κατά νεότερη καταμέτρηση του 666 τ.μ. και συνορεύει βορειοδυτικά με το νέο διερχόμενο δρόμο, βορειοανατολικά με το υπ' αριθμ. "πέντε (5)" τμήμα, που περιήλθε στη συγκληρονόμο Α3, νοτιοανατολικά με τον υπάρχοντα γκρεμνό της θάλασσας και νοτιοδυτικά με το υπ' αριθμ. "επτά (7)" τμήμα, που περιήλθε στο συγκληρονόμο Α1. Μετά τη γενόμενη διανομή, ο Α1 νεμόταν και κατείχε το παραπάνω υπό στοιχείο "έξη (6)" τμήμα του, που του έλαχε από τη διανομή, ενεργώντας σ' αυτό με διάνοια κυρίου όλες τις κατ "ιδίαν πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στο σκοπό του και σε συνάφεια με το πιο πάνω διανεμητήριο, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα. Συγκεκριμένα το επισκεπτόταν κατά διαστήματα, το επέβλεπε και το καλλιεργούσε. Κατά το έτος 1988 ο εναγόμενος ενδιαφέρθηκε να αγοράσει ένα μικρό τμήμα από το ανωτέρω υπό στοιχείο "έξη (6)" ακίνητο και ως εκ τούτου απευθύνθηκε στον Α1, αφού, μετά τη γενόμενη διανομή, όλοι γνώριζαν ότι αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης του, ο οποίος μάλιστα συμφώνησε με τον εναγόμενο και έλαβε κατ' αρχή από αυτόν, ως προκαταβολή του τιμήματος, το ποσό των 50.000 δραχμών. Επακολούθησε μεταξύ αυτών η κατάρτιση του υπ1 αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου ο Α1 πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον εναγόμενο έκταση 48 τ.μ. (4μ.Χ 12μ.), την οποία ο τελευταίος ήθελε για τη δημιουργία χώρου τοποθέτησης της βάρκας του, αντί τιμήματος 80.000 δραχμών. Η πωληθείσα έκταση συνορεύει βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία του πωλητή, νότια με παραλία, ανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντος και δυτικά με τάφρους του πωλητή. Το εν λόγω πωλητήριο συμβόλαιο συνοδεύθηκε από το από 27.9.1985 σκαρίφημα, στο οποίο εμφαίνεται, τόσο η κατάτμηση του αρχικού επικοίνου ακινήτου, όσο και το αντίστοιχο τμήμα που έλαβε καθένας από τους συγκοινωνούς. Μετά ταύτα ο εναγόμενος συνέχισε να νέμεται και να κατέχει το επίδικο ακίνητο, προβαίνοντας σ' αυτό σε όλες εκείνες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στο σκοπό του και βέβαια σε συνάφεια με τον πιο πάνω τίτλο κτήσης του. Ειδικότερα το επέβλεπε, το οριοθέτησε και προέβη στη διάνοιξη στοάς με μπετόν και κολώνες, λαμβάνοντας προς τούτο σχετική άδεια, στην πρόσοψη της οποίας τοποθέτησε πόρτα, όπως ακριβώς απεικονίζεται στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτόν φωτογραφίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, ο ενάγων άρχισε μετά παρέλευση ετών να αμφισβητεί την κυριότητα του εναγομένου, εναντίον του οποίου και άσκησε αρχικά την από 29-6-1994 αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την 139/1997, αμετάκλητη ήδη, απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, στη συνέχεια δε άσκησε την ένδικη, από 8-8-2000, δεύτερη αγωγή του, διεκδικώντας το επίδικο ακίνητο. Εκθέτει δε στην αγωγή του, ότι ο πωλητής, αδελφός του, Α1, ουδέποτε υπήρξε κύριος του υπ' αριθμ. "έξι (6)" τμήματος, από το οποίο πωλήθηκε η επίδικη εδαφική λωρίδα στον εναγόμενο και ότι η κυριότητα τούτου ανήκει σ' αυτόν. Στηρίζει δε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του σε μία διπλοκτυπημένη με τη γραφομηχανή λέξη με την ένδειξη "έξη" πάνω στη λέξη "πέντε (5)" στο διανεμητηριο συμβόλαιο, που είναι το ακίνητο που λαμβάνει αυτός. Από το κείμενο του εν λόγω διανεμητηρίου συμβολαίου σαφώς και αναμφιβόλως προκύπτει, ότι ο Α1 λαμβάνει τα υπό στοιχεία "δύο(2)" και "έξι(6)" τμήματα της επίκοινης έκτασης και από το τελευταίο πώλησε στη συνέχεια το επίδικο τμήμα στον εναγόμενο. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το παραπάνω σκαρίφημα, σύμφωνα με το οποίο το υπ' αριθμ. "έξι(6)" ακίνητο συνορεύει βορειοδυτικά με διερχόμενο δρόμο, βορειοανατολικά με το υπ' αριθμ. "πέντε (5)" ακίνητο, νοτιοανατολικά με τα γκρεμνά και νοτιοδυτικά με το υπ' αριθμ. "επτά (7)" τμήμα. Άλλωστε οποιεσδήποτε παραλείψεις ή λάθη στο διανεμητηριο συμβόλαιο, που να έχουν σχέση με τη μερίδα της συγκοινωνού αδελφής τους Α3, δεν ασκούν καμία επιρροή στην ένδικη υπόθεση, δοθέντος ότι δεν αλλοιώνουν τη νομική κατάσταση της περιέλευσης του υπό στοιχείου "έξι(6)" τμήματος στον ως άνω πωλητή Α1, αφού τούτο συμπίπτει απολύτως και με το συνημμένο σ'αυτό σκαρίφημα. Για όλα τα παραπάνω αρκούντως πειστική είναι και η κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, η οποία περιέχεται στα υπ'αριθμ. 4/1995 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Η κατάθεση δε αυτή ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα γιου του ενάγοντος, ο οποίος αναφέρει ότι η περιγραφή που γίνεται στο συμβόλαιο της διανομής για το υπ' αριθμ. "έξι(6)" ακίνητο είναι σωστή. Με τα δεδομένα αυτά, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέστη κύριος της επίδικης λωρίδας τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, αφού και χωρίς την προσμέτρηση του χρόνου νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου του, νέμεται και κατέχει το επίδικο με καλή πίστη και σε συνάφεια με τον παραπάνω τίτλο του πέραν της δεκαετίας". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου και ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση αυτού και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, η οποία στηριζόταν σε παράγωγο τρόπο κτήσης από αυτόν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των αναγκαίων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1041 του Α.Κ, προϋποθέσεων για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο εναγόμενο τόσο με τον παράγωγο τρόπο της σύμβασης αγοράς, όσο και πρωτοτύπως με τακτική χρησικτησία. Ειδικότερα το Εφετείο α) δέχεται ότι με βάση τη διανομή του αρχικού αγρού, εκτάσεως 25 στρεμμάτων, στην οποία προέβησαν οι αναφερόμενοι συγκληρονόμοι αδελφοί με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θήρας Αθανασίου Καραθανάση, ο ήδη αναιρεσείων ενάγων έλαβε στην κυριότητα του το με στοιχείο "ένα(Ι)" τεμάχιο και το με στοιχείο "έξι(6)" τεμάχιο, εκτάσεως ενός και ημίσεος στρέμματος και κατά νεότερη καταμέτρηση του 666 τ.μ, και παράλληλα δέχεται ότι το ίδιο με οτοιχείο"έξι(6)" τεμάχιο περιήλθε κατά κυριότητα και νομή, με βάση την ίδια διανομή, στον άμεσο δικαιοπάροχο του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου Α1 και ότι ο τελευταίος, στη συνέχεια, πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο από το τεμάχιο αυτό, ένα διαιρετό τμήμα, εμβαδού 48 τ.μ., που είναι το επίδικο ακίνητο, β) δέχεται ότι το πιο πάνω με στοιχ. "έξι (6)" τεμάχιο συνορεύει νοτιοδυτικά με το με αριθμό "επτά (7)" τεμάχιο και ότι το τελευταίο περιήλθε με την ανωτέρω διανομή στο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου Α1, και παράλληλα ότι, όπως προκύπτει από με το περιεχόμενο του προδιαληφθένος διανεμητηρίου συμβολαίου, ο Α1 έλαβε από τη διανομή τα με στοιχεία "δύο(2)" και "έξι(6)" τεμάχια του διανεμηθέντος επικοίνου ακινήτου και όχι το με στοιχ. "επτά (7)" τεμάχιο, γ) δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος εναγόμενος νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 48 τ.μ., με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και σε συνάφεια με το υπ' αριθμ.... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης του, επί μία τουλάχιστον δεκαετία από το έτος 1988, χωρίς, ωστόσο, να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση αν το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται ως προς τη θέση και τα όρια με εκείνο που περιγράφεται στο υπ' αριθμ. .... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης του αναιρεσιβλήτου. Ενόψει τούτων, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλει ο αναιρεσείων τις από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αυτής ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 105/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ