1352/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1352/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 2 § 1 ΠΚ ήτοι της αρχής της εφαρμογής του ηπιότερου νόμου, όπως είναι αυτός που καταργεί το αξιόποινο".", κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 2 εδ α Ν. 4177/2013 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1352 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1352/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου και Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘ Αννας Ζαΐρη και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Βραχάτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Αγορανομικού Δικ/ριου Πειραιά.
Το Τριμελές Αγορανομικό Δικ/ριο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 1956/10-3-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 445/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ’ αριθμ. 3/29-1-2016 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Αγορανομικού Δικαστηρίου Πειραιώς, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 25-2-2016, ο κατηγορούμενος Ά. Κ. άσκησε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 10-3-2016 νομότυπα και εμπρόθεσμα την με αριθμό πρωτ. 1956/10-3-2016 αίτηση αναιρέσεως. Επομένως η κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 30 παρ. 15 του Αγρονομικού Κώδικα (ΝΔ 136/1946), που καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 2 του Ν. 4177/2013, με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και δι’ αμφοτέρων των ποινών, τιμωρούνται: Οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τας κατά τον παρόντα νόμον εκδιδομένας αγορανομικάς διατάξεις και άλλας αστυνομικάς διατάξεις ρυθμιζούσας αγορανομικά αντικείμενα. Με το άρθρο 48 παρ. 2 Ν. 4177/2013 (ΦΕΚ Α’ 173/08/08/2013) καταργήθηκε το Ν.Δ. 136/1946, με το δε άρθρο 19 παρ. 2 εδ. α του Ν 4177/2013 "Κανόνες διακίνησης και αγοράς προϊόντων", που ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 8-8-2013, ορίζεται ότι όποιος... διαθέτει τρόφιμα μη ασφαλή ή ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών.
Περαιτέρω με το άρθρο 13 της ΥΑ Α 2-861/14-8-2013 (ΦΕΚ 2044/22-8-2013), ορίζονται οι προϋποθέσεις για την διάθεση προϊόντων με περασμένη χρονολογία ελάχιστης διατηρησιμότητας για την παράβαση δε αυτή προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα, δεδομένου του ότι, οι υπό του αναιρεσείοντος επικαλούμενες διατάξεις του άρθρου 13 της ΥΑ -861 αναφέρονται στις προϋποθέσεις για τη διάθεση προϊόντων με περασμένη χρονολογία ελάχιστης διατηρησιμότητας (εξαίρεση διαθέσεως των ευαλλοιώτων τροφίμων, περιορισμός ως προς το χρόνο διαθέσεως αυτών μετά την πάροδο της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας, απαγόρευση διαθέσεως σε χώρους ομαδικής εστίασης, πώληση με χαμηλότερη τιμή, έκθεση προς πώληση διαχωρισμένα από τα άλλα τρόφιμα και σε πινακίδα που θα αναρτάται σε αυτά και θα αναγράφει με κεφαλαία γράμματα τη φράση "ΤΡΟΦΙΜΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ" και επομένως σε διαφορετικό αντικείμενο από εκείνο της ρυθμίσεως των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 15 του ΝΔ 136/1946 και του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. 2α του ν. 4177/2013, οι οποίες αναφέρονται στη πώληση τροφίμων μη ασφαλών και ακαταλλήλων για την ανθρώπινη κατανάλωση λόγω παρόδου του χρόνου ελάχιστης διατηρησιμότητας Συνακολούθως είναι αβάσιμος και α σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας.
Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις α) του άρθρου 14 παρ., παρ. 1, 2α του Καν ΕΕ 178/02: Τρόφιμα τα οποία είναι μη ασφαλή δεν διατίθενται στην αγορά. Τα τρόφιμα θεωρούνται ως μη ασφαλή όταν εκτιμάται ότι είναι: α) επιβλαβή για την υγεία και β) του άρθρου 21 παρ. 1 και Παράρτημα VI παρ. 2α, 3 της ΚΥΑ 15523/06 ΦΕΚ Β 1187/2006 που καταργήθηκαν με το άρθρο 64 παρ. 21 του Ν. 4235/2014 (ΦΕΚ Α 32/11-2-2014):
Όσοι παραβαίνουν τις διατάξεις των Κανονισμών που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσας απόφασης, τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, καθώς και τις διατάξεις Κανονισμών ή αποφάσεων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν θέματα ασφάλειας των τροφίμων και την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, υπόκεινται στις κυρώσεις ποινικές και διοικητικές που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Ν. 2741/1999, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
Χαρακτηρισμός των τροφίμων βάσει των αποτελεσμάτων του επισήμου ελέγχου. Για τις ανάγκες του επισήμου ελέγχου. Ως μη ασφαλή τρόφιμα (νοούνται) τα τρόφιμα που δεν πληρούν τους υγειονομικούς όρους που επιβάλει η Κοινοτική και Εθνική Νομοθεσία. Διακρίνονται σε α) ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση και β) επιβλαβή για την υγεία.
Ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση. Στην κατηγορία αυτή μπορούν να καταταγούν τρόφιμα που έχουν υπέρβαση του χρόνου διατηρησιμότητας και γ)του άρθρου 5, παρ. 11 του νόμου 2741/1999 (ΦΕΚ Α 199/28-9-1999) η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 64 παρ. 9 του Ν, 4235/2014: Όποιος... διαθέτει στην κατανάλωση τρόφιμα κατά παράβαση των προδιαγραφών των προτύπων και των κανόνων που τίθεται από το νόμο ή με εξουσιοδότηση νόμου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλες διατάξεις.
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, του νόμου 4117/ 2013, με τη νομοθέτηση του άρθρου 19, ο νομοθέτης επεδίωξε την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των προβλεπομένων ελέγχων με τη δυνατότητα επιβολής ποινικών κυρώσεων για περιπτώσεις διαθέσεως μη ασφαλών και ακαταλλήλων για ανθρώπινη κατανάλωση τροφίμων, οι οποίες δικαιολογούνται από την απαξία των εν λόγω πράξεων, αλλά και το κίνδυνο που δημιουργούν για την υγεία και τα εν γένει συμφέροντα των καταναλωτών.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στο οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλο στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο η περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι το ευμενέστερο του ενός ή του άλλου ποινικού κανόνα θα κριθεί στην συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα.
Παλαιότερα, η κρατούσα στη νομολογία γνώμη δεχόταν ότι δεν επιτρέπεται ο συνδυασμός δύο διαφορετικών νόμων που ίσχυσαν και η επιλογή των ηπιότερων διατάξεων που περιέχονται στον καθέναν από αυτούς, γιατί τότε κατασκευάζεται νέος νόμος που δεν υπάρχει και ο δικαστής στην περίπτωση αυτή νομοθετεί. Ήδη, όμως, γίνεται δεκτό ότι είναι δυνατόν για το έγκλημα που τελέσθηκε υπό την ισχύ παλαιότερου και εκδικάζεται υπό τη ισχύ νεότερου νόμου να εφαρμόζεται αφενός ό,τι απαιτεί ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου ό,τι προβλέπει άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή (ΑΠ 557/2004 ΠοινΔικ 2004, 880), ήτοι, δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς χωρίς αυτό να συνιστά επέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο έργο της νομοθετικής, αφού, ο δικαστής εφαρμόζει δύο υφισταμένους νόμους και δεν δημιουργεί τρίτο ενδιάμεσο.
Ανεπίτρεπτη, λοιπόν, κατ’ άρθρο 26 του Συντάγματος, επέμβαση του δικαστή στο έργο της νομοθετικής εξουσίας συντρέχει στην περίπτωση που αυτό δημιουργεί μία νέα διάταξη, επιλέγοντας στοιχεία της από ένα νόμο που ίσχυε στο χρόνο από την τέλεση έως την εκδίκαση της υποθέσεως και στοιχεία της από ένα άλλο νόμο της ίδιας χρονικής περιόδου, όπως ως διάταξη νοείται η γενική και αφηρημένη ρύθμιση μιας αυτοτελούς παραμέτρου του ποινικού κολασμού (π.χ.
ρύθμιση για στοιχειοθέτηση εγκλήματος, ρύθμιση για την ποινή, ρύθμιση για τον τρόπο δίωξης). Μπορεί, δηλαδή να προκριθεί και να εφαρμοστεί ως ευμενέστερη μία διάταξη που απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, μη συντρέχοντα στην συγκεκριμένη περίπτωση, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του ίδιου κατά τα λοιπά, νομοτυπικά στοιχεία εγκλήματα που τιμωρούνταν από ένα άλλο νόμο, αλλά δεν επιτρέπεται ένας συνδυασμός στοιχείων αντικειμενικών υποστάσεων εγκλημάτων, που προβλέπονται από διαφορετικούς νόμους, που θα έχει ως συνέπεια τη διάπλαση από το δικαστή μιας εντελώς νέας αντικειμενικής υπόστασης που ουδέποτε καταγράφηκε νομοθετικά ως στοιχειοθετούσα έγκλημα (ΑΠ 2460/2008).
Κατά, την έννοια της εν λόγω διατάξεως (του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ), με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικεστέρου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδικάσεως της υποθέσεως, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις με την εφαρμογή, δηλαδή με βάση της προβλεπόμενες, στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις επιφέρει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Κατά συνέπεια επιεικέστερος είναι ο νόμος που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός, που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο ποινής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη διαδικασία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση να απαντήσει στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Η διάταξη ενδεικτικά αναφέρει μερικές μόνο περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας, όπως, όταν α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρτικά ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γ) έκρινε για την πολιτική αγωγή, δ) καταδίκασε για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση ή για το οποίο δε δόθηκε η άδεια διώξεως ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από έφεση του κατηγορουμένου κατά της υπ’ αριθμ. 1218/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Αγορανομικού Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 3/2016 απόφαση του, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του υπό το, κατά λέξη, περιεχόμενο ""Α. Δυνάμει του άρθρου 140 του Κεφ. 15 της ΥΑ Α2 -861/14-8-2013 (ΦΕΚ Β’ 2044 22.8.2013 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ το άρθρο 66 της ΑΔ 07/2009 (Καθορισμός ανώτατων τιμών διάθεσης ορισμένων ειδών που διαλαμβάνονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 1 της παρούσας), καθώς και κάθε άλλη Αγορανομική Διάταξη, από την έναρξη ισχύος της ΥΑ Α2 -861/14-8-2013 (ΦΕΚ Β 2044 22.8.2013), η οποία ορίζεται σε 10 ημέρες από τη δημοσίευσή στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Β. Δυνάμει του άρθρου 48 παρ. 2 του Ν. 4177/2013 (ΦΕΚ Α’ 173/08/08/2013 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ το Ν.Δ. 136/46 ("Αγορανομικός Κώδιξ"). Γ. Τέλος στο Κεφ. 3 (ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΕΔΩΔΙΜΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) της ΥΑ Α2 -861/14-8-2013 (ΦΕΚ Β’ 2044 22.8.2013) και δη στο άρθρο 13 (Διάθεση προϊόντων με περασμένη χρονολογία ελάχιστης διατηρησιμότητας) παρ. 7 προβλέπονται ως κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης αυστηρά και μόνον διοικητικά πρόστιμα. Δ.
Συνεπώς συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 2 § 1 ΠΚ ήτοι της αρχής της εφαρμογής του ηπιότερου νόμου, όπως είναι αυτός που καταργεί το αξιόποινο".", κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 2 εδ α Ν. 4177/2013 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Ειδικότερα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: "Επειδή από την κυρία αποδεικτική διαδικασία γενικά και τα έγγραφα που διαβάσθηκαν στο ακροατήριο (από την επισκόπηση των πρακτικών στα αναγνωσθέντα συμπεριλαμβάνεται και η από 1-10-2008 έκθεση κατασχέσεως και καταστροφής μη ασφαλών τροφίμων καταλλήλων για ανθρώπινη κατανάλωση), προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε, ότι:
Στην Αίγινα, την 1/10/2008, ο κατηγορούμενος δ/νων σύμβουλος της εταιρείας ..., που λειτουργεί υποκατάστημα στην περ. γυμναστηρίου της Αίγινας, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, διέθεσε στην κατανάλωση, δηλαδή πωλούσε τα προϊόντα που αναφέρονται στο διατακτικό, των οποίων είχε παρέλθει ο χρόνος ελάχιστης διατηρησιμότητας, όπως εκτίθεται στο διατακτικό για έκαστο.
Εξ αυτού του λόγου, δηλαδή το ότι πωλούσε προϊόντα ληγμένα, κρίνεται ότι παρέβη τη διάταξη του αρθρ. 19 παρ. 2 εδ. 2α. Ν. 4177/13 ότι δηλαδή πωλούσε μη ασφαλή και ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση τρόφιμα, αφού τα εν λόγω προϊόντα, ως ληγμένα, μη διαθέτων άδεια για τη διάθεσή τους, δεν πρέπει να καταναλώνονται από τον άνθρωπο.
Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την άνω πράξη, απορριπτομένων την αυτοτελών ισχυρισμών καθόσον και μετά την κατάργηση των αναφερομένων σ’ αυτούς διατάξεων, η ως άνω συμπεριφορά τυποποιείται ως έγκλημα στη διάταξη του αρθρ. 19 παρ. 2 εδ. α Ν. 4177/13"." Ακολούθως εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του ότι, κατά πιστή μεταφορά:
στην Αίγινα την 1/10/200/ τυγχάνοντας νόμιμος εκπρόσωπος ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "..." η οποία λειτουργεί υποκατάστημα στην περ. γυμναστηρίου της Αίγινας, από πρόθεση με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση αυτού του ιδίου εγκλήματος, και δη διέθεταν στην κατανάλωση προϊόντα επιβλαβή για την υγεία, καθώς είχε παρέλθει ο χρόνος διατηρησιμότητας.
Συγκεκριμένα κατά τον αγορανομικό έλεγχο που έγινε στο ανωτέρω υποκ/μα κατελήφθησαν με αυτές ιδιότητες τους να έχουν εκθέσει για πώληση τα παρακάτω προϊόντα των οποίων είχε παρέλθει ο χρόνος ελάχιστης διατηρησιμότητας: 1) 25 τεμάχια ...", με χρονολογία ελάχιστης διατηρησιμότητας 30-7-2008, 2) 7 τεμάχια χυμό πορτοκάλι "..." 1000ml, με ημερομηνία ελάχ.
διατηρησιμότητας 15-9-2008, 3) 9 τεμάχια σάλτσα σουκιγιάκι "..." 296ml με ημερομηνία ανάλωσης 7/1/2008, 4) 5 τεμάχια κράκερ ρυζιού αλατισμένα 100 γραμ. με ημερομηνία ανάλωσης 17/9/2008 και 5) 13 τεμάχια σοκολάτα γάλακτος με αμύγδαλα "...", 56 γρ. με ημερομηνία ανάλωσης 1/9/2008, τα οποία κρίθηκαν μη ασφαλή και ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση".
Με αυτές τις παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 19 παρ. 2 εδ α Ν. 4177/2013, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 2 εδ.
α του Ν. 4177/2013 και των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 98 ΠΚ, 14 παρ. 2β Καν ΕΕ 178/2002, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ουδέ υπερέβη την εξουσία του. Ειδικότερα αναφέρεται η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας "..." που λειτουργεί υποκατάστημα στην Αίγινα, ο δόλος αυτού, ο οποίος συνίσταται στο ότι με πρόθεση, ήτοι με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι έτσι το επιτυγχάνει, παραβίασε την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2α του Ν. 4177/2013 περί διαθέσεως τροφίμων μη ασφαλών και ακαταλλήλων για την ανθρώπινη κατανάλωση, εκθέτοντας προς πώληση προϊόντα των οποίων είχε παρέλθει ο χρόνος ελάχιστης διατηρησιμότητας, και ειδικότερα διαθέτοντας προς πώληση στο άνω κατάστημα πωλήσεως τροφίμων την 1-10-2008 τρόφιμα που είχε παρέλθει ο ελάχιστος χρόνος διατηρησιμότητας και συγκεκριμένα 25 τεμάχια sause από τις 30-7-2008, 7 τεμάχια χυμό πορτοκάλι από τις 15-9-2008, 9 τεμάχια σάλτσα από την 7-1-2008, 5 τεμάχια κράκερ ρυζιού από τις 17-9-2008 και 13 τεμάχια σοκολάτα από την 1-9-2008, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι μη ασφαλή και ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση λόγω παρόδου του χρόνου της διατηρησιμότητας εκάστου.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο της ουσίας κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 48 παρ.2 του ν.4177/2013 και 13 παρ. 7 της ΥΑ Α 2-861/14-8-20113 απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του περί ανεγκλήτου της πράξεώς του, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί οι ρυθμίσεις της ΥΑ Α2 -861/14-8-2013 (ΦΕΚ Β 2044 22.8.2013) αφορούν διάφορη πράξη και ειδικότερα αναφέρονται στις προϋποθέσεις διαθέσεως τροφίμων με περασμένη χρονολογία ελάχιστης διατηρησιμότητας, ενώ οι διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 15 του Αγορανομικού Κώδικα με βάση τις οποίες ασκήθηκε η εναντίον του ποινική δίωξη και 19 παρ. 1 εδ. 2α Ν. 4177/2013 με βάση τις οποίες καταδικάσθηκε, αναφέρονται στην πώληση τροφίμων μη ασφαλών και ακαταλλήλων για ανθρώπινη κατανάλωση λόγω παρόδου του χρόνου ελάχιστης διατηρησιμότητας.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη αιτιολογίας είναι απαράδεκτες διότι με αυτές με την, κατ’ επίφαση, επίκληση ως αναιρετικού λόγου, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος και υπό την προϋπόθεση ότι η αναίρεση είναι παραδεκτή, εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο, ο οποίος ισχύει μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης, η αυτεπάγγελτος όμως εφαρμογή του ηπιότερου νόμου δεν δύναται να γίνει και όταν αυτός ισχύει προ της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το δικαστήριο του ουσίας αντί να εφαρμόσει, το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης, ο οποίος είναι επιεικέστερος, έχει εφαρμόσει τον νόμο του χρόνου "διεξαγωγής της δίκης" εκλαμβάνοντας εσφαλμένα ότι αυτός είναι ηπιότερος νόμος, γιατί στην περίπτωση αυτή, ναι μεν το δικαστήριο υποπίπτει σε σφάλμα αλλά το σφάλμα αυτού δεν διορθώνεται αυτεπάγγελτα, πρέπει δε να ασκηθεί κατά της αποφάσεως αίτηση αναιρέσεως για την συγκεκριμένη εσφαλμένη, εφαρμογή η ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως κατά το άρθρο 510 στοιχ, Ε του ΚΠΔ.
Τα ανωτέρω δεν αντίκεινται στο άρθρο 7 του Συντάγματος, κατά το οποίο ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλέπεται κατά την τέλεση της πράξεως γιατί ναι μεν η ανωτέρω διάταξη δεσμεύει το νομοθέτη και το δικαστή πλην όμως προϋποθέτει ότι στα δικαστήρια η υπόθεση εισάγεται σύμφωνα με τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις και στην επίμαχη περίπτωση εφόσον στο άρθρο 511 του ΚΠοινΔ ορίζεται ότι ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπάγγελτα τον μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επιεικέστερο νόμο, προκύπτει ότι όταν ο νόμος αυτός ισχύει προ της εκδόσεως αυτής (της προσβαλλομένης αποφάσεως) και το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δεν τον έχει εφαρμόσει, τότε το σφάλμα του μόνο με αίτηση αναιρέσεως σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις δύναται να εξοβελιστεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση και τη σύγκριση των προπαρατεθεισών διατάξεων, με τις οποίες προβλέπεται και η ποινική κύρωση της διαθέσεως τροφίμων μη ασφαλών ακαταλλήλων για την ανθρώπινη κατανάλωση, και ειδικότερα τροφίμων που έχουν υπέρβαση του χρόνου διατηρησιμότητας, προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 1-10-2008, χρόνο τελέσεως της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος με την απόφαση 3/2016 του Τριμελούς Αγορανομικού Πλημμελειοδικείου Πειραιώς (αναιρεσιβαλλομένη) έως την 29-1-2016, που δημοσιεύθηκε η 3/2016 απόφαση , καθορίζεται σε α) φυλάκιση ή χρηματική ποινή ή αμφότερες οι ποινές (άρθρο 30 παρ. 15 Αγορ.
Κωδ.), β) φυλάκιση, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλες διατάξεις (άρθρο 5 παρ. 11 Ν. 2741/199) και γ) φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών (άρθρο 19 παρ, 2α Ν. 4177/2013) και ότι επιεικέστερος νόμος ως προς την προβλεπόμενη ποινή είναι η διάταξη εκείνου που προβλέπει ποινή φυλακίσεως ή χρηματική ποινή (30 παρ. 15 Αγορ.
Κωδ). Κατά συνέπεια κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο βαθμό, οπότε και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υφίστατο ζήτημα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 2 ΠΚ περί εφαρμογής του ευμενεστέρου νόμου ως προς τα όρια της ποινής και δη της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 15 Αγορ. Κωδ., αλλά όπως και προαναφέρθηκε, ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση αυτή δεν έχει δυνατότητα να εφαρμόσει αυτεπάγγελτα τον ηπιότερο νόμο, εφόσον ο νόμος αυτός υπήρχε πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, και ο αναιρεσείων ούτε με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως ούτε με προσθέτους λόγους τους οποίους δεν άσκησε, προσβάλλει την απόφαση αυτή για εσφαλμένη εφαρμογή η ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως κατά τα ως άνω.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινομένη δήλωση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την επιδοθείσα την 10-3-2016 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπ’ αριθμ. πρωτ. …/10-3-2016 δήλωση του Ά. Κ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Σεπτεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ