Legislator Case Law & Legislation
1352/2017 AI generated

1352/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1352/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Legislator headnote

AI generated

1352/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

Keywords

AI generated
agricultural structural funds common flat-rate scheme for farmers agricultural enterprise operation farm business allowance aid in the agricultural sector agricultural bank
AI generated
1382/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2010/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
957/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργάλλη, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.58/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
2484/2009
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική πράξη υπεξαιρέσεως από εντολοδόχους.
1712/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1352 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1352/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ζ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Γιώτσα και Παυλίνα Ζιάκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κακατσάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θήβας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, 480/2014 του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε. την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ευβοίας λόγω αρμοδιότητας και 92/2015 του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/7/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 492/2017, 192/2016, 59/2015, 171/2015, 119/2014).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 100/2017, 43/2016, 575/2015).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 119/2014, 765/2008).

Εξάλλου, από τα άρθρα 591 παρ. 1β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρούνται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ‘ ‘ ως γενόμενο κατά τη συζήτηση’ ‘ σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 611/2016, 127/2016, 98/2015, 220/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, σε περίπτωση δε ελλείψεως αυτού απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη. Έτσι, η διάταξη αυτή δεν περιέχει κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δεν ιδρύεται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ‘ ‘ πράγματα’ ‘ , η μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων, θεμελιώνει το λόγο αυτό αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προτεινόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν τη βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου,όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με την έννοια δε αυτή πράγματα αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (Ολ ΑΠ 2/2008, 25/2003, 11/1996, ΑΠ 2020/2014, 1033/2014, 1413/2010)). Αν με την αιτίαση αυτή προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά στο δεύτερο βαθμό, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν δέχεται περιστατικά αντίθετα προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 14/2004 ). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται, εκτός από τα πράγματα που το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, αν και προτάθηκαν, και όλα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 145/2014, 139/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι νομιμοποιείται ενεργητικά ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Αγροτικός ...

να στραφεί κατ’ αυτού, διεκδικώντας την καταβολή του φερόμενου ως υπεξαιρεθέντος ποσού, ενώ αυτός απλώς μεσολαβούσε, στα πλαίσια της ..., στη χορήγηση των δανείων από την ... της Ελλάδος προς τα μέλη του, ο δε αναιρεσείων ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει τα χρήματα που του κατέβαλαν οι δανειολήπτες προς μερική ή ολική εξόφληση των ως άνω δανείων στη δανείστρια Τράπεζα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ είναι δικονομικής φύσεως και δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αν δε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραλείποντας να κηρύξει την ακυρότητα της αγωγής, υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, είναι και πάλι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ότι προέβαλε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μάλιστα με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις του και το περιεχόμενο αυτού (ισχυρισμού), καθώς και αν επανέφερε αυτόν στο Εφετείο, καθορίζοντας συγχρόνως και τον τρόπο επαναφοράς του ισχυρισμού αυτού, έστω και αν αυτός μπορούσε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που παραδεκτά πρόβαλε ενώπιόν του, για απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου ως αόριστης, επειδή στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος Συνεταιρισμού και ειδικότερα δεν αναφέρεται με ποιο τρόπο το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό των 142.068.609 δραχμών περιήλθε στην περιουσία αυτού, εφόσον τα ποσά που κατέβαλαν οι δανειολήπτες σ’ αυτόν, προς μερική ή ολική εξόφληση των δανείων τους, τα κατέβαλαν σε εξόφληση δανείων που είχαν λάβει από την ...

και όχι από τον αναιρεσίβλητο Συνεταιρισμό. Επίσης, δεν αναφέρεται στην αγωγή η τύχη των δανείων για τα οποία είχε εξουσιοδοτηθεί άλλη υπάλληλος του Συνεταιρισμού και συγκεκριμένα η Π. Κ., αν δηλαδή αυτή χορήγησε σε συνεταίρους τα χρήματα των δανείων και σε ποιους τα χορήγησε, έτσι ώστε να προκύπτει ότι τα χρηματικά ποσά που φέρεται αυτός ότι δεν επέστρεψε αφορούσαν δάνεια για τα οποία είχε εξουσιοδοτηθεί από το Συνεταιρισμό, καθώς επίσης και πως ο ενάγων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δανειολήπτες που απεβίωσαν ή δεν προσήλθαν να υπογράψουν τα σχετικά γραμμάτια δεν έλαβαν πράγματι το αντίστοιχο για τον καθένα ποσό δανείου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον στο αναιρετήριο δεν παρατίθεται το κρίσιμο περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, που κρίθηκε ορισμένη με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά και με την προσβαλλόμενη, παρά μόνο κάποια αποσπάσματα αυτής επιλεκτικά, ούτε αναφέρεται αν τον περί αοριστίας ισχυρισμό ο αναιρεσείων τον προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως, δηλαδή προφορικά με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις του.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος. Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον σχετικό λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, τον οποίο παραδεκτά είχε προβάλλει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τον οποίο επικαλείτο ότι δεν ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 96.425.801 δραχμών, που του καταλογίσθηκε, διότι το ποσό αυτό το χρησιμοποίησε κατ’ εντολή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού για την πληρωμή χρηματικών υποχρεώσεων του τελευταίου προς τρίτους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό (ένσταση), έστω και αν προτάθηκε ως λόγος έφεσης. Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ .

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 8/2016, 42/2002 ), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ( Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1409/2015, 6/2012, 1320/2011, 1185/2010).

Εξ άλλου, αφορά την εκτίμηση πραγμάτων η περιεχόμενη στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας βεβαίωση ότι προσκομίσθηκαν ή δεν προσκομίσθηκαν σ’ αυτό τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, γι’ αυτό και δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α’ του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ’ αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε το δικαστηρίου της ουσίας που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ‘ ‘ αιτιολογία’ ‘ , ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, 1420/2013). 3. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ότι το ενάγον νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ‘ ‘ ... ‘ , που εδρεύει στο χωριό ..., είχε στα πλαίσια των καταστατικών του σκοπών και την άσκηση ‘ ‘ ...’ ‘ , δηλαδή προέβαινε στη λήψη δανείων από την ... της Ελλάδος υπογράφοντας, δια των εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων του, ως πρωτοφειλέτης τη δανειακή σύμβαση και το γραμμάτιο είσπραξης και ακολούθως χορηγούσε τα δάνεια αυτά στα μέλη του για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως καλλιεργητικών και λοιπών αναγκών τους.

Ειδικότερα, με την ...12-1987 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ενάγοντος, αποφασίσθηκε η εκ μέρους του ανάληψη της ... αυτοτελούς άσκησης της βραχυπρόθεσμης ‘ ‘ ...’ ‘ και η διενέργεια αυτής σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ήθελε ορίσει η ... της Ελλάδος και δόθηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συνεταιρισμού η εξουσιοδότηση για την υποβολή του σχετικού αιτήματος προς την ….

Ότι, στη συνέχεια, κατόπιν των ...12-1987, ...12-1987 και ...1-1994 αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης του ενάγοντος Συνεταιρισμού, αποφασίσθηκε η σύναψη δανειακών συμβάσεων και η λήψη δανείων από την ..., υποκατάστημα Θηβών, είτε απευθείας στο όνομά του ως μοναδικού οφειλέτη, είτε ως συνοφειλέτη από κοινού με την ... και εξουσιοδοτήθηκαν οι νόμιμοι εκπρόσωποί του να υπογράφουν τις δανειακές συμβάσεις και τα σχετικά γραμμάτια είσπραξης.

Ότι, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από τον ενάγοντα Συνεταιρισμό κατόπιν της από 31-12-1987 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ως υπάλληλος αυτού και συγκεκριμένα ως γραμματέας και στη συνέχεια του ανατέθηκαν και καθήκοντα διαχειριστή και ταμία του Συνεταιρισμού, με αποτέλεσμα να επιλαμβάνεται κατά τον επίδικο χρόνο των εν γένει εισπράξεων και πληρωμών για λογαριασμό του Συνεταιρισμού, με την έκδοση και την υπογραφή από μέρους του των σχετικών γραμματίων είσπραξης και ενταλμάτων πληρωμής.

Ότι ο ενάγων ανέθεσε αποκλειστικά στον εναγόμενο τη διεκπεραίωση της γραφικής και διαχειριστικής - ταμειακής ... που αφορούσε στην ‘ ‘ ...’ ‘ , καθώς και βάσει της ...-1-1991 απόφασης του Διοικητικού του Συμβουλίου την ευθύνη παραλαβής και φύλαξης των δανειακών εγγράφων, δηλαδή των γραμματίων και όλων των συναφών προς την ‘ ‘ ...’ ‘ εγγράφων και την τήρηση των σχετικών λογαριασμών.

Εξάλλου, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού και σε εκτέλεση των παραπάνω αποφάσεων της Γενικής του Συνέλευσης, κατά το χρονικό διάστημα από 4-4-1989 έως 18-9-1995, προέβη στη σύναψη καλλιεργητικών δανείων, δια γραμματίου του νομικού προσώπου του Συνεταιρισμού, από το υποκατάστημα ..., τα οποία αναφέρονται στις καταστάσεις διανομής - έγκρισης δανείων, οι οποίες αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των αποφάσεων αυτών, βάσει των οποίων εζητούντο τα δάνεια από την ....

Ότι με τις ανωτέρω αποφάσεις εξουσιοδοτούνταν αφενός ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού ή ο νόμιμος αναπληρωτής του και ένας συμπράττων Σύμβουλος, οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού και υπέγραφαν το γραμμάτιο οφειλής, σε διαταγή του υποκαταστήματος ..., και αφετέρου ο εναγόμενος, ο οποίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος του ενάγοντος και είχε το δικαίωμα να παραλαμβάνει από το ανωτέρω κατάστημα της ...

το συμφωνημένο ποσό του δανείου, υπογράφοντας κάθε σχετικό έγγραφο στην αρμόδια υπηρεσία της ... κατ’ εντολή και για λογαριασμό του ενάγοντος. Ότι ο εναγόμενος εισέπραξε από 4-4-1989 έως 18-9-1995 τα κατωτέρω ποσά δανείων ‘ ‘ ...’ ‘ κατ’ έτος: 1) το έτος 1989, από 5-4-1989 έως 27-12-1989, συνολικά δραχμές 125.517.359, 2) το έτος 1990, από 16-1-1990 έως 19-12-1990, συνολικά 120.943.649 δραχμές, 3) το έτος 1991 και ειδικότερα από 15-1-1991 έως 31-12-1991 συνολικά 131.036.834 δραχμές, 4) το έτος 1992, από 16-1-1992 έως 13-12-1992, συνολικά 124.046.864 δραχμές, 5) το έτος 1993 και ειδικότερα από 14-1-1993 έως 20-12-1993 συνολικά 169.810.877 δραχμές, 6) το έτος 1994 και ειδικότερα από 8-3-1994 έως 5-12-1994 συνολικά 167.313.041 δραχμές και 7) το έτος 1995, από 24-1-1995 έως 18-9-1995, συνολικά 148.208.020 δραχμές.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι όλα τα παραπάνω ποσά δανείων της ‘ ‘ ...’ ‘ όφειλε ο εναγόμενος σύμφωνα με το νόμο, το καταστατικό του ενάγοντος και τις σαφείς οδηγίες της … να τα χορηγήσει στους δικαιούχους συνεταίρους και ακολούθως κάθε ποσό που εισέπραττε από τους δανειολήπτες προς εξόφληση των ληφθέντων δανείων, να εκδώσει το αντίστοιχο παραστατικό έγγραφο, ήτοι το γραμμάτιο είσπραξης του Συνεταιρισμού, να καταχωρήσει το εισπραχθέν ποσό στην τηρούμενη στον Συνεταιρισμό καρτέλα του συνεταίρου και, τέλος, να αποδώσει τα εισπραχθέντα από τους δανειολήπτες συνεταίρους ποσά στο υποκατάστημα Θηβών της δανείστριας Αγροτικής Τράπεζας σε σύντομο χρονικό διάστημα από την είσπραξή τους (δύο φορές την εβδομάδα είχε ορισθεί από τη δανείστρια η απόδοση σ’ αυτή των εισπραττόμενων ποσών δανείων), ώστε να πιστωθεί με τα εν λόγω ποσά ο τηρούμενος στην ...

λογαριασμός του Συνεταιρισμού και να μην επιβαρυνθεί αυτός με τόκους υπερημερίας. Ωστόσο ο εναγόμενος, από το έτος 1990 έως τις 17-2-1997, διέπραξε διαχειριστικές ατασθαλίες σε βάρος του ενάγοντος, ζημιώνοντας την περιουσία του, καθόσον, όπως προέκυψε από τον ειδικό έλεγχο στην εργασία της ... από τον Συνεταιρισμό, για το διάστημα από 5-4-1989 μέχρι 17-2-1997, που διενήργησαν στα βιβλία και λοιπά παραστατικά έγγραφα του ενάγοντος νομικού προσώπου (γραμμάτια είσπραξης, καταστάσεις διανομής, αποφάσεις Διοικητικού Συμβουλίου και Γενικών Συνελεύσεων, καρτέλες συνεταίρων, λογαριασμό του Συνεταιρισμού στο υποκατάστημα ...

κλπ ) στα γραφεία της έδρας του, στο ..., οι Επιθεωρητές Συνεταιρισμών της ... Κ. Κ. και οι αναπληρωτές του Τ. Β. και Φ. Μ., ο εναγόμενος παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή του λόγω της ως άνω ιδιότητας, από το έτος 1990 έως τις 17-2-1997, από εισπράξεις ποσών δανείων από τους δανειολήπτες, με γραμμάτια είσπραξης του Συνεταιρισμού που εξέδιδε και υπέγραφε ο ίδιος.

Ότι ειδικότερα ο εναγόμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα τα πιο κάτω χρηματικά ποσά: 1) το έτος 1990 εισέπραξε για λογαριασμό του Συνεταιρισμού από 4-1-1990 έως 28-12-1990 από τους αναφερόμενους αναλυτικά στην απόφαση δανειολήπτες και με τα αναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης, που ο ίδιος είχε εκδώσει, για τμηματική ή ολική εξόφληση των ως άνω δανείων, το συνολικό ποσό των 56.204.173 δραχμών, το οποίο δεν απέδωσε ολόκληρο, όπως όφειλε, στο υποκατάστημα Θηβών της δανείστριας Τράπεζας για να πιστωθεί ο τηρούμενος σ’ αυτό λογαριασμός του ενάγοντος, αλλά απέδωσε μόνο το ποσό των 54.908.770 δραχμών και παρακράτησε χωρίς νόμιμη αιτία και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 1.295.403 δραχμών, 2) το έτος 1991 και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 2-1-1991 έως 31-12-1991 ο εναγόμενος εισέπραξε για λογαριασμό του Συνεταιρισμού από τους αναφερόμενους συνεταίρους δανειολήπτες, για μερική ή ολική εξόφληση των δανείων που είχαν λάβει από την ..., με τα αναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης του Συνεταιρισμού ( Νο ...), τα οποία αυτός εξέδωσε τις αναφερόμενες ημερομηνίες και υπέγραψε, το συνολικό ποσό των 93.181.972 δραχμών, πλην όμως απέδωσε στο υποκατάστημα ...

για να πιστωθεί ο τηρούμενος σ’ αυτό λογαριασμός του Συνεταιρισμού μόνο το ποσό των 89.874.281 δραχμών, παρακράτησε δε χωρίς νόμιμη αιτία και ιδιοποιήθηκε παράνομα το υπόλοιπο ποσό των 3.307.691 δραχμών, 3) το έτος 1992 και συγκεκριμένα από 7-1-1992 έως 31-12-1992 εισέπραξε για λογαριασμό του Συνεταιρισμού τμηματικά από τους αναφερόμενους δανειολήπτες συνεταίρους, για μερική ή ολική εξόφληση των δανείων τους από την ..., με τα αναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης (Νο ...), που ο ίδιος εξέδωσε και υπέγραψε, το συνολικό ποσό των 67.673.233 δραχμών, πλην όμως απέδωσε στην ...

για να πιστωθεί ο τηρούμενος σ’ αυτό λογαριασμός του Συνεταιρισμού το ποσό των 58.120.525 δραχμών, παρακράτησε δε χωρίς νόμιμη αιτία και ιδιοποιήθηκε παράνομα το υπόλοιπο ποσό των 9.552.708 δραχμών,4) το έτος 1993, από 4-1-1993 έως 31-12-1993, ο εναγόμενος εισέπραξε για λογαριασμό του Συνεταιρισμού από τους αναφερόμενους δανειολήπτες συνεταίρους, για μερική ή ολική εξόφληση των δανείων τους από την ..., με τα αναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης που εξέδωσε τις αναφερόμενες ημερομηνίες και υπέγραψε ο ίδιος ο εναγόμενος (Νο ...), το συνολικό ποσό των 78.973.471 δραχμών, πλην όμως δεν το απέδωσε ολόκληρο στη δανείστρια Τράπεζα για να πιστωθεί ο τηρούμενος στο υποκατάστημα Θηβών λογαριασμός του ενάγοντος, αλλά απέδωσε το ποσό των 73.002.896 δραχμών, παρακράτησε δε χωρίς νόμιμη αιτία και ιδιοποιήθηκε παράνομα το υπόλοιπο ποσό των 5.970.575 δραχμών , 5) το έτος 1994, από 4-1-1994 έως 28-12-1994, εισέπραξε για λογαριασμό του Συνεταιρισμού από τους αναφερόμενους δανειολήπτες συνεταίρους, για μερική ή ολική εξόφληση των δανείων τους από δάνεια της ‘ ‘ ...’ ‘ , με τα αναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης του Συνεταιρισμού (Νο ...), τα οποία εξέδωσε τις αναφερόμενες ημερομηνίες ο εναγόμενος για κάθε δανειολήπτη και τα υπέγραψε, το συνολικό ποσό των 131.553.769 δραχμών, πλην όμως δεν το απέδωσε ολόκληρο στην δανείστρια Τράπεζα για να πιστωθεί ο προαναφερόμενος λογαριασμός του Συνεταιρισμού, αλλά απέδωσε το ποσό των 131.362.186 δραχμών, παρακράτησε δε και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 191.583 δραχμών, 6) το έτος 1995 ο εναγόμενος, από 2-1-1995 έως 30-10-1995, εισέπραξε για λογαριασμό του ενάγοντος τμηματικά, για μερική ή ολική εξόφληση των δανείων των αναφερόμενων συνεταίρων του από δάνεια ‘ ‘ ...’ ‘ , με τα αναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης του Συνεταιρισμού (Νο ...), τα οποία εξέδωσε και υπέγραψε ο εναγόμενος τις αναφερόμενες ημερομηνίες, το συνολικό ποσό των 67.228.317 δραχμών.

Στην δανείστρια Τράπεζα ο εναγόμενος το ίδιο έτος εμφανίζεται να έχει καταβάλει επί πλέον 17.176.359 δραχμές. Οι ειδικοί Επιθεωρητές για τη διαφορά αυτή αναφέρουν στην έκθεσή τους ότι τα γραμμάτια είσπραξης ...-1-1996 και ...-1-1996, συνολικού ποσού 15.016.217 δραχμών, αφορούν εισπράξεις της περιόδου 13-11-1995 έως 31-12-1995 και σ’ αυτά έχει σβηστεί η ημερομηνία είσπραξης με διορθωτικό και γράφτηκε ως νέα ημερομηνία η 4-1-1996, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των στελεχών και των αντιτύπων των γραμματίων, προκειμένου να εμφανίσει ο εναγόμενος τις εισπράξεις αυτές ως μεταγενέστερες της πραγματικής συναλλαγής, 7) το έτος 1996 ο εναγόμενος από 4-1-1996 έως 31-12-1996 εισέπραξε για λογαριασμό του ενάγοντος τμηματικά από τους αναφερόμενους συνεταίρους δανειολήπτες, για μερική ή ολική εξόφληση των δανείων ‘ ‘ ...’ ‘ , με τα αναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης του Συνεταιρισμού (Νο ...), τα οποία ο ίδιος εξέδωσε και υπέγραψε τις αναφερόμενες ημερομηνίες, το συνολικό ποσό των 93.053.553 δραχμών, αλλά απέδωσε στην ...

Θηβών για να πιστωθεί ο τηρούμενος εκεί λογαριασμός του ενάγοντος μόνο το ποσό των 300.000 δραχμών, παρακράτησε δε χωρίς νόμιμη αιτία και ιδιοποιήθηκε παράνομα το υπόλοιπο ποσό των 92.753.553 δραχμών και 8) το έτος 1997, από 15-1- έως 17-2-1997, ο εναγόμενος εισέπραξε για λογαριασμό του ενάγοντος: α) με τα υπ’ αριθμ. .../1997 γραμμάτια είσπραξης, τα οποία ο ίδιος εξέδωσε και υπέγραψε, το συνολικό ποσό των 530.647 δραχμών, για μερική ή ολική εξόφληση δανείων ‘ ‘ ...’ ‘ .

Ωστόσο, αντί να αποδώσει το παραπάνω ποσό, όπως όφειλε, στο υποκατάστημα ..., για να πιστωθεί ο τηρούμενος σ’ αυτό λογαριασμός του ενάγοντος, το παρακράτησε χωρίς νόμιμη αιτία και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ότι, συνεπώς, ο εναγόμενος από την ως άνω αιτία παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό ποσό των 113.602.160 δραχμών ( 1.295.403 + 3.307.691 + 9.552.708 +5.970.575 + 191.583 + 92.753.553 + 530.647), από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 17.176.359 δραχμών, που επεστράφη από τον εναγόμενο στην ...

το έτος 1995, και επομένως το συνολικό ποσό που ιδιοποιήθηκε παράνομα ανέρχεται σε 96.425.801 δραχμές, β) ο εναγόμενος παρακράτησε ποσό 89.985 δραχμών, το οποίο προέρχεται από δάνειο της κατάστασης διανομής ...-3-1995, γ) ποσό 13.051.524 δραχμών, το οποίο αφορά δάνεια που είχαν καταχωρηθεί στις καρτέλες των συνεταίρων-μελών του ενάγοντος, τα οποία όμως αυτοί δεν έλαβαν και δεν υπέγραψαν τα σχετικά γραμμάτια, δ) ποσό 21.157.187 δραχμών, το οποίο προέκυψε από γραμμάτια διαφόρων ποσών, που δεν έχουν υπογραφεί από παραγωγούς, συνεταίρους ή μη του ενάγοντος, οι οποίοι μέχρι τη λήξη του ελέγχου των Επιθεωρητών της ...

δεν αποδέχθηκαν τα ποσά αυτά, ε) ποσό 6.334.830 δραχμών, το οποίο αφορά γραμμάτια είσπραξης διαφόρων ποσών, που εισέπραξε ο εναγόμενος από συνεταίρους, προκειμένου, αφού καταχωρηθούν στην καρτέλα τους, να αποδοθούν στη δανείστρια Τράπεζα, ώστε να πιστωθεί ο λογαριασμός του ενάγοντος, πλην όμως ο εναγόμενος δεν τα απέδωσε στην ...

αλλά τα παρακράτησε, στ) ποσό 192.025 δραχμών, το οποίο ο συνεταίρος Α. Τ. του Α. κατέθεσε στον Συνεταιρισμό, έναντι ληφθέντος από αυτόν δανείου, πλην όμως ο εναγόμενος δεν εξέδωσε το αντίστοιχο γραμμάτιο είσπραξης, ιδιοποιούμενος παράνομα το παραπάνω ποσό από τις 11-12-1996, που το εισέπραξε, ζ) ποσό 2.641.048 δραχμών, το οποίο αφορά σε δάνεια που εισέπραξε ο εναγόμενος από την ...

για τους παρακάτω συνεταίρους, χωρίς όμως να τα αποδώσει σε αυτούς και μάλιστα για τον Ά. Α. του Ι. ποσό 1.000.000 δραχμών, για τον Ξ. Φ. του Σ. ποσό 200.000 δραχμών, για το Γ. Μ. του Α. ποσό 500.000 δραχμών, για τον Ε. Μ. του Α. ποσό 202.010 δραχμών, για το Β. Τ. του Ε. ποσό 67.850 δραχμών, για τη Φ. Κ. ποσό 94.000 δραχμών, για τη Φ. Δ. του Γ.

ποσό 543.800 δραχμών και για τον Σ. Σ. του Μ. ποσό 33.388 δραχμών, η) ποσό 600.000 δραχμών το οποίο, αφού εισέπραξε ο εναγόμενος από το συνέταιρο Δ. Μ., με τα γραμμάτια είσπραξης ...11-1994 και .../16-11-1995, 300.000 δραχμών το καθένα, για να πιστωθεί η καρτέλα του, τελικά το παρακράτησε και θ) ποσό 1.576.209 δραχμών, που αποτελεί το υπόλοιπο συνολικού ποσού 3.397.042 δραχμών που εισέπραξε από τον συνέταιρο Γ.

Δ., με τα γραμμάτια είσπραξης .../30-1-1996, ποσού 2.033.098 και 1.363.944 δραχμών αντίστοιχα, έναντι ληφθέντων από αυτών δανείων ..., πλην όμως παρακράτησε παράνομα το ως άνω ποσό. Ότι, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο εναγόμενος ενεργώντας ως εντολοδόχος του ενάγοντος Συνεταιρισμού, διέπραξε σε βάρος του τελευταίου το αδίκημα της κατ’ εξακολούθηση υπεξαίρεσης , για το οποίο έχει χωρήσει και αμετάκλητη καταδίκη του με την 466/2008 απόφαση του Γ’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ζημιώνοντάς τον κατά το συνολικό ποσό των 142.068.609 δραχμών ( 96.425.801 + 89.985 +13.051.524 + 21.157.187 + 6.334.830 + 192.025 + 2.641.048 + 600.000 + 1.576.209 ).

Μετά τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως ως προς το ύψος του υπεξαιρεθέντος και οφειλόμενου ποσού, εξαφάνισε την τελευταία απόφαση μόνο ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που είχε επιδικασθεί (145.735 ευρώ ), επιδικάζοντας για την αιτία αυτό το ποσό των 25.000 ευρώ, και ως προς την έναρξη της τοκοφορίας του επιδικασθέντος ποσού από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και όχι προγενέστερα, όπως είχε αποφανθεί η πρωτόδικη απόφαση.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε πρωτόδικα αλλά και κατ’ έφεση ο αναιρεσείων, προς απόδειξη του κρίσιμου ισχυρισμού του ότι ο αναιρεσίβλητος, δια του αναιρεσείοντος, κατέβαλε προς εκπλήρωση υποχρεώσεών του τα ποσά των δραχμών 2.140.992, 3.896.779, 85.299.977 και 3.636.000 για τα έτη 1994, 1995, 1996 και 1997 αντίστοιχα, τα οποία, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας αυτού, εξασφαλίσθηκαν από τα χρήματα που έπρεπε να καταβληθούν προς εξόφληση των δανείων στην ....

Ειδικότερα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο τα εξής έγγραφα, όπως κατά λέξη αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) η φορτωτική υπ’ αριθμ ...-3-1996 (Ν.Α. Δ.) ποσού 100.300 δραχμών, β) τα γραμμάτια είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας, υπ’ αριθμ. .../14-11-1996, .../11-9-1996, .../15-5-1996, .../16-7-1996, .../3-2-1997 και ...11-1996, ποσού δραχμών 3.000.000, 2.000.000, 1.000.000, 1.000.000 και 10.000 αντίστοιχα, γ) οι υπ’ αριθμ. ...

αποδείξεις είσπραξης (...) της 3-1-1997, 29-3-1996, 29-11-1996, 10-9-1996 και 25-11-1996, ποσού 2.000.000, 1.344.219, 141.600, 1.344.211 και 3.751.337 δραχμών αντίστοιχα, δ) οι υπ’ αριθμ ...-5-1997, ...-3-1996, ...-5-1996 και ...-12-1996 αποδείξεις είσπραξης (...), ποσού δραχμών 150.000, 779.760, 2.585.268 και 7.714.633 αντίστοιχα, ε) απόδειξη πληρωμής (Η.Κ.) της 28-12-1996, ποσού 6.173.052 δραχμών, στ) τα υπ’ αριθμ. ...-6-1994, ...-7-1994, ...-8-1994, ...-8-1994, ...-8-1995, ...-11-1995, ...-12-1995 και ...-3-1996 τιμολόγια πώλησης- δελτία αποστολής (Η.

Κ.), ποσού δραχμών 254.880, 764.640, 1.019.520, 101.952, 1.504.500, 722.160, 300.90 και 1.504.500 αντίστοιχα, ζ) δύο αποδείξεις κατάθεσης χρημάτων στην ..., με ημερομηνία 8-11-1996 και 3-101996, ποσού δραχμών 3.000.000 η κάθε μία, η) οι αποδείξεις είσπραξης υπ’ αριθμ. ...-9-1996 (ΜΚ), ...-1-1996 (...), ...-8-1996 και ...-12-1996(...), της ...-11-1996, ...-3-1996 και ...-3-1996 (...), .../17-9-1996 (... ΟΕ), της εταιρείας ...

ΕΠΕ της 10-12-1996, ...-11-1996 και ...11-1996 (ΑΦΟΙ... ΟΕ), ποσού δραχμών 100.000, 640.000, 5.378.364, 2.770.000, 300.000, 500.000, 750.000, 1.000.000, 712.800, 3.500.000 και 400.000, αντίστοιχα, θ) η υπ’ αριθμ. ...-8-1996 (Ν.. Α.) φορτωτική ποσού 350.000 δραχμών, ι) γραμμάτιο είσπραξης της Τράπεζα ..., με ημερομηνία 4-10-1996, ποσού 607.600 δραχμών, ια)το υπ’ αριθμ. ...6-11-1996 δελτίο αποστολής (...

ΕΠΕ) και ιβ) τα υπ’ αριθμ. .../2-12-1996, ...15-2-1996 και .../28-3-1996 γραμμάτια είσπραξης (...), ποσού δραχμών 20.000.000, 1.000.000 και 889.430 αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ανωτέρω περιγραφή των εγγράφων που φέρεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι πλήρης, αναφορικά με το περιεχόμενο ενός εκάστου εγγράφου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, καθώς και την εξέταση του ίδιου του εναγομένου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της υπ’ αριθμ. 20/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων η υπ’ αριθμ. ...-5-2003 έκθεση ειδικής πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο διορισθείς με την 419/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ορκωτός λογιστής Δ.

Τ., η …/1999 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του εναγομένου Γ. Ί. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θήβας, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων καταλήγει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, χωρίς όμως η κρίση αυτή να ιδρύει αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για κρίση περί πραγμάτων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Μάλιστα, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητά αναφέρεται ότι, εκτός από τον παραπάνω δικαστικό πραγματογνώμονα, και οι Επιθεωρητές Συνεταιρισμών της Αγροτικής Τράπεζας Κ. Κ., Τ. Β. και Φ. Μ. διενήργησαν έλεγχο στα βιβλία και λοιπά παραστατικά έγγραφα του αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού που υπήρχαν στα γραφεία του και αναφέρει ενδεικτικά ότι έλεγξαν τα γραμμάτια είσπραξης, τις καταστάσεις διανομής, τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων του αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού, τις καρτέλες των συνεταίρων, τους λογαριασμούς του αναιρεσίβλητου στο υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας στη Θήβα και τα συμπεράσματά τους από τον ανωτέρω έλεγχο περιέχονται στην υπ’ αριθμ. ...-6-1997 ‘ ‘ Έκθεση Ειδικού Ελέγχου στην Εργασία Άσκησης της ...

από τον ... περιφέρειας καταστήματος ... Θήβας’ ‘ και, επίσης, ότι ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι αποκλειστικά υπαίτιοι, άλλως συνυπαίτιοι, για το ποσό που φέρεται ότι έχει υπεξαιρέσει, είναι τα πρόσωπα που διοικούσαν το Συνεταιρισμό κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα της υπεξαίρεσης από μέρους του αναιρεσείοντος όχι μόνο του ποσού των 96.425.801 δραχμών, αλλά και του υπόλοιπου ποσού των 45.642.808 δραχμών, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλει με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 375 ΠΚ, για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπεξαίρεσης από αυτόν του ως άνω ποσού και συγκεκριμένα:

α) ως προς το ότι, ενώ δέχεται ότι εισέπραξε το έτος 1989 για λογαριασμό του Συνεταιρισμού από την ... Θηβών ποσά δανείων ... ύψους 13.873.076 δραχμών και κανένα ποσό το έτος 1990, δέχεται ακολούθως ότι το έτος 1990 εισέπραξε από τους δανειολήπτες συνολικά 56.204.173 δραχμές, από τα οποία παρακράτησε ποσό 1.295.403 δραχμών, χωρίς να εξειδικεύει πως εξηγείται ότι ενώ εισέπραξε 54.908.770 δραχμές το έτος 1989 από τους δανειολήπτες, ως δάνεια από την ...

εισέπραξε μόνο 13.873.076 δραχμές, β) δεν διευκρινίζει με ποια ιδιότητα και βάσει ποιας απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού ελάμβανε από την ... δάνεια της ‘ ‘ ...’ ‘ και εισέπραττε από τους δανειολήπτες χρηματικά ποσά έναντι ή σε εξόφληση των δανείων τους από τις 4-1-1990 έως τις 23-1-1991, γ) δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ιδιοποιήθηκε παράνομα τα υπόλοιπα, πλην του ποσού των 96.425.801 δραχμών, χρηματικά ποσά, ούτε για ποιους συνεταίρους προορίζονταν τα επί μέρους δάνεια, ποια ήταν τα αντίστοιχα για τον καθένα ποσά και αν αυτοί αναφέρονταν στις καταστάσεις διανομής, δ) δεν αναφέρει από ποιους συγκεκριμένα συνεταίρους εισέπραξε ο αναιρεσείων το ποσό των 6.334.830 δραχμών, ποιο ποσό εισέπραξε από τον καθένα και πότε, με βάση ποια γραμμάτια είσπραξης και γιατί το ποσό αυτό δεν περιλαμβάνονται στο συνολικό ποσό των 96.425.801 δραχμών, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, οι ίδιες ασάφειες ισχύουν και για τα ποσά των 192.025, 600.000 και 1.576.209 δραχμών και ε) σχετικά με το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό των 600.000 δραχμών υπάρχει ασάφεια και ως προς τους αριθμούς των γραμματίων είσπραξης, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο αριθμός του γραμματίου … αφορά γραμμάτιο είσπραξης του έτους 1991, ενώ ο αριθμός του γραμματίου ...

δεν ανήκει στο έτος 1995, αφού η σειρά του έτους 1996 σταματά στον ... και οι επόμενοι αριθμοί ανήκουν στο επόμενο έτος, είναι απορριπτέες για τους εξής λόγους. Οι τρεις πρώτες αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται στο τέταρτο φύλλο, ότι το έτος 1990 ο αναιρεσείων εισέπραξε κατ’ εντολή και για λογαριασμό του αναρεσιβλήτου δάνεια ‘ ‘ ...’ ‘ συνολικού ύψους 120.943.649 δραχμές, στο δεύτερο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι με την ...-12-1987 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου προσελήφθη ως γραμματέας ο αναιρεσείων και παράλληλα του ανατέθηκαν καθήκοντα ταμία και διαχειριστή αυτού και στο τεσσαροκοστό έκτο φύλλο αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων, με την ιδιότητα του εντολοδόχου του αναιρεσιβλήτου, διέπραξε σε βάρος του το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ’ εξακολούθηση και παρακράτησε παράνομα με σκοπό την ιδιοποίηση, εκτός από το ποσό των 96.425.801 δραχμών, και αυτά των δραχμών 89.985., 13.051.524, 21.157.187, 6.334.830, 192.025, 2.641.048, 600.000 και 1.576209.

Οι λοιπές αιτιάσεις δεν αποτελούν ‘ ‘ ζητήματα’ ‘ και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, το οποίο όμως διατυπώνεται σαφώς.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η ένδικη αίτηση ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2016 αίτηση του Ζ. Τ. για αναίρεση της 96/2015 απόφασης του Εφετείου Ευβοίας.

Και

Επιβάλλει σε βάρος του ανιαρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ