1353/2009 · 1353/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 1353 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1353/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και ...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 1353/2009
Απόφαση 1353 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1353/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευάγγελο Γεωργόπουλο και Θεμιστοκλή Μερσίνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 686/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2514/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 27-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά το β' σκέλος του και την απόρριψη του λόγου αυτού κατά το α' σκέλος του καθώς και των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασή του υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή, όπως με την υπαγωγή sε συγκεκριμένο, μη εφαρμοστέο, όμως, κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη των αρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ενώ το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου: (Α) Κατά το άρθρο 6§2 ν.3198/1955 κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ή το βδ της 16/18.7.1920 αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Περαιτέρω κατά το εδ. α' του αρ. 8 του ιδίου ως άνω νόμου μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, αν συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, κατά την έννοια του αρ. 6§1 ν.2112/1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, σε περίπτωση έλλειψης αυτού, το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με την συγκατάθεση του εργοδότη δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το ν.2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου. Σύμβαση εργασίας διεπόμενη από κανονισμό που προβλέπει την αποχώρηση του εργαζομένου με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας είναι καταρχήν σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν όμως με τον κανονισμό έχουν προβλεφθεί παράλληλα και περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση και εάν αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Προϋπόθεση επίσης για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης αποτελεί και η συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού, η οποία πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί στην τελευταία περίπτωση να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να παρασχεθεί εκ των προτέρων ή να συναχθεί από τον κανονισμό, με τον οποίο παραχωρείται στον μισθωτό δικαίωμα παραίτησης σε οποιονδήποτε χρόνο χωρίς να προβλέπεται ότι ο εργοδότης μπορεί να εναντιωθεί ή ν' αποδεχθεί μόνο με την τήρηση ορισμένης διαδικασίας την παραίτηση του υπαλλήλου από την εργασία του, αφού με την ρύθμιση αυτή δεσμεύεται ο εργοδότης να δέχεται την παραίτηση του υπαλλήλου και συνεπώς να παρέχει την συγκατάθεσή του σ' αυτήν, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Κατά το β' εδάφιο του αυτού ως άνω άρθρου, όπως προστέθηκε με το αρ. 8§4 ν.3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το αρ. 5§1 ν. 435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση σύνταξης, αν συμπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη ν' αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν' αποχωρούν, είτε ν' απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικά το 50% της αποζημίωσης που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη. Για την κατά τ' ανωτέρω χορηγουμένη αποζημίωση στους αποχωρούντες ή απομακρυνομένους μισθωτούς εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955 καθώς και από τις διατάξεις του ν.2112/1920 κτλ εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση. Β) Ως προς το ανώτατο όριο της αποζημίωσης, με το αρ. 2 παρ.2 α.ν 173/1987 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζα κλπ, η από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλομένη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δρχ, το όριο δε αυτό αυξήθηκε με το αρ. 1 ν.δ 207/1974 σε 600.000 δρχ. με το αρ. 24 ν.1082/1980 σε 1.000.000 δρχ, με το αρ. 24 ν.1545/1985 σε 1.150.000 δρχ και με το αρ. 33 ν. 1876/1990 σε 1.500.000 δρχ. Περαιτέρω από τις διατάξεις του αρ. 103§§7 και 8 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα της Ελλάδος, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των αρ. 9§1 ν. 1232/1982, 1§6ε ν. 1256/1982 και 51ν. 1892/1990, δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολό της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά τον κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση χρόνο, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου (αρ. 1§1 και 8§4 του καταστατικού της τράπεζας αυτής που κυρώθηκε με το ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου). Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα αρ. 2§1 εδ. α' έως ζ' και 4§1 του καταστατικού αυτής αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που τις έχουν παραχωρηθεί από την σύστασή της και μεταγενέστερα και ειδικότερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχείρισης του εξωτερικού συναλλάγματος, η ως άνω Τράπεζα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού προσώπου ιδιωτικού μεν δικαίου ως προς την άσκηση απ' αυτήν των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς την διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.
Συνεπώς, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των αρ. 8 εδ. α' ν.3198/1955 και 5§1 ν. 435/1976 (και αντικατέστησε ως άνω το εδ. β' του αυτού άρθρου 8) αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των αρ. 2 παρ.2 και 3 αν. 173/1967 και 1§§1 και 2ν.δ 618/1974, όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 1/2006). (Γ) Από τις διατάξεις των αρ. 297, 298, 330 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης για αποζημίωση είναι (α) η ύπαρξη ζημίας (β) πρόκληση της ζημίας με παράνομη συμπεριφορά του δράστη με την μορφή της πράξης ή παράληψης γ) υπαιτιότητα του δράστη (δόλος ή αμέλεια) και (δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή διαφοράς οφειλόμενης αποζημίωσης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 2514/2008 απόφασή του, ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη την 11-9-1972 ως υπάλληλός της, εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη και αποχώρησε από την εναγόμενη ύστερ' από την υποβολή σ' αυτόν της από 23-2-2001 αίτησής του, η οποία έγινε δεκτή με την 182/2001 πράξη του Διοικητή της σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 16 και 18 του έχοντος συμβατική ισχύ κανονισμού της, διαγραφείς από την δύναμη του προσωπικού της από 23.4.2001, ότι ειδικότερα κατ' αρ. 18 του κανονισμού της τράπεζας, στις διατάξεις του οποίου προσεχώρησε ο ενάγων, ορίζεται "1.Ο υπάλληλος δικαιούται εις παραίτησιν, χωρίς να εκθέσει τους λόγους αυτής. 2. Η παραίτησις υποβάλλεται εγγράφως, μόνον δε δια της αποδοχής της λύεται η υπαλληλική σχέσις 3. Η αποδοχή της παραιτήσεως είναι υποχρεωτική εντός μηνός από την υποβολή της. Εντός της προθεσμίας ταύτης δύναται ο Διοικητής να δηλώσει ότι αναβάλλει την αποδοχή της παραίτησης ... 4. Η παραίτησις λογίζεται ως αυτοδικαίως γενομένη δεκτή, εάν παρέλθει η εν παραγράφω 3 του παρόντος άρθρου προθεσμία και δεν γίνει δήλωσις περί της αποδοχής της. 5 Επιτρέπεται έγγραφος ανάκλησις της παραιτήσεως προ της αποδοχής της", ότι με την αποδοχή της αίτησης παραίτησης του ενάγοντος από το Διοικητή της εναγομένης ως αρμόδιο όργανό της η σύμβαση εργασίας του κατέστη εξαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με την συγκατάθεση της εναγομένης που αποδέχθηκε την παραίτησή του, ρητά προβλεπομένη από το αρ. 18 περ.1 του κανονισμού της, ότι ο ενάγων δικαιούται την προβλεπομένη από τα αρ. 8 εδ. α' ν.3198/1955 και 5§1 ν.435/1976 αποζημίωση, ότι ειδικότερα ο ενάγων, επικουρικά ασφαλισμένος, με βάση τα έτη υπηρεσίας του και τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου πριν από την αποχώρησή του μήνα, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση εκτιθέμενα, έπρεπε να λάβει κατά την παραίτησή του από την υπηρεσία το 40% της πλήρους αποζημίωσης και δη το ποσό των 24.024,27 ευρώ, ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα την αποζημίωση του αρ. 8 εδ. α'ν.3198/1955 περιορισμένη με βάση τις διατάξεις των αρ. 2§2 και 3 αν 173/1967 και αρ.1§§ και 2 ν.δ 618/1970, δηλ. ποσό 4.402,06 ευρώ, ότι η αποζημίωση αυτή δεν ήταν νόμιμη, αφού η εναγομένη Τράπεζα δεν υπάγεται στον ευρύτερο Δημόσιο τομέα και συνεπώς ως προς αυτήν δεν ίσχυε ο περιορισμός της αποζημίωσης, ότι ο ενάγων δικαιούται τη διαφορά μεταξύ της καταβλητέας και καταβληθείσης αποζημίωσης ανερχομένη στο ποσό των 19.622,22 ευρώ, ότι η αξίωση αυτή του ενάγοντος πηγάζει από αδικοπραξία κατ' αρ. 914 ΑΚ των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης από την οποία επήλθε ζημία, τελεσθείσα την 27.4.2001, όταν καταβλήθηκε η μειωμένη αποζημίωση και ότι ως τοιαύτη υπόκειται στη μη ερευνημένη αυτεπαγγέλτως και μη προταθείσα από την εναγομένη πενταετή παραγραφή του αρ. 937 ΑΚ, τέλος δε ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν ισχύει η κατ' αρ. 6§2 ν. 3198/1955 αποσβεστική προθεσμία για την επιδίωξη εκ μέρους του ενάγοντος της διαφοράς της αποζημίωσης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και επικύρωση της ομοίως αποφανθείσης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατέρριψε σχετικό λόγο έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: α) Εφόσον δέχθηκε, ότι η αξίωση του ενάγοντος και αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή της διαφοράς αποζημίωσης πηγάζει από αδικοπραξία της τελευταίας ερειδόμενη στο αρ. 914 ΑΚ ορθώς έκρινε ότι δεν ισχύει η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του αρ. 6§2 ν. 3198/1955, το οποίο δεν εφάρμοσε, αλλά η πενταετής παραγραφή του αρ. 937 ΑΚ και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το α' σκέλος του από τον αριθμ. 1 του αρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. β) Δεν διέλαβε, όμως αιτιολογίες ως προς την φύση της επίδικης αξίωσης ως αδικοπρακτικής, καθόσον ουδέν περιστατικό αδικοπρακτικής (υπαίτιας και παράνομης) συμπεριφοράς της εναγομένης διέλαβε που να δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων των αρ. 914 και 937 ΑΚ και αποκλεισμό του αρ. 6§2 ν.3198/1955 και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο αυτός πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος του από τον αριθμ. 19 του αρ. 559 ΚΠολΔ. Επομένως και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2514/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ