Legislator Case Law & Legislation
1352/2007 AI generated

1352/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1352/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-9-2002 και 19-2-2003 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7093/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 799/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2006 αίτησή της και τους από 20 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1352/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.

Keywords

AI generated
parental alienation syndrome parental authority only child single-parent adoption parental dispute living separate and apart
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1352 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1352/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελεήμονα Γαγάνη.

Του αναιρεσιβλήτου : ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρεκκέ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17-9-2002 και 19-2-2003 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7093/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 799/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Απριλίου 2006 αίτησή της και τους από 20 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων της. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.

Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγόμενου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρισμός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από τον ποιο από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως, με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση (ΑΠ 1751/1999, -ΑΠ 1260/1999), ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, εvvόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 ΑΚ.

Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου, για ισχυρισμό κλονισμό, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει τού, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.

Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.

Συνεπώς ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως είτε, κατ' άρθρο 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε, κατ' άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αναίρεσης, κατά της τελεσίδικης αποφάσεως. Κατά μείζονα δε λόγο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως από τον ένα μόνο διάδικο, κατά της τελεσίδικης απόφασης και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου συζύγου του, διότι με την παραδοχή της δικής του αγωγής (του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου) επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως ως προς την αγωγή του αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει πλέον ένδικο αντικείμενο.

Το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση, και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, που δίκασε επί της από 18-2-2005 έφεσης της αναιρεσείουσας και της από 27-7-2005 αντέφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της 7093/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε τις αντίθετες αγωγές διαζυγίου των διαδίκων, για τον από το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ λόγο τού ισχυρισμού κλονισμού της έγγαμης σχέσης, που αφορούσε το πρόσωπο αμφοτέρων των διαδίκων, δέχτηκε με την ήδη προσβαλλόμενη 799/2006 απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, τα ακόλουθα ενδιαφέροντα πραγματικά περιστατικά :

Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στα ...., στις 13-6-98. Από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν δύο τέκνα την .... που γεννήθηκε στις 18-8-2000 και το άρρεν αβάπτιστο τέκνο τους που γεννήθηκε στις 15-12-2001. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και ήδη μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, το οποίο γεννήθηκε πάσχον από το σύνδρομο DAWN, άρχισαν οι διαπληκτισμοί και οι διενέξεις μεταξύ τους, Συγκεκριμένα η εναγομένη - ενάγουσα άρχισε να εκδηλώνει βίαιο και νευρωτικό χαρακτήρα απέναντι στο σύζυγό της.

Πολλές φορές τον εξύβριζε και τον θεωρούσε υπεύθυνο για τη γέννηση του παιδιού τους με το σύνδρομο DAWN, εξύβριζε πολλές φορές τη μητέρα του με άσχημες λέξεις και της απαγόρευε να έρχεται στο σπίτι της να βλέπει τα εγγόνια της και τον γυιό της. Διαπληκτιζόταν με το σύζυγό της για τον τρόπο ανατροφής και επιμέλειας του ασθενούς ανήλικου τέκνου τους, δημιουργώντας καθημερινώς σκηνές και επεισόδια.

Πίεζε φορτικά τον ενάγοντα - εναγόμενο να εγκατασταθούν μονίμως στη ...., από όπου καταγόταν, πράγμα το οποίο η εναγομένη - ενάγουσα πέτυχε και από το Πάσχα του 2002 εγκαταστάθηκε με τα δύο παιδιά της στη .....

Συνεπώς, λόγω των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων, οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, έχουν κλονιστεί τόσο ισχυρά, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους να αποβαίνει αφόρητη για τον ενάγοντα - εναγόμενο. Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων - εναγόμενος επεδείκνυε αντισυζυγική συμπεριφορά απέναντι στη σύζυγό του.

Ειδικότερα, όταν το πρώτο παιδί τους γεννήθηκε με το σύνδρομο DAWN ο ενάγων - εναγόμενος δεν ήθελε να μένει το παιδί μαζί τους και θεωρούσε ότι το παιδί αυτό τον στιγμάτιζε κοινωνικά. Αυτό δημιουργούσε σοβαρές διενέξεις μεταξύ των συζύγων και απειλούσε μάλιστα τη σύζυγό του με τις λέξεις "Διάλεξε ή εμένα ή αυτό".

Περαιτέρω ο ενάγων εναγόμενος χωρίς τη θέληση της συζύγου του έδωσε το ανήλικο να το μεγαλώνει κάποια γυναίκα έναντι αμοιβής, εκτός της συζυγικής οικίας και μετέπειτα, όταν η γυναίκα αυτή δεν μπορούσε πλέον να το φροντίζει, ο εναγόμενος χωρίς πάλι τη συγκατάθεση και τη θέληση της συζύγου του, ανέθεσε τη φροντίδα του παιδιού τους σε ειδικό επιδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση Ίδρυμα.

Περαιτέρω ο ενάγων - εναγόμενος δεν επέτρεπε στη σύζυγό του να επισκέπτεται το τέκνο τους στο ίδρυμα, και την απειλούσε, ότι αν συνεχίσει να το επισκέπτεται θα έστελνε το ανήλικο σε ίδρυμα στη Θεσσαλονίκη. Στις 5-6-2002 η ενάγουσα - εναγομένη ανακοίνωσε στo σύζυγό της ότι δεν ή θελε πλέον να μένει το παιδί τους στο Ίδρυμα καθώς και την πρόθεσή της να χωρίσουν, τότε ο ενάγων - εναγόμενος την κτύπησε και την εξύβρισε με άσχημες λέξεις.

Στο άκουσμα του καυγά ο πατέρας της εναγομένης - ενάγουσας ανέβηκε στο διαμέρισμά τους μήπως και τους ηρεμήσει, πλην όμως ο ενάγων - εναγόμενος άρχιζε να εξυβρίζει και αυτόν με χυδαίες εκφράσεις. Επειδή τα περιστατικά και η υβριστική συμπεριφορά του ενάγοντος - εναγομένου ήτο πλέον επί καθημερινής βάσεως, η εναγομένη - ενάγουσα άσκησε την από 10-6-2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποίας εκδόθηκε η 7736/02 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία διέταξε τη μετοίκηση του εναγομένου από τη συζυγική οικία και ανέθεσε την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων στην εναγομένη - ενάγουσα (μεταξύ τους).

Συνεπώς λόγω των αποδειχθέντων πιο πάνω πραγματικών περιστατικών οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις έχουν κλονιστεί τόσο ισχυρά, από λόγους που αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντος - εναγομένου, ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης τους βάσιμα να αποβαίνει αφόρητη για την ενάγουσα - εναγομένη. Κατ΄ ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ΄ ουσίαν οι ένδικες αγωγές για λόγους που αφορούν το πρόσωπο και των δύο διαδίκων, διαφορετικούς δε για τον καθένα και να απαγγελθεί η λύση τού μεταξύ των διαδίκων γάμου.

Επομένως, δέχθηκε το Εφετείο, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, έλυσε το γάμο μεταξύ των διαδίκων για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο και των δύο, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης και της αντέφεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Και με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας περαιτέρω ως αβάσιμες κατ΄ ουσίαν ενστάσεις της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και περί καταχρηστικής ενάσκησης από αυτόν του προς διάζευξη δικαιώματός του, απέρριψε ως αβάσιμες ουσιαστικά την έφεση και την αντέφεση. Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, αυτή κατέληξε, δεχόμενη αμφότερες τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων, έχουσες το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διαφέρουσες μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει κατά της απόφασης αυτής, κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού ο γάμος της έχει λυθεί με την ανωτέρω απόφαση, που δέχτηκε και τη δική της αγωγή, και ως προς αυτήν κατέστη αμετάκλητη, και περαιτέρω στις σχετικές με την υπαιτιότητά της στον επελθόντα ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αιτιολογίες της απόφασης αυτής, από τις οποίες δεν παράγεται δεδικασμένο, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεμελιωθεί τέτοιο έννομο συμφέρον.

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης 799/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα, καθώς και με τους πρόσθετους λόγους της, πλήττει αυτήν, κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 11 περ. β΄ και γ΄ και 14 ΚΠολΔ και ειδικότερα για μη απόρριψη ως αόριστης της αγωγής του αντιδίκου της, για λήψη υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων που δεν περιέχονται στην εν λόγω αγωγή, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο, κατά το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής αυτής, των αναφερόμενων αποδείξεων που αυτή είχε επικαλεστεί και προσκομίσει, για λήψη υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμών και αποδείξεων που ο αναιρεσίβλητος δεν είχε νόμιμα επαναφέρει ενώπιον αυτού, καθώς και για την απόρριψη τής από το άρθρο 281 ΑΚ πιο πάνω ένστασής της, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη, για έλλειψη έννομου συμφέροντος.

ΙΙ. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Απριλίου 2006 αίτηση (και τους πρόσθετους λόγους της) της ......, για αναίρεση της 799/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ