1353/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1353 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1353/2007
Legislator headnote
AI generated1353/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1353 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1353/2007
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1353 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1353/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS INTERNATIONAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας "ΑΣΠΙΣ Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης με απορρόφηση της εταιρίας "ABN AMRO ΑΕΔΑΚ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιμπανούλη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιοβάνογλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 61/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 99/2005 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Ιουλίου 2005 αίτησή της και τους από 26 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος, ανέγνωσε την από 15 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως και των προσθέτων λόγων της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 531 παρ. 1, 272 παρ.1 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τα οποία τα δύο πρώτα εφαρμόζονται στην εξεταζόμενη υπόθεση όπως ίσχυαν πριν το πρώτο καταργηθεί και το δεύτερο τροποποιηθεί με τα άρθρα, αντίστοιχα, 16 παρ.6 και 13 παρ. 1 του ν.2915/2001 (άρθρο 22 παρ. 2 του νόμου αυτού) προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ΄ ουσίαν και όχι κατά τύπους, γιατί παρότι που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης περί παραδοχής της. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνεται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (Ολ.ΑΠ 16/90). Επομένως, η κατατεθείσα στις 8.7.2005 ένδικη από 6.7.2005 αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 99/2005 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε έφεση τής εταιρίας "ΑΣΠΙΣ Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", (στη δικονομική θέση της οποίας, ως καθολική διάδοχός της, υπεισήλθε η ήδη αναιρεσείουσα εταιρία), λόγω ερημοδικίας της, κατά της 16/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κατ΄ αυτής από 16.7.1998 αγωγή αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, είναι παραδεκτή, αφού η απόφαση αυτή του Εφετείου επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 24.9.2005 και παρήλθε άπρακτη η 15νθήμερη προθεσμία για την άσκηση κατ΄ αυτής ανακοπής ερημοδικίας, ενώ αντιθέτως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πιο πάνω 61/2000 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι, κατά τα προεκτιθέμενα, απαράδεκτη.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, η επ΄ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμα και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υπάρχει όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε καθ΄ υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του προστηθέντος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του προστήσαντος, εφόσον όμως μεταξύ αυτής (ζημιογόνου πράξης) και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, υφίσταται εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η πράξη αυτή δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει. Η έννοια δε της προστήσεως είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο γενόμενα περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, ελέγχεται αναιρετικά και από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που περιέχονται στα άρθρα 914, 922 και 298 του ΑΚ. Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πρόστηση αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση από τον προστηθέντα της αδικοπραξίας είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Τέλος, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 1969/1991, για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτούνται, α) γραπτή αίτηση προς την Α.Ε. Διαχειρίσεως, β) αποδοχή του Κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και γ) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα της τιμής διαθέσεως των μεριδίων σε μετρητά ή κινητές αξίες, εφόσον η ΑΕ Διαχειρίσεως δεχθεί τις τελευταίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, η οποία, κατά τα προεκτιθέμενα, είναι ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα: Ο δεύτερος εναγόμενος ....., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη, από το έτος 1994 ήταν εξουσιοδοτημένος συνεργάτης τής "ΑΣΠΙΣ ΑΕΓΑ" στην ... και ανέπτυξε επαγγελματική δραστηριότητα ως ασφαλιστής. Μίσθωσε εκεί γραφείο και εγκατέστησε επιχείρηση ασφαλειών στην οδό ....
6. Κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του, ως παραγωγού ασφαλειών, τελούσε υπό τις οδηγίες και τις εντολές της πιο πάνω εταιρίας. Με την έγκριση της εν λόγω εταιρίας ο πιο πάνω εναγόμενος έξω από την κεντρική είσοδο των μισθωμένων από αυτόν γραφείων είχε αναρτήσει ενδεικτικές της δραστηριότητας που ασκούσε πινακίδες με το περιεχόμενο "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΟΜΙΛΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ....", εμφανιζόταν δε στις συναλλαγές ως διευθυντής του υποκαταστήματος. Στα εγκαίνια του γραφείου παραβρέθηκαν και στελέχη του Ομίλου "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", όπως οι ...., ..... και ...., οι οποίοι μίλησαν με θετικά λόγια για τον εναγόμενο, ενισχύοντας έτσι την πεποίθηση των τρίτων ότι όντως έχει την παραπάνω ιδιότητα, δεδομένου μάλιστα ότι το γραφείο αυτού ασχολούνταν αποκλειστικά με τις υποθέσεις του προαναφερθέντος Ομίλου. Από το έτος 1995 ο εναγόμενος άρχισε να συνεργάζεται και με την πρώτη εναγόμενη εταιρία (την οποία διαδέχτηκε η ήδη αναιρεσείουσα). Συγκεκριμένα, παράλληλα με τη δραστηριότητά του στον τομέα των ασφαλειών, ανέλαβε να διαθέτει μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων για λογαριασμό της, σύμφωνα με τις οδηγίες και τις υποδείξεις της, αμοιβόμενος για τις υπηρεσίες του με προμήθεια για κάθε διαμεσολάβησή του. Μάλιστα, ενεργώντας εντός των πλαισίων της επαγγελματικής του δραστηριότητας και εμφανιζόμενος στις συναλλαγές ως διευθυντής υποκαταστήματος .... του Ομίλου "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", προσέλαβε και τρίτα πρόσωπα, ως ασφαλιστικούς παραγωγούς. Τα πρόσωπα αυτά εκπαιδεύτηκαν από στελέχη του Ομίλου και συμμετείχαν σε σεμινάρια, που έλαβαν χώρα στα γραφεία του στην ...... Στη συνέχεια κατάρτισαν συμβάσεις με τις εταιρίες του Ομίλου, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγομένη, βάσει των οποίων αμείβονταν με προμήθεια για τις υπηρεσίες τους κατά τη μεσολάβηση στην πώληση των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου. Η αμοιβή αυτή καταβαλλόταν από τις εν λόγω εταιρίες με τραπεζική επιταγή. Σύμφωνα με τον Κανονισμό Αμοιβαίων Κεφαλαίων της "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", κάθε παραγωγός είχε την υποχρέωση να ενημερώνει τους υποψήφιους για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων επενδυτές, για τον τρόπο λειτουργίας αυτών, να τους βοηθά κατά τη συμπλήρωση κάθε αιτήσεως συμμετοχής, να παραλαμβάνει τις αιτήσεις και να τις διαβιβάζει στην πρώτη εναγομένη. Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), ο οποίος γνώριζε από παλιότερα τον εναγόμενο και είχε ήδη κάνει ασφάλεια ζωής και αυτοκινήτου με παραγωγό αυτόν, κατόπιν συζητήσεων πείσθηκε από τον τελευταίο, που ενεργούσε στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του, να προβεί στην επένδυση των χρημάτων του στα διαχειριζόμενα από την πρώτη εναγομένη αμοιβαία κεφάλαια. Έτσι στις 27.9.1995 ήλθε σε συνεννόηση με την παραγωγό Ζ1, η οποία, όπως και οι άλλοι παραγωγοί, είχε, κατόπιν επιλογής του δεύτερου εναγομένου, εκπαιδευθεί στα γραφεία του Ομίλου ως ασφαλιστική σύμβουλος - παραγωγός για τις δραστηριότητες αυτού και συμφώνησε για την τοποθέτηση ποσού 1.000.000 δρχ. και στη συνέχεια, στις 10.1.1996, για την τοποθέτηση άλλου ποσού 2.000.000 δρχ. Για το σκοπό αυτό, συντάχθηκαν νομοτύπως, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν.1969/1991, αιτήσεις συμμετοχής στα από την πρώτη εναγομένη διαχειριζόμενα αμοιβαία κεφάλαια εισοδήματος και υπεραξίας με παραγωγούς στην πρώτη τη Ζ1 και στη δεύτερη τον εναγόμενο, οι οποίες φέρουν τις υπογραφές τόσο των παραγωγών, όσο και του ενάγοντος. Τα παραπάνω ποσά ο ενάγων τα κατέβαλε ιδιοχείρως στον δεύτερο εναγόμενο κατά προτροπή του. Όμως, αντί ο εναγόμενος να καταθέσει αυτά στον ειδικό τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης που τηρούνταν για το σκοπό αυτό, προκειμένου να κινηθεί η σχετική διαδικασία εκδόσεως των αντίστοιχων τίτλων στο όνομα του ενάγοντος επενδυτή, αυτός τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, ζημιώνοντας κατά τα αντίστοιχα ποσά τον ενάγοντα. Στην παράνομη αυτή πράξη προέβη ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχε αναθέσει η προστήσασα αυτόν πρώτη εναγομένη, ως παραγωγό ασφαλειών - μεσολαβητή.
Συνεπώς, δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού η ιδιότητά του αυτή του έδωσε την ευκαιρία χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα μέσα που είχαν τεθεί στη διάθεσή του, λόγω της σχέσεως προστήσεως, που τους συνέδεε, η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ευθύνεται αντικειμενικώς για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτόν, ως προστηθέντα, στον ενάγοντα, παρά το γεγονός ότι ο προστηθείς ενήργησε καθ΄ υπέρβαση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχτεί ειδικότερα ότι η εταιρία, την οποία διαδέχτηκε η αναιρεσείουσα, ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε στον αναιρεσίβλητο, επειδή υπάρχει εσωτερική συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σ΄ αυτόν από την εν λόγω εταιρία υπηρεσίας, αφού η ιδιότητα τού παραγωγού ασφαλειών - μεσολαβητή που είχε σ΄ αυτήν "τού έδωσε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα μέσα που είχαν τεθεί στη διάθεσή του", αφού δηλαδή δεν ήταν δυνατόν η ζημιογόνος ενέργεια να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 922 και 914 ΑΚ και έτσι δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε αυτές ούτε οποιαδήποτε άλλη από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και ο συμπληρωματικός τούτου πρώτος πρόσθετος λόγος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α΄ ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Πότε συντρέχει τέτοια περίπτωση κρίνεται εκάστοτε από το σύνολο των περιστατικών, καθώς και από τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις. Ειδικότερα, πρώτα εξετάζεται, αν ο συνηθισμένος επιμελής άνθρωπος μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και δεύτερον, αν εκείνος που ζημιώθηκε, όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη. Τα δύο τελευταία, ως νομικές κρίσεις, ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε περαιτέρω και τα εξής: Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία που υπέστη και ειδικότερα ότι βαρύνεται με αμελή συμπεριφορά, γιατί δεν τήρησε τον όρο, περί μη καταβολής μετρητών στους παραγωγούς, που προβλέπεται και αναγράφεται στις έντυπες αιτήσεις συμμετοχής υποψήφιων επενδυτών στα αμοιβαία κεφάλαια. Ο δεύτερος εναγόμενος ασκούσε ουσιαστικώς καθήκοντα διευθυντή του Ομίλου "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ" με την έγκριση, άλλως ανοχή των εταιριών, που τον είχαν προστήσει, καίτοι οργανικώς δεν είχε τέτοια ιδιότητα. Με τις ενέργειές του, όπως η ανάρτηση πινακίδας στο γραφείο του με περιεχόμενο "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Όμιλος εταιριών Υποκατάστημα ....", η επιλογή από τον ίδιο των συνεργατών παραγωγών του Ομίλου, η διενέργεια χορηγιών σε διάφορους συλλόγους για διαφημιστικούς σκοπούς επ΄ ονόματι του Ομίλου, δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση στους συναλλασσομένους ότι ενεργούσε ως όργανο αυτού και όχι ατομικώς ως ανεξάρτητος επαγγελματίας. Τα χρήματα των υποψήφιων επενδυτών σ΄ όλες τις περιπτώσεις παραδίνονταν στον ίδιο, ακόμη και όταν είχαν μεσολαβήσει άλλοι παραγωγοί. Άλλωστε ακόμη και οι παραγωγοί, καίτοι ήταν εκπαιδευμένοι και συνεπώς γνώστες του αντικειμένου εργασίας τους, από τις ενέργειές του τον θεωρούσαν ως διευθυντή υποκαταστήματος και μάλιστα όταν έβρισκαν κάποιο πελάτη, έκαναν μαζί του τις αρχικές συνεννοήσεις και ενημέρωση για την απόδοση της επενδύσεως και στη συνέχεια για την τελική συμφωνία έφερναν τον υποψήφιο επενδυτή σε επαφή με τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος μάλιστα στις σχετικές αιτήσεις, που συμπληρώνονταν μόνο παρουσία του, υπέγραφε κάτω από την έντυπη ένδειξη "ο διευθυντής" και πάντα εισέπραττε ο ίδιος, στα πλαίσια της αποφυγής ταλαιπωρίας των πελατών σε τράπεζες, τα προς επένδυση χρήματα, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν τα ιδιοποιήθηκε και πράγματι εκδόθηκαν οι τίτλοι αμοιβαίων κεφαλαίων. Έτσι λόγω της φαινόμενης ιδιότητάς του και της συμπεριφοράς του αλλά και της εμπιστοσύνης που τον περιέβαλαν στελέχη της εναγομένης, δημιουργήθηκε όχι μόνο στον ενάγοντα αλλά και σε άλλους η πεποίθηση ότι ο εναγόμενος μπορούσε να εισπράττει χρήματα για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης.
Συνεπώς, κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη η ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλε η εναγομένη. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, για το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι επαρκής, σαφής και χωρίς αντιφάσεις και καθιστά δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου και επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και ο συμπληρωματικός τούτου δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. IV. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης (με τους πρόσθετους λόγους της) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουλίου 2005 αίτηση (με τους πρόσθετους λόγους της) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ASPIS INTERNATIOΝAL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", για αναίρεση των αποφάσεων 99/2005 του Εφετείου Ναυπλίου και 61/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό τους στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ