Legislator Case Law & Legislation
1352/2018 AI generated

Supreme Court quashes appeal judgment for insufficient factual findings on contract breach and elevator maintenance.

Case Number 1352/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the Second Instance Court's final decision regarding a contract dispute over elevator maintenance. The appellant argued the respondent breached the contract by failing to maintain equipment, citing correspondence and witness testimony about elevator inactivity. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to explicitly accept the factual premises regarding the inactivity or establish the respondent's liability for the breach.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 562 no. 4 of the Code of Civil Procedure; An appeal judgment is void if it fails to clearly state the factual assumptions upon which its decision rests, thereby preventing the appellate court from verifying the basis of the ruling.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure insufficient factual findings contract breach elevator maintenance quashing appeal judgment factual assumptions contractual liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 335 and 338 to 341 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 562 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 495 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 no. 1 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1352 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1352/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη, που ανακάλεσε την από 5/5/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου ως καθολικού διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." που εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Υπουργό Οικονομικών, β) από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ Α.Ε., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Κατσιρούμπα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1549/2008 μη οριστική και 7224/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5072/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/7/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 8.7.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 5072/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 7224/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 3.8.2001 αγωγή του αναιρεσείοντος, που αφορούσε αξιώσεις από την περιγραφόμενη σύμβαση έργου και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης απέρριψε την αγωγή του.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, από τη γενική αναφορά και το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κάποιου συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 798/2010), υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 367/2011) αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ.42/2002).

Για το ορισμένο δε του σχετικού αναιρετικού λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ενώ είχαν προσκομιστεί νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή τους στο δικαστήριο της ουσίας.

Τέλος, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 367/2011). Σαφής δε και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 502/2016, ΑΠ 946/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν αξιολόγησε τα 46 ημερολόγια εργασίας τα οποία τηρούνταν καθόλη τη διάρκεια συντήρησης των ανελκυστήρων της ΕΡΤ Α.Ε.

και στα οποία διατύπωνε τις παρατηρήσεις του ο εντεταλμένος από την αναιρεσίβλητη επιβλέπων μηχανικός, από τα οποία προκύπτει η εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει, ειδικότερα δε και το 46/6.12.2000 ημερολόγιο από το οποίο προκύπτει, από αναγραφή του ως άνω επιβλέποντα, ότι την ημέρα της κήρυξης εκπτώτου λειτουργούσαν εννέα ανελκυστήρες.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει, εκτός των άλλων εγγράφων και 46 ημερολόγια εργασιών, αναφέρει δε ρητά τα 1/20.10.2000, 2/21.10.2000, 3/22.11.2000, 4/23.11.2000, 11/30.10.2000, 12/31.10.2000, 13.1.11.2000, 14/2.11.2000 , 15/3.11.2000, 16/4.11.2000, 17/5.11.2000, 18/6.11.2000, 19/7.11.2000, 20/8.11.2000, 21/9.11.2000, 22/10.11.2000, 23/11.11.2000, 25.11.2000, 44/4.12.2000, 45/5.12.2000 και 46/6.12.2000 ημερολόγια εργασιών.

Περαιτέρω, στην προσβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνεται μεν ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι, όμως από την αναφορά αυτή σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και ότι τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, ειδικότερα δε το ημερολόγιο εργασιών της 6.12.2000 με αριθμό 46.

Τούτο, διότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κήρυξη εκπτώτου του αναιρεσείοντος από το έργο της συντήρησης των ανελκυστήρων του μεγάρου της ΕΡΤ Α.Ε., επειδή είχε αθετήσει υπαιτίως τις συμβατικές υποχρεώσεις αυτού και συγκεκριμένα παρουσίαζαν προβλήματα λειτουργίας, αναφερόμενη στο αναγραφόμενο στο ...2/5.12.2000 έγγραφο της ΕΡΤ Α.Ε., με το οποίο κήρυξε αυτόν έκπτωτο, ότι στις 5.12.2000 δεν λειτουργούσε κανένας ανελκυστήρας, και στην κατάθεση του μάρτυρα Γ.

Κ., που καταθέτει ότι παραδόθηκαν στον αναιρεσείοντα 14 σε λειτουργία ανελκυστήρες και σε 45 ημέρες δεν λειτουργούσε κανένας, δεν αναφέρεται στα ημερολόγια εργασιών και ειδικότερα στα κρίσιμα του χρόνου της κήρυξης της έκπτωσης, τα οποία έπρεπε να συνεκτιμήσει και να αναφερθεί ειδικά αφού αυτά, συνυπογράφει και ο εντεταλμένος από την ΕΡΤ Α.Ε.

μηχανικός για την επίβλεψη της εκτέλεσης των εργασιών συντήρησης και λειτουργίας των ανελκυστήρων Γ. Ζ., όπως δέχεται ότι προβλεπόταν στη μεταξύ τους σύμβαση.

Συνεπώς, τα μη ληφθέντα υπόψη από το Εφετείο έγγραφα, ήσαν κατάλληλα για την απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι δεν συνέτρεχαν οι λόγοι για την κήρυξη αυτού εκπτώτου και της αξίωσής του για καταβολή αποζημίωσης.

Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Επομένως, ο σχετικός ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Από τα άρθρα 389, 390, 397 εδ. α' και 399 ΑΚ προκύπτει, ότι το συμβατικό δικαίωμα να κηρύξει ο ένας από τους συμβαλλόμενους έκπτωτο τον άλλο είναι δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης και ότι, αν ασκηθεί συμβατική υπαναχώρηση, η σύμβαση διαλύεται ενοχικώς, αυτοδικαίως και αναδρομικώς (ex tunc) και κάθε συμβαλλόμενο μέρος υπέχει την υποχρέωση να αποδώσει την παροχή που έλαβε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ο επικαλούμενος διαφορετική έννοια του σχετικού συμβατικού όρου, πρέπει να ισχυριστεί και να αποδείξει τούτο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του πιο πάνω άρθρου 397 του ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο δανειστής έχει το προς υπαναχώρηση δικαίωμα μόνο, αν η μη εκπλήρωση της σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα του άλλου, ενώ η μη εκπλήρωση περιλαμβάνει και τις τρεις περιπτώσεις παραβάσεως της συμβάσεως, δηλαδή την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη και την πλημμελή εκπλήρωση αυτής.

Λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα της εν λόγω διάταξης, το δικαίωμα της κήρυξης εκπτώτου του αντισυμβαλλόμενου, μπορεί να προβλεφθεί μεταξύ αυτών και συμβατικώς και υπό διαφορετικές προϋποθέσεις, αλλά και ότι θα μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από υπαιτιότητα αυτού (ΑΠ 274/2008, ΑΠ 1138/1989). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των προϋποθέσεων προς άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει τον ακυρωτικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006).

Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία το δικαστήριο δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015).

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ1131/2007).

Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.

Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, ότι ύστερα από δημόσιο ανοικτό διαγωνισμό που πραγματοποίησε η ΕΡΤ Α.Ε. στις 4.9.2000 για την ανάδειξη συντηρητή των ανελκυστήρων των επί της οδού ….

στην ... κτιρίων της, ανακηρύχθηκε μειοδότης του διαγωνισμού ο αναιρεσείων με οικονομική προσφορά συνολικού ποσού 8904000 δραχμών πλέον ΦΠΑ 18% και στις 20.10.2000 καταρτίστηκε και υπογράφηκε η εργολαβική σύμβαση. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή ο ενάγων (αναιρεσείων) ανέλαβε για πέντε έτη από τις 20.10.2000 έως τις 19.10.2005, αντί μηνιαίου εργολαβικού ανταλλάγματος 742.000 δραχμών πλέον ΦΠΑ 18% που θα βάρυνε την εναγομένη, τη συντήρηση τύπου "..." , ήτοι την τακτική διαχείριση των ως άνω ανελκυστήρων και της θύρας ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι βλάβη και από ώρας 07.30' έως 15.00' κατά τις εργάσιμες ημέρες, τις εργασίες λιπάνσεως και καθαρισμού των ανελκυστήρων, την αντικατάσταση παντός υλικού των ανελκυστήρων το οποίο έχρηζε αντικατάστασης (π.χ.

συρματόσχοινα, τροχαλίες, επαφές, ελατήρια, γλίστρες, λυχνίες, relay, διακόπτες, φωτοκύτταρα, φρένα, κλειδαριές κλπ) με άλλο όμοιο και γνήσιο με δικά του έξοδα και ανταλλακτικά που θα τύγχαναν της αποδοχής της εναγομένης, την επισκευή ή αντικατάσταση παντός υλικού το οποίο ήθελε υποστεί βλάβη είτε επί κακής κατασκευής είτε επί πολυχρονίου χρήσεως είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία (π.χ.

κάψιμο κινητήρα, φθορά ατέρμονα κλπ) εξαιρουμένων των περιπτώσεων βανδαλισμού, πυρκαγιάς μη οφειλόμενης στη λειτουργία των ανελκυστήρων και πλημμυρών. Με την ως άνω σύμβαση συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η τακτική συντήρηση θα λάμβανε χώρα δύο φορές το μήνα από τα συνεργεία του εργολήπτη - ενάγοντα και ότι μετά από κάθε συντήρηση ο τελευταίος θα καταχωρούσε στο ειδικό βιβλίο συντήρησης το είδος της γενομένης συντήρησης και τις τυχόν παρατηρήσεις του, θα υπογραφόταν δε από τον ίδιο και τον αρμόδιο εκπρόσωπο της εναγομένης, ο οποίος διατηρούσε δικαίωμα να ελέγχει τις εργασίες συντήρησης και επισκευής.

Περαιτέρω, ορίστηκε ότι σε περίπτωση μη ευρέσεως του συντηρητή ή άρνησης αυτού ή καθυστέρησης άφιξής του, το συμβάν θα μπορούσε να θεωρηθεί μη τήρηση των συμβατικών όρων και καθορίστηκε ως ποινική ρήτρα το ποσό των 6000 δρχ. ανά ώρα για κάθε ανελκυστήρα που θα παρέμενε ακινητοποιημένος πάνω από 8 συνεχείς ώρες.

Τέλος, συμφωνήθηκε ρητά ότι όλοι οι όροι της σύμβασης ήταν ουσιώδεις και ότι σε περίπτωση μη τήρησης αυτών από τον εργολήπτη - ενάγοντα, όπως και σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης των υποχρεώσεών του, η εναγομένη θα είχε το δικαίωμα να τον κηρύξει έκπτωτο, να αναθέσει τη συντήρηση σε άλλον συντηρητή μετά από πρόχειρο διαγωνισμό κατόπιν συλλογής προσφορών και να καταλογίσει στον πρώτο κάθε έξοδο, πέραν της κανονικής μηνιαίας αμοιβής, που ήθελε προκύψει λόγω εκκρεμοτήτων κατά τη στιγμή της έκπτωσης, επιπλέον δε (σε περίπτωση κήρυξης εκπτώτου του εργολήπτη), θα κατάπιπτε το ποσό της εγγυητικής επιστολής υπέρ της εναγομένης και η τελευταία θα δικαιούτο την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη κατά τις διατάξεις του αστικού κώδικα και κάθε ποσό που θα υποχρεωνόταν να καταβάλει από την ανάθεση σε άλλον των προβλεπομένων από τη σύμβαση εργασιών συντήρησης.

Ο ενάγων αμέσως στις 20.10.2000 εγκαταστάθηκε στο έργο, προβαίνοντας μαζί με τους υπαλλήλους του σε έλεγχο των ανελκυστήρων, γεγονός που προκύπτει από το σχετικό ημερολόγιο εργασιών που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, όπου ως πρώτη ημέρα αναγράφεται η 20η Οκτωβρίου 2000. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι από την πρώτη ημέρα, ήτοι στις 20.10.2000, ο ενάγων διαπίστωσε ότι κάποιοι από τους ανελκυστήρες δεν λειτουργούσαν είτε δεν ήταν σε καλή κατάσταση και ότι απαιτούνταν εργασίες για την επισκευή τους, το κόστος των οποίων δεν περιεχόταν στο συμφωνηθέν ως εργολαβικό αντάλλαγμα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων γνώριζε την κατάσταση των ανελκυστήρων, τη συντήρηση των οποίων θα αναλάμβανε, γεγονός το οποίο είχε ρητά δηλώσει στην οικονομική προσφορά που υπέβαλε για την ανάληψη του έργου.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντα, τον οποίο αναφέρει στην αγωγή του και στις προτάσεις του, ότι άγνωστοι, οι οποίοι όπως πιθανολογεί ήταν υπάλληλοι της εναγομένης, επενέβαιναν στους ανελκυστήρες που λειτουργούσαν και τους έθεταν εκτός λειτουργίας, δεν κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο λόγω της αοριστίας του.

Και τούτο διότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα για συνεχείς δολιοφθορές στους ανελκυστήρες θα έπρεπε να ενισχύεται από συγκεκριμένα στοιχεία και ειδικότερα θα έπρεπε να γίνονται ακριβείς αναφορές στον χρόνο, τον τρόπο και κυρίως τα ονόματα των υπαλλήλων της εναγόμενης που προκάλεσαν τις δολιοφθορές, στοιχεία που ο ενάγων ήταν σε θέση να γνωρίζει δοθέντος του ότι, όπως ισχυρίζεται, καθημερινά βρισκόταν στο κτήριο της ΕΡΤ δικοί του υπάλληλοι - τεχνικοί, οι οποίοι απασχολούνταν με τη συντήρηση των ανελκυστήρων.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η λειτουργία των ανελκυστήρων του κτηρίου της εναγόμενης καθόλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπεύθυνος για τη συντήρησή τους ήταν ο ενάγων παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα. Πλέον συγκεκριμένα, ο μάρτυρας της εναγόμενης, Γ. Κ., ο οποίος ήταν διευθυντής δομικών και ηλεκτρομηχανολογικών έργων της ΕΡΤ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατέθεσε επί λέξει στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: "...παραδώσαμε στον κύριο Κ. 14 ανελκυστήρες οι οποίοι λειτουργούσανε και σε 45 μέρες δεν λειτουργούσε κανένας, είχε δημιουργηθεί ένα τεράστιο κλίμα ανασφάλειας στο προσωπικό της ΕΡΤ σχετικά με την κίνηση στους ανελκυστήρες και χρειάστηκαν 15 εκατομμύρια δραχμές, 45.000 περίπου χιλιάδες ευρώ, για να τεθούν ξανά σε λειτουργία οι ανελκυστήρες αυτοί".

Άλλωστε την ύπαρξη προβλημάτων στη λειτουργία των ανελκυστήρων αποδέχεται και ο ίδιος ο ενάγων χωρίς ωστόσο να θεωρεί υπαίτιο τον εαυτό του για την κατάσταση αυτή, την οποία αποδίδει στην πλημμελή συντήρησή τους κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα καθώς και στις δολιοφθορές αγνώστων ατόμων που λάμβαναν χώρα στους ανελκυστήρες.

Πλην όμως, η κατάσταση των ανελκυστήρων για τη συντήρηση των οποίων μειοδότησε στο σχετικό διαγωνισμό ήταν, όπως προαναφέρθηκε, γνωστή σε αυτόν, αφετέρου τα όσα αναφέρει περί δολιοφθορών είναι, όπως ήδη ειπώθηκε, μη πειστικά λόγω της αοριστίας τους. Στη συνέχεια, ο ενάγων με τις από 31.10.2000 επιστολές του προς την εναγόμενη, ζήτησε από αυτήν να του καταβάλει τη δαπάνη επισκευής του μονού ανελκυστήρα simplex, του οποίου τη λειτουργία αναγκάστηκε να διακόψει, ενώ με την από 8.11.2000 επιστολή του, ζήτησε να του παραδοθούν οι τεχνικοί φάκελοι εκάστου ανελκυστήρα.

Η εναγόμενη αρνήθηκε να του καταβάλει το κόστος επισκευής των ως άνω ανελκυστήρων ισχυριζόμενη ότι το κόστος καλυπτόταν από τη σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων και με το υπ' αριθ. ...2/3.11.2000 έγγραφό της, ζήτησε τόσο από τον ενάγοντα όσο και από τον προκάτοχό του Κ. Τ. να προσέλθουν στις 6.11.2000 προκειμένου να πραγματοποιηθεί παράδοση και παραλαβή των ανελκυστήρων και των συρόμενων θυρών του Ραδιομεγάρου.

Ο ενάγων απέστειλε τις από 8.11.2000 και 14.11.2000 επιστολές προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγόμενης αναφέροντας την κακή κατάσταση των ανελκυστήρων και τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε κατά την εκτέλεση του έργου από πρόσωπα που εναντιώνονται στο να παραμείνει αυτός στο έργο αρνούμενος ότι οι εργασίες επισκευής των ανελκυστήρων, οι οποίοι ήταν ήδη φθαρμένοι κατά την παραλαβή του έργου από αυτόν, βάρυναν τον ίδιο σύμφωνα με τη μεταξύ τους σύμβαση.

Ωστόσο, η εναγόμενη με το υπ' αριθ. ...0/14.11.2000 έγγραφο τον κάλεσε να προβεί στην άμεση παραλαβή και συντήρηση του εξοπλισμού γνωρίζοντάς του ότι εάν συνεχιστεί το φαινόμενο να είναι ακινητοποιημένος ο μεγαλύτερος αριθμός των ανελκυστήρων του μεγάρου θα εφαρμοσθούν οι προβλεπόμενες από τη σύμβαση κυρώσεις.

Ακολούθως με το υπ' αριθ. ...2/5.12.2000 έγγραφό της η εναγόμενη τον κήρυξε έκπτωτο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη μεταξύ τους σύμβαση δεδομένου ότι, όπως αναφέρει στο έγγραφό της, και μετά την με αριθ. πρωτ. ...0/14.11.2000 επιστολή της, στην οποία του είχαν επισημάνει τα προβλήματα και τις δυσλειτουργίες που είχαν προκύψει, καμιά φροντίδα και μέριμνα από πλευράς του δεν ελήφθη, ούτως ώστε να παρουσιάζεται την ημέρα εκείνη το φαινόμενο κανείς ανελκυστήρας στο ραδιομέγαρο να λειτουργεί.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για να κηρύξει η εναγόμενη τον ενάγοντα έκπτωτο του έργου που είχε αναλάβει, αφού ο τελευταίος ήταν υπαίτιος ως προς την αθέτηση της μεταξύ τους σύμβασης, περιεχόμενο της οποίας ήταν η συντήρηση των ανελκυστήρων του μεγάρου της εναγόμενης και η επισκευή των βλαβών τους προκειμένου αυτοί να λειτουργούν άψογα, αθόρυβα και αδιάλειπτα (άρθρα 1 και 3 της σύμβασης) οριζομένης ρητά στο άρθρο 3 περίπτωση ιδ της σύμβασης ως κύρωσης σε περίπτωση μη τήρησης από τον εργολήπτη των όρων της ότι η ΕΡΤ ΑΕ δύναται να το κηρύξει έκπτωτο και να αναθέσει τη συντήρηση σε άλλο συντηρητή".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της εναγόμενης ΕΡΤ Α.Ε. και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει διαφορετικά, απέρριψε την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των άρθρων 686, 361, 389, 390, 397 εδαφ.

α και 399 του ΑΚ ΑΚ, σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων έγκυρης κήρυξης της έκπτωσης του αναιρεσείοντος εργολάβου από την εκτέλεση του έργου, ήτοι σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό ότι το περιεχόμενο του όρου της σύμβασης που παραβιάστηκε και συνεπεία της οποίας η ΕΡΤ Α.Ε.

κήρυξε έκπτωτο τον αναιρεσείοντα της συμβάσεως ήταν "η συντήρηση των ανελκυστήρων του μεγάρου της εναγομένης και η επισκευή των βλαβών τους προκειμένου αυτοί να λειτουργούν άψογα, αθόρυβα και αδιάλειπτα (άρθρα 1 και 3 της σύμβασης)", ουδόλως αναφέρεται στον εάν ο αναιρεσείων εργολάβος παρέβει ή όχι τις υποχρεώσεις του αυτές, δηλαδή εάν πραγματοποιούσε τη συντήρηση και την αποκατάσταση των βλαβών των ανελκυστήρων ή όχι και μάλιστα κατά τον τρόπο που ειδικά προσδιορίζεται στη σύμβαση.

Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται αορίστως ότι υπήρχαν προβλήματα στη λειτουργία των ανελκυστήρων και ότι την ύπαρξη των προβλημάτων αποδέχεται ο αναιρεσείων, όμως, δεν εκθέτει ποια ακριβώς ήταν τα προβλήματα αυτά. Δέχεται επίσης ότι ο μεν μάρτυρας Γ. Κ. καταθέτει ότι "παραδώσαμε στον κύριο Κ. 14 ανελκυστήρες οι οποίοι λειτουργούσανε και στις 45 μέρες δεν λειτουργούσε κανένας" και ότι υπήρξε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ΕΡΤ Α.Ε.

και η τελευταία στις 14.11.2000 τον κάλεσε να προβεί στην "άμεση παραλαβή και συντήρηση του εξοπλισμού γνωρίζοντάς του ότι εάν συνεχιστεί το φαινόμενο να είναι ακινητοποιημένος ο μεγαλύτερος αριθμός ανελκυστήρων του μεγάρου θα εφαρμοστούν οι προβλεπόμενες από τη σύμβαση κυρώσεις" και ότι ακολούθως με το από 5.12.2000 έγγραφο κήρυξε αυτόν έκπωτο από τη σύμβαση επειδή και μετά την προηγούμενη επιστολή της "καμία φροντίδα και μέριμνα από πλευράς του δεν ελήφθη, ούτως ώστε να παρουσιάζεται την ημέρα εκείνη το φαινόμενο κανείς ανελκυστήρας στο ραδιομέγαρο να λειτουργεί", όμως, πέραν του ότι παραθέτει το συγκεκριμένο περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα και των επιστολών, δεν διατυπώνει σχετικές παραδοχές, εάν δέχεται ως αληθή τα αναφερόμενα σ' αυτές περί ακινησίας όλων των ανελκυστήρων.

Επίσης, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση γιατί ο αναιρεσίβλητος είναι υπαίτιος της αθέτησης της σύμβασης, εφόσον δεν αναφέρεται στην πραγματοποίηση ή μη της συντήρησης και της αποκατάστασης των βλαβών των ανελκυστήρων. Οι πιο πάνω ελλείψεις καθιστούν ασαφές το πόρισμα, αφού δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν με όσα γίνονται δεκτά πραγματικά υπήρξε παράβαση των όρων της σύμβασης και συγκεκριμένα του όρου της πραγματοποίησης της συντήρησης και αποκατάστασης των βλαβών, της μη λειτουργίας των ανελκυστήρων και του χρόνου αυτής, καθώς και της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεών του.

Κατόπιν αυτών ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα, ως προς τις ελλιπώς παρατιθέμενες στο αναιρετήριο παραδοχές του Εφετείου (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Επίσης, μετά την παραδοχή της αναίρεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αυτής, στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του, σε βάρος του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), θα επιβληθούν δε μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 5072/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

ΔΙΑΤΑΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ