Legislator Case Law & Legislation
1352/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation grounds, ruling false accusations against a lawyer are not protected by Article 367.2 Criminal Code.

Case Number 1352/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a Lamia Court of Appeal decision regarding a defamation lawsuit filed by a husband against his wife's lawyer. The husband alleged his wife and her lawyer conspired to defraud him, but the court found these claims were false and malicious. The court ruled that Article 367.2 of the Criminal Code applies only to simple defamation and insult, not to the specific type of malicious falsehood alleged here, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57 and 59 of the Civil Code; Article 367.2 of the Criminal Code; The court held that malicious falsehoods regarding professional conduct do not fall under the protection of Article 367.2 of the Criminal Code, which is limited to simple defamation and insult.

Keywords

AI generated
defamation appeal malicious falsehood lawyer professional conduct Article 367.2 Criminal Code Article 57 Civil Code Article 59 Civil Code supreme court dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 57 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 367.2 of the Criminal Code
Article 559.19 of the Code of Civil Procedure
Article 495.4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1352 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1352/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. συζύγου Δ. Π., το γένος Κ. Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Σταυριανό και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/11/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 23/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ... /24-2-2015 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Ι. Α., που προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή του κατά την ορισθείσα και στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτός στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 § 2).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 80/2014 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε επί της από 21-2-2011 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 107/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία έγινε δεκτή η από 21-3-2007 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Κατά το άρθρο 57 του Α.Κ.

όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην αντίληψη και την εντύπωση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι:

α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 § 3 του Συντάγματος και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (Ολ.

ΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57§2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ. Ειδικότερα κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ’ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367§1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (ΠΚ 367§1γ ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Κατ’ εξαίρεση όμως το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος παρέχει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Τέλος μορφές υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (ΑΠ 19/2012, 170/2010). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 31-1-2005 εξουσιοδοτήσεως της πρώτης εναγόμενης προς το δεύτερο εναγόμενο, τον οποίο όρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο τελευταίος κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λαμίας την από 3-2-2005 μήνυση αυτής για απάτη δικαστηρίου εναντίον του ενάγοντος, που είναι επίσης δικηγόρος και κατά των πελατών του Ν.

Τ. και Γ. Τ. Το ιστορικό της διαφοράς έχει ως εξής: Ο ενάγων Γ. Τ. που είναι δικηγόρος Λαμίας, ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος των Ν. Τ. και Γ. Τ. (μηνυομένων) σε μία δίκη διανομής ακινήτου, της οποίας συνέταξε την αγωγή. Το ακίνητο αυτό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της πρώτης εναγομένης Γ. Π., δεν ήταν κοινό αλλά ανήκε στην αποκλειστική κυριότητά της.

Επομένως, κατ’ αυτήν τόσο ο ενάγων (ως δικηγόρος), όσο και οι εντολείς του (ως διάδικοι) ισχυρίστηκαν ψευδώς με την προαναφερόμενη αγωγή διανομής ότι είναι κοινό και ανήκει σ’ αυτούς κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου. Με την υπ’ αριθ. .../1996 έκθεση κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λαμίας Δέσποινας Μ.-Τ.

κατασχέθηκε αναγκαστικά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου του Δ. Π., ο οποίος είναι σύζυγος της πρώτης εναγομένης Γ. Π.. Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου ... και έχει έκταση 1.120 τμ. Μετά την κατάσχεση το ανωτέρω ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε, για την ικανοποίηση απαίτησης 4.402.405 δρχ.

της πελάτισσας του ενάγοντος Γ. Τ. (δεύτερης μηνυόμενης), την οποία διατηρούσε κατά του Δ. Π. Ο οφειλέτης Δ. Π. είχε γίνει συγκύριος του κατασχεθέντος και εκπλειστηριασθέντος ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1977 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αταλάντης Κωνσταντίνου Μπολτέτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκε στην κυριότητα της συζύγου του Γ. Π. (πρώτης εναγομένης). Η πρώτη εναγόμενη εξάλλου είχε αποκτήσει, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1968 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αταλάντης Θεόδωρου Σουλτανόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, την αποκλειστική κυριότητα και ενός όμορου ακινήτου εκτάσεως ενός στρέμματος, στο οποίο, το έτος 1970, ανήγειρε διώροφη οικοδομή.

Ωστόσο, στις υπ’ αριθ. α) .../1996 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, β) .../1996 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και γ) .../1996 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αναφέρθηκε εσφαλμένα, ότι η διώροφη οικοδομή ήταν πάνω στο κατασχεμένο ακίνητο. Η πρώτη εναγομένη κατά των ανωτέρω πράξεων εκτελέσεως άσκησε ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 6/2001 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή με την αιτιολογία ότι η ανακρίβεια αυτή στην περιγραφή δεν θα της προκαλέσει εν τέλει βλάβη, διότι κατά την εκτέλεση τη κατακυρωτικής έκθεσης ο δικαστικός επιμελητής δεν θα την αποβάλλει, αλλά θα εφαρμόσει ορθά τους τίτλους και θα αφήσει εκτός εκτελέσεως την οικία της.

Η έφεση, που άσκησε επ’ αυτής ενώπιον του Εφετείου Λαμίας απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 6/2001 απόφαση με τις ίδιες αιτιολογίες. Στη συνέχεια ο Ν. Τ., εντολέας του ενάγοντος, άσκησε την από 3-2-2004 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι αυτός κατέστη συγκύριος της διώροφης οικοδομής ως υπερθεματιστής στον προαναφερόμενο αναγκαστικό πλειστηριασμό, ο οποίος είχε γίνει δυνάμει της υπ’ αριθ. .../1996 κατασχετήριας έκθεσης, στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτελέσεως, που επίσπευδε η Γ.

Τ. κατά του Δ. Π.. Με την ίδια αγωγή ζήτησε τη διανομή του κοινού πλέον ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 80/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία την απέρριψε γιατί έκανε δεκτό ότι ο ενάγων Ν. Τ. δεν είχε γίνει συγκύριος της οικίας, η οποία όπως προαναφέρθηκε είχε κτισθεί όχι στο κατασχεμένο αλλά σε όμορο ακίνητο.

Στη συνέχεια όμως η πρώτη εναγόμενη Γ. Π., διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Π. Σ., δευτέρου εναγομένου, κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λαμίας την από 3-2-2005 μήνυσή της τόσον κατά των Ν. Τ. και Γ. Τ., όσο και κατά του δικηγόρου τους Γ. Τ. (ενάγοντος) καταγγέλλοντας ότι τέλεσαν σε βάρος της το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου, διότι όσα ισχυρίστηκαν με την προαναφερόμενη αγωγή ήσαν ψευδή και τα οποία έπλητταν το δικαίωμα κυριότητάς της επί της διώροφης οικίας της.

Όμως, στο κείμενο της μηνύσεως, ειδικά για τον ενάγοντα Γ. Τ., διέλαβαν και τα εξής: "Επειδή ο τρίτος των μηνυομένων, που υπογράφει το δικόγραφο της από 5-1-2004 αγωγής οργανώνει νομικά τις μεθοδεύσεις των δύο πρώτων μηνυομένων αφού τους έχει εκπροσωπήσει σε όλες τις αστικές δίκες που συναρτώνται με το κατασχεθέν και συνεπώς έχει λάβει γνώση των αποφάσεων που εκδόθηκαν και διαθέτει την εμπειρία και τη νομική κατάρτιση για να διαπιστώσει τα αποδιδόμενα στο κατασχεθέν υπερκείμενα ανήκουν στο συνεχόμενο ακίνητο μου.

Η εμπλοκή του τρίτου των μηνυομένων (δηλαδή του ενάγοντος) γίνεται εναργέστερη αν ληφθεί υπόψην ότι η δικαστική επιμελήτρια η οποία κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων της παρέλειψε να εφαρμόσει τίτλους ιδιοκτησίας του καθού συζύγου μου και περιγράφει τυπικώς μεν κατασχεθείσα την ιδιοκτησία του αλλά αποδίδει σε αυτήν τα υπερκείμενα δικής μου ιδιοκτησίας, η αξία των οποίων είναι πολλαπλάσια των "υποκείμενων", είναι συγγενής (σύζυγος) του και στεγάζεται στο ίδιο γραφείο με αυτόν".

Τα ανωτέρω δεν συνιστούν "κρίσεις και προσωπικές εκτιμήσεις" όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες, αλλά γεγονότα. Απέδωσαν δηλαδή στον ενάγοντα δικηγόρο ότι εν γνώσει της αληθινής εμπράγματης κατάστασης προέβη σε αβάσιμη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας της. Η μήνυση αυτή με την υπ’ αριθ. 159/2006 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λαμίας απορρίφθηκε και τέθηκε στο αρχείο χωρίς να ασκηθεί κατ’ αυτής προσφυγή.

Από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της μηνύσεως (κατά το μέρος που αναφέρεται στον ενάγοντα) προκύπτει ευθέως ότι οι εναγόμενοι (εντολέας και συντάκτης δικηγόρος) στρεφόταν προσωπικώς κατά του ενάγοντος επικρίνοντας τις επιλογές του ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης, που του ανατέθηκε από την πρώτη εναγομένη.

Επί πλέον (που είναι και το κυριότερο) αποδίδουν σ’ αυτόν πρόθεση α) εξαπάτησης του δικαστηρίου και β) πρόκλησης βλάβης στην περιουσία της πρώτης εναγομένης, πράγμα που δεν είναι αληθές. Διατυπώνονται δε, όχι απλώς υπαινιγμοί αλλά ευθείς ισχυρισμοί ότι ο ενάγων, στα πλαίσια του λειτουργήματος του ως δικηγόρου, τελώντας μάλιστα σε συμπαιγνία με τη δικαστική επιμελήτρια σύζυγό του επιχείρησαν να προβούν σε παράνομες πράξεις σε βάρος της πρώτης εναγομένης και να καρπωθεί για λογαριασμό των εντολέων περιουσιακά στοιχεία, που γνώριζε, ότι δεν ανήκαν σε αυτόν.

Τα ως άνω αναφερόμενα στη μήνυση, τα οποία διατυπώνονται με βεβαιότητα ως γεγονότα, (εκτός του ότι τον εξέθεσαν σε κίνδυνο ποινικής διώξεως και καταδίκης) ήταν ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την προσωπική και επαγγελματική τιμή του ενάγοντος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είναι δικηγόρος Λαμίας.

Διαδόθηκαν δε τα ψευδή και συκοφαντικά αυτά γεγονότα από τους εναγομένους εν γνώσει της αναλήθειάς του και μάλιστα σε ευρύ κύκλο του νομικού κόσμου της Λαμίας, διότι για το έγγραφο της μήνυσης και για το περιεχόμενο του έλαβαν γνώση οι αρμόδιοι εισαγγελικοί λειτουργοί, οι υπάλληλοι της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Λαμίας και του πταισματοδικείου Λαμίας, δηλαδή πρόσωπα, που ανάγονται στο ευρύτερο επαγγελματικό περιβάλλον του ενάγοντος.

Με τον τρόπο αυτό ήταν δυνατόν να δημιουργηθούν αμφιβολίες για την επαγγελματική ακεραιότητα και την επιστημονική κατάρτιση του ενάγοντος. Η προβολή (διάδοση) των ανωτέρω ψευδών και συκοφαντικών ισχυρισμών των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντος αποτελούσε ηθελημένη ενέργεια αυτών να προσβάλουν την τιμή και την αξιοπρέπειά του ενώπιον των τρίτων και ιδιαίτερα στον επαγγελματικό του περίγυρο, διότι γνώριζαν ότι η μήνυση θα κατατίθεντο στην Εισαγγελία και το Πρωτοδικείο Λαμίας, όπου ο ενάγων δραστηριοποιείται επαγγελματικά.

Η σκόπευση αυτή φανερώνει και το δόλο τους για τη συκοφαντική δυσφήμιση του ενάγοντος. Ο ισχυρισμός τους ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της πρώτης απ’ αυτούς δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Συνεπώς, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, καθώς αυτό τυγχάνει εφαρμογής επί απλής δυσφημήσεως και εξυβρίσεως και όχι επί συκοφαντικής, όπως εν προκειμένω. Επομένως, ο ενάγων από την προαναφερόμενη (υπαίτια) κοινή ενέργεια των εναγομένων υπέστη παράνομα προσβολή της προσωπικότητάς του, η οποία συνιστά και αδικοπραξία.

Δικαιούται λοιπόν σύμφωνα με τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ να αξιώσει απ’ αυτούς, ενεχόμενους σε ολόκληρο, χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της έκτασης της βλάβης της τιμής του ενάγοντος, της υπαίτιας συμπεριφορά των εναγομένων και της βαρύτητας του πταίσματος τους (δόλος), σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση των μερών, εκ των οποίων η πρώτη είναι κυρία σημαντικής ακίνητης περιουσίας και ο δεύτερος δικηγόρος Αθηνών, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ, η καταβολή του οποίου, αν και δεν μπορεί να εξαφανίσει τη ζημία επί του καθαρώς ηθικού αγαθού της τιμής και της επαγγελματικής αξιοπιστίας του ενάγοντος, είναι εντούτοις σε θέση να αμβλύνει ως ένα βαθμό τα δυσάρεστα συναισθήματα, που προκάλεσε σ’ αυτόν η προσβολή".

Ακολούθως το Εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) οι αναιρεσείοντες στο κείμενο της μηνύσεως, ειδικά για τον αναιρεσίβλητο, διέλαβαν και τα εξής: "Επειδή ο τρίτος των μηνυομένων, που υπογράφει το δικόγραφο της από 5-1-2004 αγωγής οργανώνει νομικά τις μεθοδεύσεις των δύο πρώτων μηνυομένων αφού τους έχει εκπροσωπήσει σε όλες τις αστικές δίκες που συναρτώνται με το κατασχεθέν και συνεπώς έχει λάβει γνώση των αποφάσεων που εκδόθηκαν και διαθέτει την εμπειρία και τη νομική κατάρτιση για να διαπιστώσει τα αποδιδόμενα στο κατασχεθέν υπερκείμενα ανήκουν στο συνεχόμενο ακίνητο μου", β) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στον αναιρεσίβλητο πρόθεση εξαπάτησης του δικαστηρίου και πρόκλησης βλάβης στην περιουσία της πρώτης των αναιρεσειόντων, πράγμα που δεν είναι αληθές, ενώ παράλληλα διατυπώνονται, όχι απλώς υπαινιγμοί, αλλά ευθείς ισχυρισμοί ότι ο αναιρεσίβλητος, στα πλαίσια του λειτουργήματος του ως δικηγόρου, τελώντας μάλιστα σε συμπαιγνία με τη δικαστική επιμελήτρια σύζυγό του, επιχείρησαν να προβούν σε παράνομες πράξεις σε βάρος της πρώτης των αναιρεσειόντων και να καρπωθεί για λογαριασμό των εντολέων του περιουσιακά στοιχεία, που γνώριζε, ότι δεν ανήκαν σε αυτούς, γ) η μήνυση αυτή με την υπ’ αριθ. 159/2006 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λαμίας απορρίφθηκε και τέθηκε στο αρχείο χωρίς να ασκηθεί κατ’ αυτής προσφυγή, δ) ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της πρώτης από αυτούς δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, αφού αυτό εφαρμόζεται επί απλής δυσφημήσεως και εξυβρίσεως και όχι επί συκοφαντικής, όπως στην προκειμένη περίπτωση και ε) η διάδοση των ανωτέρω ψευδών και συκοφαντικών ισχυρισμών των αναιρεσειόντων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου αποτελούσε ηθελημένη ενέργεια αυτών να προσβάλουν την τιμή και την αξιοπρέπειά του ενώπιον των τρίτων και ιδιαίτερα στον επαγγελματικό του περίγυρο, διότι γνώριζαν ότι η μήνυση θα κατατίθεντο στην Εισαγγελία και το Πρωτοδικείο Λαμίας, όπου ο τελευταίος δραστηριοποιείται επαγγελματικά, γεγονός φανερώνει και το δόλο τους για τη συκοφαντική του δυσφήμιση.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).

Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής των δικαστικών εξόδων εις βάρος των αναιρεσειόντων, αφού ο αναιρεσίβλητος, ως εκ της ερημοδικίας του, δεν υποβλήθηκε σε δαπάνες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ