Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
EL ·

1353/20061353/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Summary AI generated

Απόφαση 1353 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1353/2006ΤοΔικαστήριο του Αρείου ΠάγουΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη κα...

Απόφαση 1353 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1353/2006ΤοΔικαστήριο του Αρείου ΠάγουΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 203/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1533/2004.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν σε αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, που, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του και με αυτή καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, 1) για αγορά, αποθήκευση, μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών και 2) για χρήση ναρκωτικών ουσιών και του επέβαλε αντιστοίχως, τις ποινές της φυλάκισης των 3 ετών και 6 μηνών και συνολική ποινή φυλάκισης 3 ετών και 3 μηνών. Στο αιτιολογικό της απόφασης το δικαστήριο, αφού παραθέτει λεπτομερώς, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα, που εκτίμησε, δέχθηκε, κατά την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Ο κατηγορούμενος «1) στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2000 μέχρι τις 6-4-2001 και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, αγόρασε από άγνωστο άτομο, Αλβανικής υπηκοότητας, ποσότητα ινδικής κάνναβης, βάρους 400 γραμμαρίων περίπου, αντί τιμήματος 200.000 δραχμών, 2) σε σημείο έξω από την πόλη της ..., το οποίο δεν μπόρεσε να εξακριβωθεί από την κύρια ανάκριση, κατά το ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, αποθήκευσε ποσότητα ινδικής κάνναβης, βάρους 400 γραμμαρίων περίπου, 3) στο 32ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. ..., στις 6-4-2001, σε τυχαίο έλεγχο από αστυνομικά όργανα, μεταξύ των οποίων και ο μάρτυρας αστυνομικός ..., κατελήφθη ο κατηγορούμενος να μεταφέρει με το υπ' αριθμ. ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του και να κατέχει εντός αυτού, μέσα σε δύο πλαστικές σακούλες, ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, βάρους 215 γραμμαρίων. Όλες οι αξιόποινες αυτές πράξεις της αγοράς, αποθήκευσης, μεταφοράς και κατοχής των μνημονευομένων ποσοτήτων ινδικής κάνναβης, περί των οποίων κατέθεσε με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο παρόν δικαστήριο ο προαναφερόμενος μάρτυρας ..., έλαβαν χώρα με σκοπό την εμπορία και όχι προς ίδια χρήση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, γιατί εν όψει αφενός της πιο πάνω αγορασθείσας μεγάλης ποσότητας ινδικής κάνναβης, μέρος της οποίας στη συνέχεια μετέφερε και κατείχε ο κατηγορούμενος και αφετέρου ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής, όπως, άλλωστε, προκύπτει και από την αναγνωσθείσα από 9-5-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ψυχιάτρων του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου ......, ... και ..., το δικαστήριο κρίνει ότι η συνολική ποσότητα ινδικής κάνναβης ήταν οπωσδήποτε πέραν των αναγκών του απλού χρήστη κατηγορουμένου και συνεπώς προορίζετο για εμπορία. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διαδρομή από ... προς ..., στις 6-4-2001 έκανε χρήση ενός τσιγάρου ινδικής κάνναβης. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδομένων κακουργηματικών πράξεων της αγοράς, αποθήκευσης, μεταφοράς και κατοχής της ίδιας ποσότητας ινδικής κάνναβης και της πλημμεληματικής πράξης της χρήσης ναρκωτικών, μετά ελαφρυντικά του 84 παρ. 2α', δ' και ε του Π.Κ., που του αναγνωρίσθηκαν πρωτοδίκως. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο κρίση με τα ως άνω ελαφρυντικά για τις προαναφερόμενες πράξεις και του επέβαλε τις αναφερόμενες ποινές φυλάκισης και την επίσης αναφερόμενη συνολική τοιαύτη των 3 ετών και 3 μηνών.

ΙΙΙ.- Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και δίχως αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκομένων εγκλημάτων α) της αγοράς, αποθήκευσης, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και β) της χρήσης ναρκωτικών, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1-3 πιν. Α', αριθ. 6,5 παρ. 1 εδ. β', ζ', 2 και 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως τα άρθρα 5 και 12 αντικ. αντίστοιχα, με άρθρα 10 και 14 του ν. 2161/1993, τις οποίες και εφάρμοσε. Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 100 Α παρ. 1 του ΠΚ, «Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100 ΠΚ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη». Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την, παραδεκτά από τον Άρειο Πάγο επισκοπούμενη, για την έρευνα λόγου αναίρεσης, προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την απαγγελία της απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ζήτησε «την αναστολή της ποινής επί τρία (3) έτη κατ' άρθρο 99, 100 άλλως επικουρικώς και κατ' άρθρο 100Α του ΠΚ». Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό του κατηγορουμένου «περί εφαρμογής των άρθρων 99, 100 και 100Α του ΠΚ» με την εξής αιτιολογία: «Το υποβαλλόμενο από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου αίτημα περί αναστολής εκτέλεσης της ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 99, 100 και 100Α του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί όσον αφορά μεν τις δύο πρώτες περιπτώσεις (άρθρα 99 και 100) ως μη νόμιμο, διότι απαραίτητη προϋπόθεση είναι η καταδίκη σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο και τρία έτη, αντίστοιχα, ενώ στην προκειμένη περίπτωση καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών και τριών μηνών, όσον αφορά δε την Τρίτη περίπτωση (άρθρο 100 Α), ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, καθόσον το δικαστήριο, από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκαν οι πράξεις και ιδίως των αιτίων της, κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να τον αποτρέψει από την εκτέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων». Με αυτές τις παραδοχές του το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος του αναιρεσείοντος, μη άγοντος στην αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αυτού, του γεγονότος ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις από το άρθρο 84 παρ. 1α', δ' και ε' του ΠΚ, όπως εκείνος αβασίμως υποστηρίζει.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο τα αντίθετα υποστηρίζονται είναι αβάσιμος.

IV.- Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Ιουνίου 2004 αίτηση του ..., για αναίρεση της 203/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 6 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ