Legislator Case Law & Legislation
1352/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on interest calculation, dismissing vague evidence claims.

Case Number 1352/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding labor dispute damages. The appellant argued for specific interest calculations and evidence regarding unpaid work periods, while the respondent contested the scope of the claim. The court rejected the appeal's vague arguments regarding evidence but accepted the claim that the lower court exceeded its original request, ordering a remand for recalculation of specific interest amounts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 9 para. b' KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: An appeal is permitted if the court ruled on matters beyond the request, and vague allegations regarding evidence fail to establish a ground for reversal.

Keywords

AI generated
labor dispute damages interest calculation excess ruling vague appeal grounds remand for recalculation omission of evidence court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 9 para. b' KPolD
Art. 215 para. 1 KPolD
Art. 223 para. 1 KPolD
Art. 294 KPolD
Art. 295 para. 1 KPolD
Art. 561 para. 2 KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 559 no. 11 para. g' KPolD
Art. 352 para. 1 KPolD
Art. 664 KPolD
Art. 580 para. 3 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1352 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1352/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαλάνη.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νασόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2355/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-8-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 17-3-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρ. 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των αρ. 215 παρ. 1, 223 παρ. 1, 294 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, η οποία θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό αίτημα και επομένως εκλείπουν όλες οι δικοτομικές και ουσιαστικές συνέπειες του καταψηφιστικού αυτού αιτήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' αρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι : (Α) Με την από 9-2-2004 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (Ε1 και Χ1, τώρα αναιρεσείουσα, η οποία μετά τον θάνατο της πρώτης εναγομένης υπεισήλθε στην θέση της και συνέχισε την αναγείσα δίκη) να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 197.956,93 Ευρώ με το νόμιμο τόκο (α) από το τέλος κάθε έτους ως προς τα κονδύλια (αγωγικές αξιώσεις) με αριθ. 2 (προσαύξηση για παροχή νυκτερινής εργασίας), 3 (αποζημίωση για παράνομες υπερωρίες), 4 (προσαύξηση για εργασία Κυριακών και εορτών), 5 (επιδόματα Χριστουγέννων), 6 (επιδόματα Πάσχα), 7 (επιδόματα και αποζημίωση αδείας) και 9 (αποζημίωση για μη χορήγηση ημερών εβδομαδιαίας ανάπαυσης) και (β) από την επίδοση της αγωγής για τ' αγωγικά κονδύλια 1 (αποζημίωση απόλυσης), 8 (απωλεσθέντα επιδόματα ανεργίας) και 10 (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (Β) κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), παρισταμένη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασ.

Νασόπουλο, με δήλωση αυτού που καταχωρίσθηκε στα 146/2005 πρακτικά συνεδρίασης και με τις κατά την συζήτηση νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της περιόρισε παραδεκτά κατ' αρ. 223 εδ. β' ΚΠολΔ το αίτημα της αγωγής της αναφορικά μεν με το με αριθ. 1 κονδύλιο, (αποζημίωση απόλυσης) συνολικού ύψους 20165,76 ευρώ, σε αναγνωριστικό κατά ένα μέρος και δη κατά το ποσό των 10165,76 ευρώ, αναφορικά δε με τα λοιπά αγωγικά κονδύλια, συνολικού ύψους 187.956,93 Ευρώ από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής αναφέροντας στις προτάσεις της κατά την αναλυτικότερη διατύπωση και εξειδίκευση της δήλωσης αυτής "Επειδή παραδεκτώς περιορίζεται το αίτημα της αγωγής μου σε 10.000, ήτοι σε μέρος του υπ' αριθ. 1 κονδυλίου αυτής για αποζημίωση απολύσεως, σε καταψηφιστικό.

Το υπόλοιπο του κονδυλίου τούτου εκ 10165,76 Ευρώ, ως και των λοιπών κονδυλίων συνολικού ύψους 187.956,93 Ευρώ, τρεπομένων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση" (Γ) To Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερα από την άσκηση έφεσης από την αναιρεσείουσα και αντέφεσης από την αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως προς τις αγωγικές αξιώσεις για απωλεσθέντα επιδόματα ανεργίας (αριθ.8) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (με αριθ. 10), στη συνέχεια δε δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αφενός υποχρέωσε την εναγομένη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 10.000 Ευρώ (μέρος της κριθείσης ως οφειλομένης αποζημίωσης απόλυσης, με αριθ. 1 αγωγικό κονδύλιο) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και αφετέρου αναγνώρισε ότι εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 82.542,58 Ευρώ με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό από την τέλος του έτους που αυτό αφορά, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση αναφερόμενα, εκτός από το υπόλοιπο ποσό της αποζημίωσης απόλυσης ύψους 3457,50 Ευρώ, για το οποίο διέλαβε ότι οφείλεται τόκος από της επίδοση της αγωγής.

Με την κρίση του, όμως αυτή, αναγνωρίζοντας δηλ. ότι οφείλονται τόκοι για το ποσό των (82542,58-3457,5)79085,08 Ευρώ και για το προγενέστερο της επίδοσης της αγωγής χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι κατά τα προαναφερθέντα είχε ήδη χωρήσει περιορισμός του αιτήματος της αγωγής και ως προς τους τόκους (για το μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα) το Εφετείο επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρ. 559 αριθ. 9 περ.

β' ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης, απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης ότι (α) από συντακτικό σφάλμα περιλήφθηκε στις ενώπιον του πρωτοδικείου προτάσεις της και η φράση"...νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση" και (β) κατά πάσα περίπτωση ο περιορισμός αυτός είναι άκυρος κατ' αρ. 98 εδ.

β' ΚΠολΔ ελλείψει ειδικής πληρεξουσιότητας του πληρεξουσίου δικηγόρου της (μαζί με τον οποίο, πάντως, παρέστη αυτή κατά την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), η οποία, όμως, απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής και όχι για τον περιορισμό του αιτήματος που θεωρείται παραίτηση από το δικόγραφο αυτής (αρ. 295 παρ.1 εδ.

β' ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρ. 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από τον συνδυασμό προς τις διατάξεις των αρ.106, 237 παρ.1 στοιχ. β',346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το παρά το νόμο ως άνω ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο και πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήριο) απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλ. που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νομικό βάσιμο. Εξάλλου, σύμφωνα με το αρ. 671 παρ.1 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των αρ. 664-676 ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών) ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, την προϋπόθεση δε αυτή (μοναδική) για την λήψη υπόψη των ενόρκων βεβαιώσεων αποδεικνύει ο διάδικος που τις προσκομίζει και τις επικαλείται.

Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας ότι οι με επίκληση προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί νόμιμα ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, ανεξάρτητα από την επίκληση ή μη της σχετικής έκθεσης επίδοσης, αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος και δεν υπόκειται σύμφωνα με το αρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το αρ. 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του σε σχέση με το ωράριο εργασίας και τον τρόπο παροχής της εργασίας της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας κατά την παρατιθέμενη κατά λέξη στο αναιρετήριο σχετική διατύπωση της προσβαλλομένης απόφασης "τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την ενάγουσα -εκκαλούσα υπ' αριθ. .../18-11-2004, .../18-11-2004 και .../17-11-2006 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ....

και Μ1 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες ελήφθησαν μετά από νόμιμη, προ 24 ωρών, κλήτευση της εναγομένης-εφεσίβλητης (βλ. πρωτόδικη απόφαση και την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... αντίστοιχα)", για την απόδειξη, όμως, της νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσής της (αναιρεσείουσας) για την λήψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει αλλά δεν είχε επικαλεσθεί, ειδικότερα δε (α) για τις ένορκες βεβαιώσεις της 18-11-2004 δεν παρατίθεται στη προσβαλλομένη απόφαση ο τρόπος με τον οποίο εξετάσθηκε η κλήτευση της αναιρεσείουσας από την αντίδική της ούτε αναφέρεται η προσκομιζόμενη απ' αυτήν έκθεση επίδοσης που αποδεικνύει την νόμιμη κλήτευσή της (αναιρεσείουσας), ενώ η αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης στην πρωτόδικη απόφαση χωρίς την παράθεση της συγκεκριμένης έκθεσης επίδοσης και δεν συνιστά νόμιμη κρίση για το εμπρόθεσμο της κλήτευσης, επιπλέον δε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσίβλητης δεν έγινε καν νόμιμη επίκληση της σχετικής έκθεσης επίδοσης με αριθ. ...

της δικαστικής επιμελήτριας ... (β) ως προς το εμπρόθεσμο της κλήτευσης της αναιρεσείουσας για την λήψη της ..../17-11-2006 ένορκης βεβαίωσης της Μ1 η αναιρεσιβαλλομένη έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο και ρητά αναφέρει τούτο την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., της οποίας όμως δεν γίνεται νόμιμη επίκληση σε κανένα σημείο των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός που αφορά αποκλειστικά και μόνο την κρίση του Εφετείου για τη νόμιμη ύστερα από εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσείουσας λήψη την ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες και μόνο, άλλωστε, κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 559 αριθ. 11 περ. β'ΚΠολΔ είναι τα αποδεικτικά μέσα που μπορεί ν' αφορά η πλημμέλεια αυτή, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η κρίση αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη αναιρετικό λόγο νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως ο λόγος αυτός, εάν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος ή αόριστος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των. άρ. 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της κατ' εξουσιοδότηση του ν.28/1944 εκδοθείσης 25825/1951 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικά οι 8900/1946 και 18310/1946 αποφάσεις των ιδίων υπουργών, άρ. 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959 και 1παρ.παρ. 1 και 2 ν. 435/1976 προκύπτει, ότι απαγορεύεται ο από τον εργοδότη μονομερής συμψηφισμός (ορθότερον καταλογισμός) των καταβαλλομένων υπερτέρων των νομίμων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από εργασία που παρασχέθηκε κατά τις νύκτες, Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες, είναι, όμως, καταρχήν επιτρεπτός και έγκυρος ύστερ' από συμφωνία των μερών για αξιώσεις από τέτοιες προσαυξήσεις καθώς και για επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας, εφόσον όμως με την σχετική συμφωνία προσδιορίζεται το τμήμα των επιπλέον των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχεί σε κάθε μία απ' αυτές τις αξιώσεις, ενώ ως προς τις αξιώσεις από παράνομες υπερωρίες τέτοια συμφωνία είναι κατά πάσα περίπτωση άκυρη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ένσταση της αναιρεσείουσας που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της για συμψηφισμό των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης με ποσά που αυτή είχε λάβει επιπλέον των νομίμων αποδοχών της και ειδικότερα κατά την κατά λέξη διατύπωση της ένστασης "από το Ιανουάριο του 1993 μέχρι και την ημέρα που αποχώρησε και τα οποία ανέρχονται τα έτη 1993 μέχρι και 1996 και έτος στο ποσό των 5.670.000 δρχ και συνολικά στο ποσό των 22680000 δρχ καθώς τα ποσά που έλαβε τα έτη 1997 μέχρι την αποχώρησή της, ήτοι συνολικά 7.798.000 δρχ.

κατ' έτος και συνολικά μέχρι την αποχώρησή της το ποσό των 51801000 δρχ", δηλ. ένσταση, η οποία, κατά τον σχετικό λόγο αναίρεσης, ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον, εαν εγίνετο δεκτή ουδέν αγωγικό κονδύλιο θα επιδικαζόταν στην αναιρεσίβλητη, πλην αυτού της αποζημίωσης απόλυσης. Η ένσταση αυτή, που πραγματικά είχε προβληθεί από την αναιρεσείουσα κατά την πρωτοβάθμια δίκη και είχεν επαναφερθεί στο Εφετείο με τις οικείες προτάσεις της, ήταν αόριστη, διότι δεν ανεφέρετο ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων τέτοιος συμψηφισμός (καταλογισμός) στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές και δη ως προς τις υποκείμενες εγκύρως και επιτρεπτώς σε σχετική συμφωνία αξιώσεις, δεδομένου ότι οι αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης (και γενόμενες δεκτές με την προσβαλλομένη απόφαση) προέρχονται από διάφορες αιτίες, μεταξύ δε αυτών ήσαν και αξιώσεις από παράνομες υπερωρίες (ως προς τις οποίες τέτοια σύμβαση είναι άκυρη), αλλά ούτε και καθοριζόταν προς εξόφληση ποίων ειδικότερα αξιώσεων της αναιρεσίβλητης είχαν καταβληθεί τα χρηματικά ποσά που παρατίθενται στην ως άνω ένσταση.

Επομένως, το Εφετείο που ως εκ περισσού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ιδιαίτερη συμφωνία για μερική ή ολική κάλυψη των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης από παροχή εργασίας κατά τις νύκτες, τις Κυριακές και τις αργίες και για υπερωριακή εργασία από τις αποδοχές που ελάμβανε πέραν από τα ισχύοντα εκάστοτε κατώτατα όρια, λαμβάνοντας έτσι υπόψη μόνο εν μέρει τον ισχυρισμό αυτό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του αρ. 559 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IV. Κατά την διάταξη του αρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ενώ το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Αντίθετα, ελλείψεις αναγόμενος μόνο στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές αποδεικτικού πορίσματος, εάν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν θεμελιώνουν τον λόγο αυτόν αναίρεσης, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εξάλλου, από τα. άρ. 648, 649, 653, 659 Α.Κ. και από τις ( εν μέρει καταργηθείσες και εν μέρει ισχύουσες) διατάξεις των ν. 3239/1955 και του ν.δ. 3755/1957 καθώς και από τις διατάξεις των ν. 435/1976, 1082/1980 και 1876/1990 προκύπτει, ότι σε περίπτωση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, η οποία συντρέχει όταν κατά την σχετική σύμβαση υφίσταται πλήρης δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του εργαζομένου και ο μισθωτός οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο για ορισμένο χρόνο διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του στην διάθεση του εργοδότη για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας, η ετοιμότητα αυτή εξομοιώνεται εντελώς με την κανονική εργασία και επ' αυτής έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και δη σε σχέση με τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία, υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τις νύκτες, Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες.

Αντίθετα, οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται, εκτός εάν συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, σε περίπτωση μη γνήσιας ή απλής ετοιμότητας προς εργασία, κατά την οποία ο μισθωτός κατά την σχετική συμφωνία δεν έχει την υποχρέωση να διατηρεί σε εγρήγορση τις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις του στην διάθεση του εργοδότη κάθε στιγμή, έχοντας την δυνατότητα να κοιμάται ή να βρίσκεται έξω από τον τόπο της εργασίας του.

Η διάκριση αυτή μεταξύ της γνήσιας και μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία αναφορικά με το θέμα της αμοιβής του μισθωτού δεν διαφοροποιείται με το ΠΔ 88/1999, με το οποίο εναρμονίσθηκε το εσωτερικό δίκαιο προς την 93/104 ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 23-11-1993 που τροποποιήθηκε με την επακολουθήσασα 2000/34 του Συμβουλίου της 22-6-2000 και σε συμμόρφωση προς αυτήν το ΠΔ 88/1999 με το ΠΔ 76/2005 (Ολ ΑΠ 10/2009).

Περαιτέρω κατά το αρ. 1 παρ. 2 ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νόμιμα πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά το οριζόμενο σε αυτό ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους, ενώ κατά το αρ. 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ με την 11710/1984 απόφ.

Του Υπ. Εργασίας, ΦΕΚ Β' 81/1984) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες με την πρόβλεψη ότι οι αποδοχές των εργαζομένων - παρά τον περιορισμό των ωρών εργασίας τους-δεν μειώνονται, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως την συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρ. 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρ. 29 ν. 1346/1983.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως (και η πέρα των εννέα ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα) έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του ορισμένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού για τον υπολογισμό της υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία και κατά συνέπεια υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και αντέφεση της αναιρεσείουσας, επί αγωγής της αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο αξιώσεις από σύμβαση εργασίας, στρεφομένης κατά της ήδη αναιρεσείουσας και της Ε1, στην θέση της οποίας θανούσης μετά την άσκηση της αγωγής υπεισήλθε η αναιρεσείουσα ως μόνη πλέον εναγομένη, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη 2355/2007 απόφασή του, ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), κάτοχος διπλώματος πρακτικής αδελφής νοσοκόμου του εργαστηρίου ελευθέρων σπουδών ..., προσλήφθηκε την 16-1-1993 από τον ...και την σύζυγό του Ε1 (αρχικά 1η εναγομένη) κατά την διάρκεια της νοσηλείας της τελευταίας στο νοσηλευτικό ίδρυμα ...

προκειμένου να προσφέρει σ' αυτή τις υπηρεσίες της ως αποκλειστική νοσοκόμος κατά την διάρκεια της νύκτας αντί συμφωνηθέντος μηνιαίως μισθού 405.000 δρχ., ότι μετά από εικοσαήμερη νοσηλεία στο ως άνω ίδρυμα η ασθενής μεταφέρθηκε στην οικία της, ότι λόγω της σοβαρής κατάστασης της υγείας της είχε ανάγκη φροντίδας καθ' όλη την διάρκεια του 24ώρου και έτσι η ενάγουσα συνέχισε με την παραπάνω ιδιότητά της να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην προαναφερόμενη ασθενή από ώρα 19.00 έως 07.00 της επομένης ημέρας όλες τις ημέρες της εβδομάδας, αντί του ως άνω μισθού που από 1-1-1997 αυξήθηκε σε 557.000 δρχ., ενώ κατά το υπόλοιπο τμήμα του 24ώρου την ασθενή φρόντιζε άλλη μισθωτή, ότι ειδικότερα η ως άνω Ε1 έπασχε από το 1992 από μηνιγγίωμα εγκεφάλου, προς αντιμετώπιση δε αυτού υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αρχικά το 1994, από την οποία και κατά την γενομένη βιοψία διαπιστώθηκε ότι είχε και αρχομένη κακοήθη εξαλλαγή, ότι μετά την πρώτη χειρουργική επέμβαση η κατάστασή της επιδεινώθηκε και παρουσίασε βαρειά καταθλιπτική και ανοική συνδρομή, βαρειά διαταραχή μνήμης, ενώ κατά τα έτη 1996 και 1999 υποβλήθηκε σε νέες χειρουργικές επεμβάσεις λόγω υποτροπής του μηνιγγιώματος, ότι από το 1993 παρέμενε κλινήρης, δεν είχε προσανατολισμό του χώρου και του χρόνου και η κατάστασή της με την πάροδο του χρόνου παρουσίαζε επιδείνωση με βαρειά διαταραχή μνήμης και συμπτωματολογία απραξίας, δεν μπορούσε δε να φροντίσει τον εαυτό της και τις υποθέσεις της, ότι τα καθήκοντα της ενάγουσας συνίσταντο στην φροντίδα της Ε1, ειδικότερα δε αυτή κατά την έναρξη της εργασίας της φρόντιζε για την αλλαγή των κλινοσκεπασμάτων της ασθενούς, για την λήψη εκ μέρους αυτής τροφής, αρχικά από το στόμα και αργότερα λόγω της επιδείνωσης της κατάστασής της με σωληνάκι από τη μύτη, την βοηθούσε στις μετακινήσεις της στο κρεβάτι της και την εξυπηρετούσε στις προσωπικές ανάγκες της και τις ανάγκες υγιεινής, ενώ κατά τα πρώτα έτη την βοηθούσε κατά την κάθοδο από την κλίνη και την βάδιση, φρόντιζε να λαμβάνει η ασθενής τα αναγκαία φάρμακα που καθόριζαν οι θεράποντες ιατροί, μετρούσε την αρτηριακή πίεση, τη θερμοκρασία του σώματος και τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, υποβοηθούσε την ασθενή και ενεργούσε εντριβές και μασάζ σ' αυτή προς αποφυγή λύσης της συνέχειας του δέρματος εξαιτίας της συνεχούς κατάκλισης, ότι μετά το τέλος των ως είναι φροντίδων (παροχή φαγητού και φαρμάκων κτλ.) και κατά την διάρκεια της νύχτας η ενάγουσα παρέμενε στον χώρο της εργασίας της κοντά στην ασθενή διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις της σε εγρήγορση, προκειμένου να προσφέρει τις απαραίτητες υπηρεσίες σε περίπτωση επιπλοκών της υγείας της ή οποτεδήποτε περίστατο ανάγκη, όπως από αναρροφήσεις, πνιγμό, αλλαγή θέσης στην κλίνη ή πτώση από αυτήν, χωρίς να έχει την δυνατότητα ν' αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί διαφορετικά την εργασιακή της δύναμη, ο σύζυγος μάλιστα της ασθενούς κατά το χρονικό διάστημα που ήταν υγιής, δηλ.

τουλάχιστο μέχρι το έτος 2000, επιθεωρούσε την κατάσταση της υγείας της συζύγου του και επέβλεπε την φροντίδα αυτής εκ μέρους της ενάγουσας μεταβαίνοντας συχνά στο δωμάτιο της ασθενούς συζύγου του ακόμη και κατά την διάρκεια της νύχτας, ότι η ενάγουσα εξακολούθησε να προσφέρει της υπηρεσίες της στην Ε1 από την πρόσληψή της μέχρι την 18-8-2003 (από προφανές γραφικό σφάλμα αναφέρεται: 18-8-1993), όταν μετά την δημιουργία επεισοδίου λόγω της απαίτησής της ν' ασφαλισθεί στο ΙΚΑ καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της χωρίς να καταβληθεί σ' αυτήν η νόμιμη αποζημείωση, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της ως μη οικόσιτη οικιακή μισθωτή (νοσοκόμα) με ιδιότητα υπαλλήλου και κατά την εκτέλεση της εργασίας της βρισκόταν σε γνήσια ετοιμότητα και επομένως έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, για εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, ημέρες ανάπαυσης, για υπερωρία και υπερωριακή απασχόληση και ότι ειδικότερα η ενάγουσα απησχολείτο καθόλη την διάρκεια της εβδομάδας επί 12 ώρες ημερησίως με αποτέλεσμα να πραγματοποιεί κάθε ημέρα 4 ώρες παράνομης υπερωρίας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, καθώς και τις λοιπές που δεν ενδιαφέρουν εδώ, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) εδικαιούτο για το επίδικο χρονικό διάστημα από 17-8-1998 έως 17-8-2003 για εργασία κατά τις νύκτες, Κυριακές και αργίες, παράνομη υπερωριακή εργασία, διαφορές επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, αδείας και αποδοχών αδείας, καθώς και για μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης και αποζημίωση απόλυσης τ' αναφερόμενα εκεί ποσά και στην συνέχεια κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), απορρίπτοντας δε την αντέφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δέχθηκε ενμέρει την αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς στην προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και δη εκείνων των αρ. 341, 648, 649 και 653 ΑΚ, 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την 11770/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ΦΕΚ 81/1984 τ.Β') και του αρ. 9 της 1-1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών και ειδικότερα ως προς τα ζητήματα, στα οποία αναφέρονται οι επιμέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας (α) της φύσεως και της μορφής της ένδικης σύμβασης εργασίας ως τέτοιας, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη βρισκόταν σε "γνήσια ετοιμότητα εργασίας", δηλ.

απησχολείτο πλήρως διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις της κατά τις καθορισμένες για την παροχή της εργασίας της ώρες και ημέρες, αφού με αναλυτικές και λεπτομερείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα μετά την παροχή παντοειδών φροντίδων και περιποιήσεων στην ασθενή και κλινήρη Ε1 παρέμενε πλησίον της (άρα και εντός τον αυτού δωματίου, περιστατικό πάντως που δεν είναι απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών) προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε περίπτωση επιπλοκών της υγείας της ή οποτεδήποτε παρίστατο ανάγκη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, χωρίς να έχει την δυνατότητα ν' αναπαύεται ή να απασχολείται διαφορετικά (β) των συγκεκριμένων χρονικών διαστημάτων (ωραρίου), κατά τα οποία η αναιρεσίβλητη απησχολείτο ημερησίως, εβδομαδιαίως και μηνιαίως, ειδικότερα δε διέλαβε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η αναιρεσείουσα παρείχε τις υπηρεσίες της όλες τις ημέρες της εβδομάδας, επί 12 ώρες κάθε ημέρα, πραγματοποιώντας έτσι 4 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας κάθε ημέρα και (γ) της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης από πρόσωπο που είχε το σχετικό δικαίωμα, έστω και αν δεν προσδιορίζεται ειδικότερα το πρόσωπο αυτό.

Επομένως, ως προς τις αιτιάσεις αυτές ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 19 του αρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ κατά τις λοιπές που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του συναγομένου από τις αποδείξεις και σαφώς διατυπουμένου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικού πορίσματος και ειδικότερα ότι δεν αναφέρει ποια ήταν τα χρονικά διαστήματα που η αναιρεσίβλητη δεν παρείχε εργασία αντικαθισταμένη από την Ν1 (παραδοχή, πάντως, πάντως, που δεν περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση) καθώς και με ποιά στοιχεία κρίνει ως μη πειστική την ένορκη μαρτυρία του ιατρού ...πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ' αρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ V.

Σύμφωνα με το αρ. 559 αριθ. 11 παρ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και η ομολογία του διαδίκου ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε (αρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) και κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρ.664 επ.

ΚΠολΔ). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού μέσου της ομολογίας από τον αντίδικο εκείνου που ομολόγησε κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι ναι μεν η δικαστική ομολογία περιλαμβάνεται στ' αποδεικτικά μέσα που λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (αρ.335, 340, 352 ΚΠολΔ), για να δημιουργηθεί, όμως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει επικαλεσθεί αυτή προς επωφελή γι' αυτόν απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης και με το β' σκέλος αυτού από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρ. 559 ΚΠολΔ αιτιάται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στις ενώπιον αυτού προτάσεις της σχετικά με ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ.

τον τόπο και το πρόσωπο που την απέλυσε την 18-8-2003 καθώς και την ύπαρξη ελαχίστων, έστω, χρονικών διαστημάτων κατά τον κρίσιμο χρόνο που δεν προσέφερε εργασία αντικαθισταμένη από την Ν1. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι επικαλέσθηκε την φερομένη ως γενομένη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης κατά την συζήτηση ενώπιον του Εφετείου.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη κατά το κεφάλαιο περί τόκων επί του ποσού των 79.085,08 Ευρώ, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό αναφερόμενο.

ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2355/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ