Supreme Court dismisses appeal against land boundary ruling as procedural grounds were not met under civil procedure law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the District Court's decision regarding a land boundary dispute. The appellant argued the lower court erred by accepting unproven claims and ignoring evidence, but the Court found these grounds inadmissible as they did not fit the statutory categories for appeal. Consequently, the appeal was dismissed because the appellant failed to demonstrate a violation of substantive law or other specific procedural errors required by the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 559 of the Civil Procedure Code; An appeal against a first-instance judgment is admissible only if it alleges a violation of substantive law, improper court composition, excess of jurisdiction, or illegal denial of public trial, and must be strictly confined to these statutory grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1352 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1352/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελ-λόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα-Μαρία Νταϊλάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2 συζ. Ψ1, το γένος ..., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 18-11-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολει-πόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, οι αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο. Ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης προσκομίζει τις ...
εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Δράμας ..., από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 3-12-2008, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για την μετ' αναβολή δικάσιμο, αφού η αναβολή από το πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως γι' αυτούς.
Επομένως παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει. Κατά τα άρθρα 1012 και 1013 ΑΚ, αν το ακίνητο στερείται της αναγκαίας διόδου προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος αυτού να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες, έναντι ανάλογης αποζημιώσεως. Η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί καθορίζονται με δικαστική απόφαση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως ακίνητο στερούμενο της αναγκαίας διόδου προς το δρόμο θεωρείται όχι μόνο εκείνο το οποίο στερείται κάθε επικοινωνίας με δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό δρόμο, αλλά και εκείνο, το οποίο έχει μεν δίοδο προς τέτοιο δρόμο, πλην όμως αυτή δεν εξυπηρετεί επαρκώς τις ανάγκες του ιδιοκτήτη του, για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίηση αυτού σύμφωνα με τον προορισμό του.
Αν δεν υπάρχει καθόλου δίοδος ή αν η υπάρχουσα είναι επαρκής ή ανεπαρκής για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ακινήτου κρίνεται όχι κατά τις υποκειμενικές αντιλήψεις του κυρίου του ακινήτου αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες που υπάρχουν κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής και ειδικότερα σύμφωνα με τις ενεστώσες ανάγκες του ακινήτου, τη φύση του, την οικονομική εκμετάλλευση (χρησιμότητα), τον προορισμό του, την θέση ή την περιοχή όπου βρίσκεται, τις εκάστοτε καιρικές συνθήκες κ.λ.π.
με κριτήρια δηλαδή την ωφέλεια του περίκλειστου ακινήτου και την ανάλογη θυσία του γειτονικού, ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων των μερών, χωρίς το Δικαστήριο να έχει υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα του δικαιούχου ενάγοντος αναφορικά με τη χάραξη ή την τυχόν διαπλάτυνση της διόδου αν κρίνει ότι ο τρόπος αυτός είναι επιζήμιος.
Η σχετική αγωγή, ασκούμενη από τον κύριο του ακινήτου που στερείται επαρκούς διόδου, απευθύνεται κατά του κυρίου του ακινήτου, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ του ακινήτου αυτού και του δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού δρόμου, και, εφόσον μεταξύ του ακινήτου του ενάγοντος και του δρόμου αυτού μεσολαβούν περισσότερα από ένα ακίνητα, απευθύνεται κατά των κυρίων όλων των ακινήτων αυτών.
Αν όμως υπάρχουν περισσότεροι από ένας δημόσιοι, δημοτικοί ή κοινοτικοί δρόμοι, με τους οποίους μπορεί να συνδεθεί το ακίνητο του ενάγοντος με δίοδο παρεχομένη κατά τις πιο πάνω διατάξεις, ο ενάγων δεν υποχρεούται να απευθύνει την αγωγή του κατά των κυρίων όλων των ακινήτων που παρεμβάλλονται μεταξύ του ακινήτου του και όλων αυτών των δρόμων, αλλά απόκειται στην υπεράσπιση του εναγομένου να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει άλλο ακίνητο, από το οποίο μπορεί να παρασχεθεί δίοδος, λιγότερο επαχθής από αυτή που ζητείται με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου διαμορφώνεται δικονομικά σε αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, με την απόδειξη δε αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο (Εφετείο) δέχθηκε τα εξής: "Με το με αριθμό ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Δράμας Αικατερίνης Κουρινάκη-Κοκκινίδου που μεταγρά-φηκε νόμιμα, ο ενάγων έγινε κύριός του με αριθ. 150 αγροτεμαχίου ... και συνορεύει βόρεια και δυτικά με ανάχωμα και σιδηροδρομική γραμμή, νότια με τα με αριθμ. 159, 161 και 163 αγροτεμάχια και ανατολικά με το με αριθμό 151 αγροτεμάχιο συνιδιοκτησίας των εναγομένων.
Οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του όμορου, από την ανατολική πλευρά του ακινήτου του ενάγοντος, ως άνω αγροτεμαχίου με αρ. 151 έκτασης 2.375 τ.μ. που συνορεύει βόρεια με αγροτικό δρόμο διανομής, νότια με τα με αρ. 163 και 165 αγροτεμάχια, ανατολικά με το με αριθμ. 152 αγροτεμάχιο και δυτικά με το με αριθμ. 150 αγροτεμάχιο του ενάγοντος, δυνάμει του με αριθμ. ...
συμβολαίου του συμβολαιογράφου Δράμας Ματθαίου Δομνίδη που μεταγράφηκε νόμιμα. Τα παραπάνω ακίνητο του ενάγοντος, με αριθμό 150, στο οποίο αυτός διατηρεί επιχείρηση (βιοτεχνία) μεταλλικών κατασκευών είναι περίκλειστο από όλες του τις πλευρές, στερείται δηλαδή την αναγκαία δίοδο τόσον προς την από βορειοανατολικά διερχόμενη αγροτική οδό, όσο και προς την από νότια διερχόμενη.
Ως εκ τούτου ο ενάγων δικαιούται παροχής διόδου προκειμένου να εξυπηρετηθεί το ακίνητό του, δεδομένου ότι πρέπει να διέρχονται από αυτήν φορτηγά αυτοκίνητα, με τα οποία προμηθεύεται τις πρώτες ύλες για την βιοτεχνία του, αλλά και τα οποία είναι απαραίτητα για την μεταφορά των εμπορευμάτων του. Ο δικαιοπάροχος του τελευταίου, όσο και ο ίδιος από της κτήσεως του εν λόγω αγροτεμαχίου έφθανε στην από βορειοανατολικά διερχόμενη αγροτική οδό διαμέσου ενός πρόχειρα κατασκευασθέντος κυρτής φοράς χωματόδρομου, πλάτους 3 μ., που διέρχεται από το βορειοδυτικό σημείο του ακινήτου των εναγομένων, κατόπιν ανοχής των ιδιοκτητών και προς εξυπηρέτηση.
Πλην όμως το τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας τους οι εναγόμενοι προτίθενται να το περιφράξουν, ήδη δε αρχές Ιανουαρίου του 2006 άρχισαν τις εργασίες περίφραξης, στο επίδικο τμήμα τις οποίες αναγκάσθηκαν από τον ενάγοντα να διακόψουν, καθιστώντας έτσι αδύνατη την πρόσβαση από τον παραπάνω αγροτικό δρόμο προς το ακίνητο του ενάγοντος και αντίστροφα.
Για το λόγο αυτόν, ο ενάγων, ζητεί να παραχωρήσουν οι εναγόμενοι δίοδο διαμέσου του ακινήτου τους, επικαλούμενος ότι η πλησιέστερη και λιγότερο επαχθής δίοδος για να επικοινωνήσει με τον προαναφερόμενο από βορειοανατολικά ασφαλτοστρωμένο αγροτικό δρόμο είναι η διερχόμενη δια μέσου του βορειοδυτικού άκρου του ακινήτου τους.
Από την όλη αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι η αιτούμενη δίοδος, η οποία αρχίζει από το βορειοδυτικό άκρο του με αριθμό 151 αγροτεμαχίου συγκυριότητας των εναγομένων σχήματος τραπεζίου με πλευρές μήκους 6 μ. η βορειοδυτική και 17 μ. η βορειοανατολική και πλάτους 5 μ. και θα καταλαμβάνει εμβαδόν 57,50 τ.μ. (6 μ + 17 μ: 2Χ5 ) από το αγροτεμάχιο των εναγομένων, όπως η κατεύθυνση της απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του Γ που προσκομίζει ο ενάγων, δεν είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η πλέον πρόσφορη, για το λόγο ότι υπάρχουν άλλα γειτονικά ακίνητα, δια μέσου των οποίων, βάσει των αντικειμενικών συνθηκών, είναι δυνατή η δίοδος προς την, από τη νότια πλευρά του ακινήτου του ενάγοντος, με παρεμβολή του με αριθμό 163 αγρού ιδιοκτησίας του ίδιου (ενάγοντος) και του 164 αγρού, διερχόμενη αγροτική οδό, η οποία βαίνει παράλληλα με την ασφαλτοστρωμένη αγροτική οδό.
Συγκεκριμένα ο ενάγων είναι κύριος και του υπ' αριθμ. 163 αγρού, ο οποίος είναι όμορος και συνεχόμενος στη νότια πλευρά του υπ' αριθμ. 150 ως άνω ακινήτου του. Ο υπ' αριθμ. 163 αγρός συνορεύει νότια με τον υπ' αριθμ. 164 αγρό που έχει πρόσοψη στην ως άνω διερχόμενη αγροτική οδό, όπως και ο συνεχόμενος στην ανατολική πλευρά του 164 αγρού, με αριθμό 166 αγρός.
Έτσι, προσφορότερη είναι η δίοδος που υποδεικνύεται από τους εναγόμενους, ήτοι αυτή που θα διέρχεται σε ευθεία γραμμή μεταξύ των 164 και 166 αγρών, μήκους 60 μ. και πλάτους 4 μ., η οποία θα καταλαμβάνει 240 τ.μ., αρχόμενη από το όριο των υπ αριθμ. 164 και 166 αγρών με την νότια πλευρά του υπ' αριθμ. 163 ακινήτου του ενάγοντος και του 165 όμορου ακινήτου και θα καταλήγει στην αγροτική οδό που βρίσκεται νότια των με αριθμ. 164 και 166 ακινήτων (βλ.
το τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου υπομηχανικού Γ). Η προτεινόμενη από τον ενάγοντα δίοδος είναι μεν συντομότερη αυτής που υποδεικνύουν οι εναγόμενοι, παράλληλα όμως είναι ιδιαίτερα επαχθής για το ακίνητο των τελευταίων. Και ναι μεν η παροχή διόδου δεν αποτελεί εκποιητική δικαιοπραξία και δεν επέρχεται μ' αυτή στέρηση της ιδιοκτησίας και κατ' ακολουθίαν φυσική διαίρεση του ακινήτου, πλην όμως η προτεινόμενη από τον ενάγοντα δίοδος θα καταλαμβάνει 5 μέτρα από την ήδη στενή πλευρική διάσταση της πρόσοψης του ακινήτου των εναγομένων, από τη βόρεια πλευρά του ακινήτου τους, πλάτους 14 μέτρων, με αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά η πλευρική αυτή διάσταση και κατ' επέκταση εκμεταλ-λεύσιμη επιφάνεια του οικοπέδου, καθιστώντας αδύνατη τη δόμηση του εν λόγω ακινήτου στο βόρειο τμήμα του.
Οι εναγόμενοι δε, προτίθενται να ανεγείρουν στο οικόπεδό τους οικοδομή στο τμήμα αυτό, από το οποίο θα διέλθει η αιτούμενη δίοδος, με δεδομένο ότι ακίνητο είναι φυτεμένο με οπωροφόρα δένδρα και στη νότια πλευρά του υφίσταται αποθήκη, το δε έδαφος στην νότια πλευρά είναι με υψομετρική διαφορά περίπου τριών μέτρων με τη βόρεια πλευρά και δεν ενδείκνυται σ' αυτό η δόμηση ακινήτου.
Πέραν αυτών οι εναγόμενοι θα υποστούν περαιτέρω ζημία για το λόγο ότι, αν δοθεί η αιτούμενη δίοδος, ακόμη κι αν καταστεί δυνατή η ανέγερση οικοδομής στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου, η εκπομπή θορύβου, καυσαερίων, δονήσεων ή άλλων παρόμοιων επενεργειών από τη διέλευση μεγάλων φορτηγών αυτοκινήτων από τη δίοδο πλησίον της οικοδομής για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ακινήτου του ενάγοντος, σαφώς θα παραβλάπτει σημαντικά τη χρήση του ακινήτου των εναγομένων.
Αντίθετα η υποδεικνυόμενη από τους εναγομένους ως άνω δίοδος μέσω των ανωτέρω ιδιοκτησιών είναι πλέον πρόσφορη και ολιγότερο επαχθής για τους ιδιοκτήτες αυτών, γιατί θα μειωθούν λιγότερο οι πλευρικές διαστάσεις των υπ' αριθμ. 164 και 166 αγρών, αφού έχουν πλευρικές διαστάσεις 30 μ. έκαστος και η δίοδος θα διέρχεται σε ευθεία γραμμή και από τους δύο αγρούς.
Πέραν αυτού πρόκειται για αγροτεμάχια στα οποία δεν υπάρχουν δένδρα, σε περίπτωση δε παραχώρησης της υποδεικνυόμενης από τους εναγόμενους διόδου ουδόλως επηρεάζεται η δόμησή τους, ενώ ταυτόχρονα θα ικανοποιείται η ανάγκη διόδου των υπ' αριθμ. 163 και 165 ακινήτων, τα οποία στερούνται διόδου. Εξάλλου η δίοδος αυτή εξυπηρετεί επαρκώς τις επικαλούμενες με την κρινόμενη αγωγή ανάγκες προσπέλασης προς το ακίνητο του ενάγοντος, για τη μεταφορά των εμπορευμάτων και πρώτων υλών για τη βιοτεχνία του, αφού μπορεί να διέρχονται απ' αυτή με τροχοφόρα οχήματα.
Συνεπώς, εν προκειμένω πρέπει να εφαρμοσθούν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1012-1013 ΑΚ, κατά τις οποίες, το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, δεν έχει υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα του δικαιούχου αναφορικά με τη χάραξη της διόδου, αν κρίνει ότι ο τρόπος αυτός είναι επαχθής. Με βάση τα παραπάνω η ένδικη αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη ουσιαστικά.
Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να παραχωρήσουν 46 τ.μ. από το ακίνητό τους για την απαιτούμενη δίοδο, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1012 ΑΚ, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και ουσιαστικά και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό, να δικασθεί στην ουσία της η αγωγή στην ουσία της η αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ν' απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με αυτό που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης της αίτησης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω δε αιτίαση ότι το πιο πάνω Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι με την παροχή της αιτούμενης διόδου οι εναγόμενοι δεν θα δύνανται να οικοδομήσουν στη βόρεια πλευρά του αγροτεμαχίου τους, παραβίασε τις διατάξεις του π.δ. 24-85/1985, βάσει των οποίων, σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατή η δόμηση στη βόρεια πλευρά του είναι αλυσιτελής, αφού το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με άλλη επικουρική σκέψη του, που επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του, δέχτηκε ότι οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι), αν δοθεί η αιτούμενη δίοδος, "ακόμη και αν καταστεί δυνατή η ανέγερση οικοδομής στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου", θα υποστούν ζημία, κατά τα αναφερόμενα πιο πάνω.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτό αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Οι, κατά την ανωτέρω διάταξη, τέσσερις λόγοι αναιρέσεως αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμ. 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως. Η απαρίθμηση των προανα-φερόμενων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των ως άνω αποφάσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, οι πλημμέλειες από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρ. 559 αριθ. 10, 8α και 11α ΚΠολΔ, ήτοι ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, παρά το νόμο έλαβε υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς των εναγομένων που δεν προτάθηκαν και έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Οι λόγοι αυτοί, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι δεν περιέχονται στο άρθρ. 560 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2007 αίτηση του X για αναίρεση της 91/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ