Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of third-party intervention claim due to insufficient evidence of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a First Instance Court decision that had dismissed a third-party intervention claim. The appellant argued that the lower court incorrectly required specific procedural violations to establish legal interest, whereas the court found that the facts alone sufficed to found the claim for reimbursement of legal costs. Consequently, the Supreme Court held that the lower court erred in interpreting substantive law and improperly declared the third ground of the appeal inadmissible due to vagueness, despite it containing all necessary elements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80, 81, 215, 568, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; A third party may intervene to support a litigant's claim if they have a legal interest, which exists when the intervention can secure a right such as reimbursement of legal costs, without requiring a separate procedural violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1352 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 1352/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αστέριο Κουρούπη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "…. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της εταιρίας με την επωνυμία "….Α.Ε.", η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Όλγα Κωνσταντουδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1736/2017).
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78.Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 368/2012, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 368/2019 , ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευτεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του.
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Νέα Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19/4/2021 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στον αναιρεσείοντα και στην αναιρεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθμ. 4157/26-5-2021 και 567/25-5-2021 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Καβάλας Κ.
Γ. και του Εφετείου Αθηνών Σ. Α. αντιστοίχως), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ... (ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας), υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 118/19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 27/12/2018 συμβάσεως πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ.
Πρωτοκόλλου 331/27-12-2018, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία ... ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, που έχει νομίμως συσταθεί και εδρεύει στο Λουξεμβούργο, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 31/7/2019 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ.
Πρωτοκόλλου .... Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ` αριθμ. 5006 (4255) /12-7-1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία αυτή κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…Α.Ε.» και της οποίας την τήρηση των όρων, μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών, εγγυήθηκε ο αναιρεσείων - καθού η πρόσθετη παρέμβαση, κατά του οποίου, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 177/2014 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή του αναιρεσείοντος.
Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ).
Περαιτέρω όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ` αριθμ. 4342/21-12-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Ε., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού της παρούσας δικασίμου (31-1-2022) και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη εταιρεία (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, αναιρεσίβλητη - υπερής η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
Κατά το άρθρο 806 του Α. Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη).
Η διάταξη, όμως, αυτή δεν είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς με βάση την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ) οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καταρτίσουν το δάνειο με μόνη τη συναίνεσή τους (solo consensu), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για σύμβαση υποσχετική δανείου (άρθρο 809 ΑΚ., ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1833/2011, 878/2011).
Τέτοια υποσχετική σύμβαση είναι και η σύμβαση ανοίγματος πίστωσης, με την οποία η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια, αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέσει στη διάθεση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη, που ονομάζεται πιστούχος, ένα ορισμένο συμφωνούμενο μεταξύ τους χρηματικό ποσό (plafon), το οποίο αυτός μπορεί να αναλαμβάνει είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά (τμηματικά), με τη συμφωνία να καταχωρίζονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό να χάνει την αυτοτέλειά της, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, και τούτο λόγω της συγχωνεύσεώς της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο.
Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω συμβάσεως είναι η παροχή της πιστώσεως και ο ανοικτός λογαριασμός (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015, ΑΠ 1790/2008, ΑΠ 1458/2006). Στη σύμβαση αυτή, η οποία διέπεται από τους όρους τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν (άρθρ. 361 ΑΚ), τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ.
α`, 47, 48 εδ. δ`, 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕΙΣΝΑΚ, γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος αμφοτέρων των συμβαλλομένων και δη σε βάρος μεν του δανείζοντος η υποχρέωση προς παροχή του δανείσματος, σε βάρος δε του δανειζομένου η υποχρέωση προς απόδοση αυτού, η οποία, όμως, τελεί υπό την αναβλητική (νομική) αίρεση της δόσεως τούτου υπό του δανείζοντος.
Το ζεύγμα όμως αυτών των υποχρεώσεων, παρά την αντιστοιχία και αμοιβαιότητα τους, δεν μπορεί να αποτελεί τις δύο παροχές (παροχή και αντιπαροχή) αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, γιατί δεν συνυπάρχουν. Η δεύτερη (υποχρέωση απόδοσης του δανείου) γεννιέται με τη δόση του δανείου, που συνιστά εκπλήρωση και άρα επιφέρει απόσβεση της πρώτης (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1081/2015).
Για να θεωρηθεί, όμως, καταρτισμένη η σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ειδικότερα αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ τράπεζας και φυσικού ή νομικού προσώπου, πρέπει, εκτός από το ύψος του δανειζόμενου ποσού, να συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την τράπεζα, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται η χρήση της πίστωσης από τον πιστούχο (πράξεις παραχώρησης πίστωσης), ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής, το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου και τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 878/2011, ΑΠ 1734/2009).
Επομένως, η κατά το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων αναδεικνύεται ως η κύρια νομική βάση της προαναφερόμενης σύμβασης, η λειτουργία της οποίας συμφωνείται για ορισμένο ή, συνήθως, για αόριστο χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, η πίστωση μπορεί να συνίσταται είτε στην παροχή αυτουσίων χρημάτων (δάνειο) ή την εξόφληση από την Τράπεζα υποχρεώσεων του πιστούχου προς τρίτους ή προς την ίδια την Τράπεζα (άμεση πίστωση) είτε στην εκ μέρους της τράπεζας παροχή ή διάθεση υπέρ του πιστούχου πίστης (έμμεση πίστωση), όπως είναι η παροχή από την τράπεζα εγγυήσεων ή εγγυοδοσιών υπέρ του πιστούχου προς τρίτους, η αποδοχή εκ μέρους της τράπεζα συναλλαγματικών εις διαταγήν του πιστούχου κλπ, με τις οποίες ενισχύεται η φερεγγυότητα αυτού έναντι των τρίτων.
Εξάλλου, στη σύμβαση μπορεί να προβλέπεται η δυνατότητα πολλαπλών εκ μέρους της τράπεζας χορηγήσεων και πολλαπλών εκ μέρους του πιστούχου καταβολών, δηλαδή να υπάρχει δυνατότητα επαναχορηγήσεων, ώστε η πίστωση να ανακυκλώνεται. Μπορεί, επίσης, να έχει συμφωνηθεί ότι για εκάστη χορήγηση της πίστωσης θα γίνεται ιδιαίτερη συμφωνία των συμβαλλομένων και να ορίζεται συγκεκριμένος χρόνος επιστροφής ή εξόφλησης του χορηγούμενου ποσού.
Κατά κανόνα, το άνοιγμα και μόνον της πίστωσης δίνει τη δυνατότητα στον πιστούχο να προσφύγει στη χρήση της πίστωσης για να αντλήσει αμέσως, εάν και όταν χρειαστεί, το απολύτως αναγκαίο γι` αυτόν ποσό, η καταβολή του οποίου τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση αυτού (πιστούχου), υποβάλλοντας απλή αίτηση προς την τράπεζα, για την οποία δεν ακολουθούνται οι χρονοβόρες διαδικασίες έγκρισης των χορηγήσεων για κάθε μεμονωμένο πιστωτικό αίτημα, αφού οι διαδικασίες αυτές ακολουθήθηκαν κατά το άνοιγμα της πίστωσης, σε κάθε δε περίπτωση η έγκριση της τράπεζας είναι τυπική.
Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, μπορούν να τεθούν στη σύμβαση πίστωσης επί πλέον όροι και προϋποθέσεις χρήσης της ανοιγείσας πίστωσης από τον πιστούχο. Όμως, ουδόλως αποκλείεται η πίστωση να έχει, ουσιαστικά, το χαρακτήρα σύμβασης πλαισίου, χωρίς να προβλέπονται συμφωνίες που αφορούν τις μορφές χορηγήσεων (κεφάλαιο κίνησης, πάγιες εγκαταστάσεις κλπ), το ύψος του επιτοκίου κλπ, οπότε τα στοιχεία αυτά καθορίζονται στη συνέχεια με πρόσθετες συμφωνίες (πράξεις), με δυνατότητα της τράπεζας, στην περίπτωση αυτή, να εγκρίνει ή να απορρίπτει τη σχετική αίτηση του πιστούχου ή, συνήθως, να εγκρίνει αυτή με τροποποιήσεις.
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση πλαίσιο αποτελεί την αιτία επί μέρους πιστωτικών συμβάσεων, η δε έγκριση της τράπεζας αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο, καθόσον συνιστά απαραίτητο στοιχείο για την ολοκλήρωση της πρόσθετης πράξης, η οποία αποτελεί συμπλήρωμα της αρχικής σύμβασης που καλύπτει τη συγκεκριμένη χορήγηση.
Κατά συνέπεια, πέραν των πιο πάνω αναφερομένων γενικών αρχών, που πρέπει να περιέχονται στη σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό, οι ειδικότερες συμφωνίες που τίθενται σε αυτή από τους συμβαλλομένους είναι εκείνες που καθορίζουν, κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο και τη μορφή της εν λόγω σύμβασης, καθώς και τον τρόπο και το χρόνο καταβολής της πίστωσης από την τράπεζα, και, συνακόλουθα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν την επιλεγείσα συμβατική μορφή (ΑΠ 917/2020).
Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 436 , 438 και 439 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται, αν με νέα σύμβαση, (συναπτομένη κατά την προκύπτουσα από το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων), αντικατασταθεί, με το σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή, η οποία περιλαμβάνει, είτε τα ίδια πρόσωπα, είτε άλλο οφειλέτη, είτε άλλο δανειστή (άρθρο 436), ο σκοπός της ανανέωσης πρέπει να συνάγεται σαφώς (άρθρο 438) και, σε περίπτωση ανανέωσης, οι εγγυητές, τα ενέχυρα ή οι υποθήκες της παλαιάς ενοχής διατηρούνται υπέρ της νέας μόνο αν συναίνεσε ο εγγυητής ή ο κύριος του ενυποθήκου ή του πράγματος, που έχει ενεχυρασθεί, οφειλέτης ή τρίτος (άρθρο 439).Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, από τη θέση σε ισχύ της νέας ενοχής αυτομάτως επέρχεται απόσβεση της παλιάς ενοχής και δεν μπορεί να προβληθούν ενστάσεις από την παλιά ενοχική σχέση (ΑΠ 1375/2011), ο δε εγγυητής, που δεν συναίνεσε στην ανανέωση της συμβασης επί σκοπώ κατάργησης αυτής, ελευθερώνεται και παύει να ευθύνεται.
Περαιτέρω κατά την εκδοθείσα μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, δοθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3222/1995, όπως αυτός ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο της σύναψης της ένδικης σύμβασης δανείου, και έχουσα κανονιστική ισχύ υπ. αριθμ. 150/15075/Β/657/5-4-2006 (ΦΕΚ Β' 4472006) Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών "Ρυθμίσεις δανείων βιοτεχνικών, βιομηχανικών κ.λ.π.
επιχειρήσεων , που λειτουργούν στον Ν. Καβάλας", «1. Το σύνολο των υφισταμένων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης των βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιομηχανικού τύπου, ξενοδοχειακών, αλιευτικών και ναυτιλιακών επιχειρήσεων, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στο Νομό Καβάλας ρυθμίζονται σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του πρώτου εξαμήνου του 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με την πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2006 και τελευταία την 31.12.2016. 2.
Ως επιτόκιο ρύθμισης των οφειλών, ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ.) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά 70% πλέον εισφοράς του ν. 128/1975. Το ανωτέρω επιτόκιο θα επιδοτείται κατά 50% από 1.7.2006 έως 31.12.2009, με την προϋπόθεση ότι οι επιχειρήσεις θα έχουν καταβάλει προηγουμένως το ποσό των τόκων που αντιστοιχεί στη δική τους συμμετοχή.
Το ποσοστό της επιδότησης στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο τέταρτο της μονάδας. 3. Σε περίπτωση μη καταβολής δύο συνεχόμενων δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή δύο τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. 4.
Τίθεται προθεσμία υποβολής αιτήσεων των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων προς τα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι 31.7.2006. 5. Για την παρούσα ρύθμιση θα παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2322/1995. 6) προϋποθέσεις για την υπαγωγή των επιχειρήσεων στην ρύθμιση: α) οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι βιώσιμες.....(και) β) ...υποχρεούνται να διατηρήσουν τον ήδη υπάρχοντα άριθμό εργαζομένων σε αυτές...." ενώ με την επακολουθήσασα υπ.
αριθμ. 2/18872/0025 19-4-2006 ( ΦΕΚ Β' 579/2006 ) απόφαση του ιδίου Υπουργού καθορίστηκαν ειδικότερα οι όροι και οι προϋποθέσεις, που πρέπει να ισχύουν, ώστε να παράσχει την ανωτέρω εγγύηση το Ελληνικό Δημόσιο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ.
ΑΠ 4/2005). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).
Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 850/2004).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017).
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 416/2018).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 648/2019,ΑΠ 849/2017, ΑΠ 447/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«Δυνάμει της με αριθμό 42557(5006)/12.07.1999 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που υπεγράφη στην Καβάλα μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Καβάλα και της Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "….ΑΕ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ( ήδη αναιρεσίβλητη) Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "…ΕΤΑΙΡΙΑ", και το διακριτικό τίτλο "….",....
όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως, χορηγήθηκε στην πιστούχο εταιρία πίστωση μέχρι του ποσού των 88.041,09 ευρώ (30.000.000 δραχμών), η οποία αυξήθηκε διαδοχικά δυνάμει των με αριθμούς από 01.10.1999, 11.04.2000, 22.05.2000, 15.09.2000, 06.10.2000, 02.05.2001, 03.06.2003 και 23.04.2008 πρόσθετων πράξεων μεταβολής του ύψους της πίστωσης και ανήλθε τελικώς στο ποσό των 1.272.392,90 ευρώ.
Την ανωτέρω σύμβαση πίστωσης με την από 06.10.2000 πρόσθετη πράξη αυτής, καθώς και τα πρόσθετα μέχρι τότε σύμφωνα (01.10.1999, 11.04.2000, 22.05.2000, 15.09.2000, 06.10.2000) υπέγραψε ως εγγυητής ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων), Χ. Χ., του Ν., υιός του νομίμου εκπροσώπου της πιστούχου εταιρίας, προς εξυπηρέτηση της τελευταίας, ενεχόμενος ως αυτοφειλέτης για την εμπρόθεσμη εξόφληση του καταλοίπου του ανοικτού λογαριασμού κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, μέχρι του ποσού των 15.000.000 δρχ, παραιτούμενος της ένστασης διζήσεως και των ενστάσεων των άρθρων 853 επ ΑΚ.
Με τη με αριθμό 2/18872/0025/19.04.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β/579/2006, παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για τη ρύθμιση των μέχρι την 30.06.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για κεφάλαια κίνησης σε επιχειρήσεις του Νομού Καβάλας σε ένα δάνειο, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις με την πρώτη καταβλητέα την 31.12.2006 και την τελευταία την 31.12.2016.
Κατόπιν αίτησης της πιστούχου εταιρίας προς την 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων του Γ.Λ.Κ., εκδόθηκε η με αρ Α.Π. 2/42765/0025/05.10.2007 απάντηση, βάσει της οποίας εγκρίθηκε η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% των υφιστάμενων την 30.06.2006 οφειλών της εν λόγω πιστούχου προς την καθ' ης η ανακοπή τράπεζα, ύψους 1.071.977,78 ευρώ, και προς την ….(ενν.
….), ύψους 219.392,90 ευρώ, με διατήρηση των υφιστάμενων προσωπικών εξασφαλίσεων και με τον όρο εγγραφής προσημείωσης υποθήκης. Δεδομένου, ωστόσο, ότι βάσει της ανωτέρω εγκριτικής απάντησης της αρμόδιας 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων του Γ.Λ.Κ., η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου παρεχόταν υπό τον όρο διατήρησης των προσωπικών εξασφαλίσεων, συμφωνήθηκε μεταξύ της πιστούχου και της καθ' ης, αφενός η παροχή εγγύησης, αφετέρου η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ποσού 1.400.000 ευρώ επί ακινήτου της εταιρίας και εξόφληση των πρώτων δόσεων του δανείου της αναχρηματοδότησης από το ποσοστό 20% των αξιόγραφων, που έχουν οπισθογραφηθεί αξία ενεχύρου στην καθής η ανακοπή τράπεζα.
Την 23.04.2008, υπεγράφη στην Καβάλα, μεταξύ της πιστούχου, της καθ' ης και των εγγυητών, Γ. Χ. και Ν. Χ., το πρόσθετο σύμφωνο της αρχικής σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, με το οποίο οι συμβαλλόμενοι ρύθμισαν το υπόλοιπο της οφειλής της πιστούχου, ανερχόμενο την 30.06.2006 στο ποσό των 673.551,17 ευρώ, πλέον του ποσού των 219.392,90 ευρώ, προερχόμενο από την οφειλή της προς την ΑΤΕ.
Ειδικότερα, το υπόλοιπο αυτό κεφαλαιοποιήθηκε και μεταφέρθηκε στο με αριθμό ... λογαριασμό εξυπηρέτησης, που άνοιξε για το σκοπό αυτό και συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του σε 18 εξαμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβλητέα την 30.06.2008 και η τελευταία την 03.12.2016, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% της οφειλής.
Με τον όρο 4 ορίσθηκε ότι η εν λόγω ρύθμιση αποτελεί διευκόλυνση του οφειλέτη, με τον όρο 5.4 :"...Ρητώς συνομολογείται ότι, με την ανωτέρω ρύθμιση του οφειλόμενου στην Τράπεζα από τον Οφειλέτη και τον Εγγυητή, δυνάμει της υπ' αριθμόν 4225(5006)/12.07.1999 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων ποσού, δεν επέρχεται ανανέωση της οφειλής αλλά γίνεται απλώς προς διευκόλυνση του Οφειλέτη και του Εγγυητή για την αποπληρωμή της ρυθμιζόμενης οφειλής τους".
Ομοίως, και ο όρος 13.1 της προαναφερόμενης από 23.04.2008 πρόσθετης πράξης ορίζει ρητά : "... Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της ως άνω υπ' αριθμ 4225 (5006)/12.07.1999 συμβάσεως πιστώσεως, μετά της οποίας η παρούσα αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο". Ο ανωτέρω λογαριασμός τηρήθηκε από την καθ' ης έως την 23.10.2013, οπότε έκλεισε οριστικά με χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 1.518.642,09 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτόμενη με αρ. 177/2014 Διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία υποχρεώθηκαν η πιστούχος εταιρία, οι προαναφερόμενοι εγγυητές και ο ανακόπτων (μέχρι του ποσού των 43.763,76 ευρώ για το οποίο είχε εγγυηθεί),στην καταβολή προς την καθ' ης τράπεζα, πλέον τόκων και εξόδων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα του ανακόπτοντος, Γ. Χ., του Ν., αδελφού αυτού, κατά την υπογραφή της νέας σύμβασης ζητήθηκε η υπογραφή του ιδίου του μάρτυρα (ως νομίμου Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της πιστούχου εταιρίας), όσο και του πατέρα του, ως εκπροσώπου της εταιρίας, ωστόσο δεν ζητήθηκε, και η υπογραφή του ανακόπτοντος, ο οποίος κατά το μάρτυρα "...ποτέ δεν υπέγραψε καμία νέα σύμβαση ως εγγυητής, αφού δεν έχει καμία σχέση με την εταιρία μας ...κανείς υπάλληλος της ….
δεν εξήγησε τις λεπτομέρειες στον αδερφό μου. Απλά του ζήτησαν να υπογράψει ως εγγυητής, επειδή ήταν ιδιοκτήτης του μισού διαμερίσματος... Ο αδερφός μου προφανώς υπέθεσε ότι απελευθερώθηκε από εγγυητής, όταν μπήκαμε σε ρύθμιση και πήραμε την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου. Το θεώρησε ως δεδομένο και δεν έκανε σχετικό αίτημα προς την ….....".
Από κανένα από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία, δεν προέκυψε - ούτε άλλωστε επικαλέστηκε κάτι τέτοιο ο ανακόπτων - ότι, επήλθε αντικατάσταση του ανακόπτοντος εγγυητή από τρίτο πρόσωπο (φερέγγυο, χωρίς δυσμενή στοιχεία στο σύστημα Τειρεσίας), ούτε ότι ανέλαβαν οι λοιποί εγγυητές την όποια εγγυητική του ευθύνη.
Δηλαδή, σύμφωνα με την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ....δεν αποδείχθηκε ότι, τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις άρσης της εγγύησής του, ώστε να απαλλαγεί ο ανακόπτων. Επομένως, η μη υπογραφή της επίμαχης πρόσθετης σύμβασης από τον ίδιο τον ανακόπτοντα ουδόλως αποδεικνύει, ούτε και συνδέεται με την άρση της προσωπικής εγγύησής του, η οποία θα επερχόταν ακριβώς με την πλήρωση των όρων της αρμόδιας 25ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ.,....
Με την τελευταία από 23.04.2008 σύμβαση συμφωνήθηκε μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή, της πιστούχου και των εγγυητών, ότι το οφειλόμενο ποσό που εμφανιζόταν στον τηρούμενο λογαριασμό εξυπηρέτησης, που είχε ανοίξει κατά τη ρύθμιση της οφειλής, δυνάμει της πρώτης υπουργικής απόφασης, ρυθμίζεται σε ένα νέο ενιαίο με το τρέχον δάνειο, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%, εξοφλητέο σε 17 ισόποσες εξαμηνιαίες διαδοχικές τοκοχρεολυτικές δόσεις, και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης οποιαδήποτε δόσης, η τράπεζα θα δικαιούται (ενν.
να ) καταστήσει το κατάλοιπο αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Συμφωνήθηκε επίσης ότι διατηρούνται οι προσωπικές εγγυήσεις, καθώς και η υποθήκη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Ουδόλως, ωστόσο, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η σύμβαση που υπεγράφη την 23.04.2008 αποτελούσε νέα σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, εξοφλητέου σε ισόποσες αυτοτελείς δόσεις, με διαφορετικό επιτόκιο, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία λανθασμένα ερμήνευσε το νόμο και τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις,.....
Μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, στο με αρ 5.4 όρο της από 23.04.2008 πρόσθετης πράξης, ρητά αναφέρεται : "...Ρητώς συνομολογείται ότι, με την ανωτέρω ρύθμιση του οφειλόμενου στην Τράπεζα από τον Οφειλέτη και τον Εγγυητή, δυνάμει της υπ' αριθμόν 4225(5006)/12.07.1999 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων ποσού, δεν επέρχεται ανανέωση της οφειλής αλλά γίνεται απλώς προς διευκόλυνση του Οφειλέτη και του Εγγυητή για την αποπληρωμή της ρυθμιζόμενης οφειλής τους", στο με αρ 13.1 όρο αυτής (από 23.04.2008 πρόσθετης πράξης) ορίζεται : "...
Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της ως άνω υπ' αριθμ 4225(5006)/12.07.1999 συμβάσεως πιστώσεως, μετά της οποίας η παρούσα αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο". Πέραν δε τούτων, ο ίδιος ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος, στην από 06.10.2000 σύμβαση εγγύησης, εγγυάται : "...την τήρησιν των όρων της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως και των πρόσθετων αυτής πράξεων και την ολοσχερή εξόφλησιν ταύτης κατά κεφάλαιον, τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, προμήθειες και έξοδα εν γένει και ανεξαρτήτως των παραδιδομένων εκάστοτε υπό του αυτού οφειλέτου Ν. ...
δικαιογράφων εις διαταγήν ή πάσης άλλης ασφαλείας...>>. Άλλωστε, στη με αριθμό 4225(5006)712.07.1999 (αρχική) σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, με τον όρο 16, ορίζεται: "...σε περίπτωση που σε ασφάλεια του όλου ή μέρους του ποσού της συμβάσεως αυτής παρασχέθηκε ή θα παρασχεθεί εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου με βάση οποιαδήποτε διάταξη, ο πιστούχος και ο υπέρ αυτού εγγυητής δηλώνουν ότι αποδέχονται από τώρα, ρητά και ανεπιφύλακτα, παραιτούμενοι από κάθε ένσταση ή αντίρρηση ότι σε περίπτωση που η Τράπεζα προσφύγει στην εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και ικανοποιηθεί από αυτό, κατά τους όρους της εγγυήσεώς του τούτο υποκαθίσταται χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώματα (ενοχικά, εμπράγματα κλπ) της Τράπεζας, η οποία θα εκχωρήσει και θα μεταβιβάσει στο Ελληνικό Δημόσιο όλες τις εμπράγματες και προσωπικές ή κάθε άλλης φύσεως ασφάλειες και εγγυήσεις που υπάρχουν και εξασφαλίζουν την παραπάνω σύμβαση.
Στην περίπτωση αυτή (της υποκαταστάσεως δηλαδή του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της Τράπεζας) ο εγγυητής δηλώνει και αποδέχεται ρητά και ανεπιφύλακτα, να ευθύνεται έναντι του ελληνικού Δημοσίου αυτοτελώς και εις ολόκληρον και σε όλη την έκταση που ευθύνεται έναντι της Τράπεζας, σαν η εγγύηση να είχε παρασχεθεί απ' ευθείας προς το ελληνικό Δημόσιο.
Δηλώνει, τέλος, ο εγγυητής ότι α) οι παραιτήσεις του έναντι της Τράπεζας, που συνομολογήθηκαν στην παραπάνω σύμβαση και είναι σχετικές με την εγγύηση, ισχύουν και έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και β) ότι, σε περίπτωση ικανοποιήσεως της Τράπεζας από αυτόν παραιτείται, ρητά και ανεπιφύλακτα έναντι του Ελληνικού Δημοσίου από κάθε δικαίωμα, ένσταση ή αξίωσή του, που απορρέει από το άρθρο 860 του ΑΚ".
Κατά τα παραπάνω, προφανές καθίσταται ότι, με την από 23.04.2008 σύμβαση, δεν καταργήθηκε η προηγούμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με τις πρόσθετες αυτής πράξεις, αλλά ρυθμίστηκε η οφειλή σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο που δεν αντικατέστησε το παλαιό, δημιουργώντας νέες υποχρεώσεις σε βάρος των συμβαλλομένων, αντίθετα, ως και προηγούμενα ήδη αναφέρθηκε.
Συνεπώς, καθίσταται πλέον σαφές ότι, οι προηγούμενες συμβάσεις πίστωσης και πρόσθετες πράξεις, ενσωματώθηκαν στη νέα σύμβαση ρύθμισης της οφειλής, η οποία προερχόταν από τις ίδιες αυτές συμβάσεις, ώστε δεκτός στην ουσία του τυγχάνει ο πρώτος λόγος έφεσης της εκκαλούσας - καθ ης η ανακοπή τράπεζας, καθόσον εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι με την από πρόσθετη πράξη "επήλθε νέα σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου" και "αντικατάσταση της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού με την σύμβαση δανείου", γενομένου δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης.
Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ανακοπής περί μη υπογραφής των πρόσθετων πράξεων της αρχικής σύμβασης από τον ίδιο τον ανακόπτοντα, ως προαναφέρθηκε, αλυσιτελώς προβάλλεται εν προκειμένω, καθόσον δεν ασκεί έννομη επιρροή για την ελευθέρωση της εγγυητικής ευθύνης του. Ειδικότερα, ουδεμία επιρροή θα είχε στην έκταση της ευθύνης του ανακόπτοντα ως εγγυητή η ενδεχόμενη μη υπογραφή της εν λόγω σύμβασης από τον ίδιο, αφού κατά νόμο ο εγγυητής ευθύνεται κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μέχρι το ύψος του ποσού της πίστωσης για το οποίο εγγυήθηκε, ακόμη και για κονδύλια που προέρχονται από άλλη σύμβαση, αρκεί να είναι συμπληρωματική, ενώ δεν είναι αναγκαίο να έχει συμβληθεί ως εγγυητής και στη συμπληρωματική σύμβαση.
Πολύ περισσότερο κι αφού, ο ίδιος γνώριζε κατά την υπογραφή της σύμβασης ότι αναλαμβάνει εγγυητική ευθύνη, καθώς, τούτο αναγράφεται ρητά, ως προελέχθη, στο κείμενο της επίμαχης σύμβασης και μάλιστα ακριβώς στο σημείο όπου έθεσε την υπογραφή του, κάτω από τη σημείωση "Ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ" και την αναγραφή του ονόματος του(ς).
Ο ανακόπτων μαζί με τους υπόλοιπους οφειλέτες (την ανώνυμη εταιρία, τον πατέρα και τον αδελφό του) δήλωσαν ρητά και ανεπιφύλακτα ότι εγγυώνται προς την Τράπεζα την πιστή, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε απαίτησής της από τη σύμβαση δανείου και εν γένει την εκπλήρωση από την πρωτοφειλέτρια όλων ανεξαιρέτως των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονταν με την ένδικη σύμβαση και ότι ενέχονται εις ολόκληρον μαζί με αυτή ως αυτοφειλέτες, καθώς και ότι έλαβαν πλήρη γνώση όλων των όρων της σύμβασης δανείου τους οποίους κατανόησαν πλήρως, παραιτούμενοι από την ένσταση διζήσεως.
Επομένως, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ανακόπτων απαλλάχθηκε από την ευθύνη του ως εγγυητή, κατά τα ήδη ως άνω εκτενώς αναφερόμενα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 177/2014 διαταγής πληρωμής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η από 23/4/2008 σύμβαση δανείου δεν αποτελεί ανανέωση με σκοπό καταργήσεως της 5006/4255/12-7-1999 σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των πρόσθετων πράξεων αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η από 6/10/2000 σύμβαση παροχής εγγύησης στην πίστωση από τον αναιρεσείοντα, αλλά πρόσθετη πράξη στη σύμβαση πίστωσης, με την οποία δεν καταργήθηκε αυτή κατά το άρθρο 436 ΑΚ , αλλά ρυθμίστηκε μόνο, στο πλαίσιο της από το άρθρο 361 Α.Κ.
ελευθερίας διάπλασής της, η εξόφληση του καταλοίπου της με χορήγηση νέου δανείου τελούντος υπό την μερική εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ανωτέρω από 5/4/2006 και 19/4/200 κανονιστικών αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες έχουν εκδοθεί μετά από νόμιμη νομοθετική εξουσιοδότηση και έχουν δημοσιευθεί στο ΦΕΚ, και οι οποίες, αντίθετα από όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεν επιβάλλουν, προκειμένου να παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στο δάνειο, που θα δοθεί, να καταργηθεί η σύμβαση, με βάση την οποία προέκυψε το οφειλόμενο ποσό, για την εξόφληση του οποίου χορηγείται το δάνειο, αφού τέτοια ρήτρα δεν συνάγεται ούτε από το ανωτέρω περιεχόμενο των Υπουργικών αυτών αποφάσεων, ούτε από τον σκοπό της έκδοσής τους, που ήταν η διευκόλυνση της αποπληρωμής των οφειλών των βιώσιμων επιχειρήσεων, που δραστηριοποιούνται στον Νομό Καβάλας, με σκοπό την ανάπτυξη της τοπικής και κατ' επέκταση της εθνικής οικονομίας και γι' αυτό ο αναιρεσείων, που δεν συνυπέγραψε ως εγγυητής την από 23/4/2008 πρόσθετη σύμβαση δεν ελευθερώνεται κατά το άρθρο 439 ΑΚ ,αλλά εξακολουθεί να ευθύνεται μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών με βάση την από 6/10/2000 σύμβαση παροχής εγγύησης στην πίστωση.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το κύριο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ο περιεχόμενος στον ίδιο λόγο αναίρεσης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι στην από 23/4/2008 σύμβαση περιελήφθη πλέον του ποσού των 673.551,17 ευρώ που όφειλε η πιστούχος εταιρεία και για το οποίο είχε παράσχει εγγύηση και το ποσό των 219.392,90 ευρώ, το οποίο όφειλε η πιστούχος στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (Α.Τ.Ε.), για το οποίο δεν είχε παράσχει εγγύηση, είναι αλυσιτελής και γι' αυτό απαράδεκτος, αφού με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής οι καθ' ών αυτή (πιστούχος και εγγυητές) υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το οφειλόμενο σε αυτήν ποσό με βάση την υπ' αριθ. 5006 (4255)12-7-1999) σύμβαση πίστωσης για την οποία είχε παράσχει εγγύηση ο αναιρεσείων και συνεπώς η τυχόν οφειλή της πιστούχου προς την Α.Τ.Ε.
δεν είναι επίδικη.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης. κατά το επικουρικό σκέλος του. ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 παρ. 1β' ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρότι διαπίστωσε κενό και ασάφεια ως προς το εάν η από 23/4/2008 πρόσθετη πράξη ήταν ή όχι νέα σύμβαση, που κατήργησε την αρχική σύμβαση πίστωσης, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., άλλως τους εφάρμοσε εσφαλμένα.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε και εμμέσως κενό ή ασάφεια ως προς το εάν η πρόσθετη πράξη κατήργησε ή όχι την αρχική σύμβαση, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
για την ανεύρεση του αληθούς περιεχομένου της από 23/4/2008 πρόσθετης πράξης, ούτε άλλωστε προέβη σε ερμηνεία αυτής, αλλά εκτιμώντας αποκλειστικά το περιεχόμενό της και ιδίως το άρθρο 5.4 αυτής, που αναφέρει ότι με την πρόσθετη πράξη δεν επέρχεται ανανέωση της οφειλής αλλά αυτή γίνεται προς διευκόλυνση της οφειλέτη πιστούχου και των εγγυητών για την πληρωμή της ρυθμιζόμενης οφειλής τους, και το άρθρο 13.1, που ορίζει ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της υπ' αριθ. 5006/4255/12-7-1999 σύμβασης πίστωσης, με την οποία η πρόσθετη πράξη αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, δέχθηκε ότι η από 23/4/2008 πρόσθετη πράξη δεν κατήργησε τη σύμβαση πίστωσης, η κρίση του δε αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως της πρόσθετης πράξης, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.
Περαιτέρω, οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις.
Γι' αυτό το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017).
Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Επίσης κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013).
Λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να αποτελέσει και η προσβολή της διάταξής της, με την οποία, μετά από αίτηση του καθού η ανακοπή περιεχομένη στην αίτησή του για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, υποβληθείσα κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, διατάχθηκε ο ανακόπτων να του καταβάλει συγκεκριμένο ποσό για δικαστικά έξοδα της διαταγής πληρωμής, στον οποίο λόγο γίνεται επίκληση παράβασης των διατάξεων των άρθρων 176 επ ΚΠολΔ, που είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου διατάξεις (ΑΠ 358/2017) και καθορίζουν την επιβολή των δικαστικών εξόδων κατά κανόνα με βάση την αρχή της ήττας με τις εξαιρέσεις και εξειδικεύσεις, που προβλέπονται στα επόμενα άρθρα, ένα των οποίων είναι και το άρθρο 180 παρ.3 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αν καταδικάστηκαν περισσότεροι ως συνοφειλέτες εις ολόκληρον (κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ) έχουν υποχρέωση εις ολόκληρον και για την πληρωμή των εξόδων, εφόσον η απόφαση δεν ορίζει διαφορετικά....".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 159 ΚΠολΔ "Η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλει το δικαστήριο 1) αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας 2) αν για την παράβαση αυτή επιτρέπεται αναίρεση ή αναψηλάφηση 3) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας".
Η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο σε διαδικαστικές πράξεις, που τελέστηκαν κατά παράβαση δικονομικών διατάξεων, η οποία παράβαση επιφέρει δικονομική ακυρότητα, δηλαδή την μη επέλευση των δικονομικών συνεπειών, που διαφορετικά θα επέρχονταν και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή στην παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Τέλος η νομική αοριστία της αγωγής ή ανακοπής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης ή του λόγου ανακοπής αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ.
Πολ. Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι, ενώ με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον με τους άλλους συνοφειλέτες καθού αυτή, το ποσό των 43.763,76 ευρώ, όμως εσφαλμένα καταδικάστηκε να της καταβάλει επίσης εις ολόκληρον με τους ανωτέρω, ως δικαστικά έξοδα εκδόσεως της διαταγής πληρωμής το ποσό των 31.897 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό των 1.518.642,9 ευρώ, που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν αυτοί στην αναιρεσίβλητη, και όχι το ποσό των 936 ευρώ, που έπρεπε να υποχρεωθεί να της καταβάλει και αντιστοιχεί στο ποσό των 43.763,76 ευρώ και για το λόγο αυτό ζητεί να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει για δικαστικά έξοδα το υπερβαίνον τα 936 ευρώ ποσό.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε τον λόγο αυτό, γιατί κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου ανακοπής ακύρωσε την διαταγή πληρωμής, ενώ το Μονομελές Εφετείο Θράκης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως εξέτασε τον τρίτο λόγο της ανακοπής και τον απέριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι, εσφαλμένα επιδικάσθηκε εις ολόκληρον το υπέρογκο ποσό των 31.897 ευρώ ως δικαστική δαπάνη για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, καθόσον αυτό προσδιορίστηκε επί του συνόλου του επιτασσόμενου προς καταβολή ποσού των 1.518.642,09 ευρώ, ενώ σε βάρος του επιδικάσθηκε μόνο το ποσό των 43.763,76 ευρώ προς καταβολή, περαιτέρω δε, προσδιορίζει ως ύψος της καταβλητέας από τον ίδιο δικαστικής δαπάνης στο ποσό των 936 ευρώ.
Σύμφωνα με τα όσα στη νομική σκέψη της παρούσας ήδη αναπτύχθηκαν, η έλλειψη κάποιου από τα στοιχεία που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 626 επ ΚΠολΔ, επάγεται ακυρότητα της διαταγής πληρωμής (κατ' αρθρ 159 περ. 3 ΚΠολΔ), μόνον εάν επέφερε σ' αυτόν που την προτείνει βλάβη που δε μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά με την κήρυξη της ακυρότητας, δεδομένου ότι και η έλλειψη αυτή αφορά στον τύπο της διαταγής πληρωμής ως διαδικαστικής πράξης, ούτε δε ο νόμος απαιτεί ρητά την αναφορά των στοιχείων αυτών με την ποινή της ακυρότητας, ούτε επιτρέπεται, για την μη αναφορά κάποιου από τα στοιχεία αυτά στη διαταγή πληρωμής αναίρεση ή αναψηλάφηση.
Συνακόλουθα, εφόσον εν προκειμένω, ο ανακόπτων δεν επικαλέστηκε ότι υπέστη βλάβη (κατ' αρθρ 159 περ. 3 ΚΠολΔ), και ως τέτοιας νοούμενης της δικονομικής, απορριπτέος κρίνεται ο σχετικός ισχυρισμός του, ο οποίος συνιστά τον τρίτο λόγο της ...ανακοπής του". Ωστόσο, ο τρίτος λόγος της ανακοπής, ενόψει του παραπάνω περιεχομένου του και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, είναι αρκούντως ορισμένος, αφού περιέχει τα στοιχεία εκείνα που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 176, 180 παρ.3 ΚΠολΔ και 481 ΑΚ , καθόσον με βάση τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της ανακοπής περιστατικά, ο αναιρεσείων επικαλέστηκε ότι τα δικαστικά έξοδα που αναλογούν στο ποσό, που υποχρεώθηκε να καταβάλει, εις ολόκληρον με τους λοιπούς καθών η διαταγή πληρωμής, στην αναιρεσίβλητη είναι 936 ευρώ και όχι 31.897 ευρώ, που του επιβλήθηκαν, αληθή δε υποτιθέμενα τα εν λόγω περιστατικά, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση του προς ακύρωση της διαταγής πληρωμής, κατά το ποσό των δικαστικών εξόδων, που υπερβαίνει τα 936 ευρώ, και, συνεπώς, για το ορισμένο του τρίτου λόγου της ανακοπής δεν απαιτείτο να γίνεται και επίκληση δικονομικής του βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει για την εφαρμογή του παράβαση δικονομικής διάταξης συνεπαγόμενη ακυρότητα αυτής, γεγονός το οποίο δεν συμβαίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, αφού ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο ανακοπής δεν επικαλείται τέτοια παράβαση, και ιδίως παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 626 ΚΠολΔ, που καθορίζει τα απαραίτητα στοιχεία, που πρέπει να περιέχει η αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής, αλλά παράβαση ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, το μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, το δε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον τρίτο λόγο της ανακοπής ως αόριστο, αφού αυτός περιείχε όλα τα στοιχεία ,που κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων ήταν αναγκαία για τη θεμελίωσή του και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο (κατά την νοηματική του εκτίμηση) αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 (και όχι 19) του ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφού για τη νομική επάρκεια του τρίτου λόγου της ανακοπής το Εφετείο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του αξιουμένου δικαιώματος του αναιρεσείοντος, αλλά και της παρά το νόμο κήρυξης ως απαράδεκτου του λόγου αυτού λόγω αοριστίας, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτού, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τον τρίτο λόγο της ανακοπής, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.
Πολ. Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο για την αίτηση αναίρεσης όσο και για την πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ τους, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε μερικώς (άρθρα 176, 178 παρ. 1, 180, 182 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 177/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ