Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment regarding invalidity of contracts and unjust enrichment claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the municipal water company against the first-instance judgment. The appellant argued that the court failed to consider specific documents and claims regarding the validity of contracts and the second intervenor's lack of knowledge of the cement delivery. The court ruled that the appellant's arguments were inadmissible because they did not constitute valid grounds for appeal under the Civil Procedure Code and improperly targeted the uncontrollable substantive judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 561 of the Civil Procedure Code; An appeal must cite specific grounds for appeal under Article 560, and challenging the substantive judgment on facts not listed as valid grounds renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1351 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1351/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Κύμης - Αλιβερίου" και διακριτικό τίτλο "ΔΕΥΑΚΑ", που εδρεύει στο Αλιβέρι Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Πριόνα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Β., κατοίκου Α. Γ. Α. και 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Μ. Χ. Κ. Σ. «Ο., που εδρεύει στο Μ. Ε. και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Λιόλιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2017 ανακοπή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 26-3-2018 κύρια παρέμβαση της ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ταμυνέων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 235/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-11-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε το αναιρεσείον και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021). Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. 8447/20-12-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ε. Δ. Κ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 11/11/2021 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού α) της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου προς συζήτηση της αίτησης και β) προθεσμίας κοινοποίησης αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν την δικάσιμο, και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία όμως δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της, δικάζοντας σαν να ήταν παρούσα και αυτή.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ. "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 558 εδ.
α' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.
Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 285/2022, ΑΠ 927/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς το παραδεκτό της αναίρεσης:
Με την υπ' αριθ. 132/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ταμυνέων, που έχει καταστεί τελεσίδικη, έγινε δεκτή αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας και υποχρεώθηκε αυτή να του καταβάλει το ποσό των 8.302,29 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, με βάση συμβάσεις μεταφοράς, που είχαν συνάψει.
Στη συνέχεια ο πρώτος αναιρεσίβλητος επέδωσε νόμιμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη στις 22/11/2017 επιταγή εκτελέσεως, κάτω από ακριβές αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω απόφασης, για το συνολικό ποσό των 12.437,08 ευρώ και ακολούθως, με επίσπευσή του και με το από 21/12/2017 κατασχετήριο, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσείουσα στις 21/12/2017 και στην δεύτερη αναιρεσίβλητη στις 27/12/2017, κατασχέθηκε στα χέρια της αναιρεσείουσας ως τρίτης, κάθε χρηματική απαίτηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατ' αυτής μέχρι του ποσού των 14.323 ευρώ, στα πλαίσια της οποίας κατάσχεσης η αναιρεσείουσα υπέβαλε την υπ' αρ. 162/29-12-2017 αρνητική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ταμυνέων.
Την δήλωση αυτή προσέβαλε με την ένδικη εκ του άρθρου 986 ΚΠολΔ ανακοπή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ταμυνέων ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ζήτησε να αναγνωρισθεί η ανακρίβεια της δήλωσης και η ύπαρξη της κατεσχεμένης απαίτησης και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 14.323 ευρώ. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 196/2018 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την ανακοπή με την κριθείσα παραδεκτή υπ' αρ. 16/2018 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου και κατά της αναιρεσείουσας, την οποία άσκησε στο δικαστήριο αυτό η δεύτερη αναιρεσίβλητη, έκανε δεκτή την ανακοπή.
Κατά της ως άνω απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 18/1/2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 235/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία όμως είναι απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, γιατί αυτή έχει την ιδιότητα της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπερ του πρώτου αναιρεσιβλήτου και η αίτηση αναίρεσης δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως για την πρόσθετη παρέμβαση, η δε ανωτέρω επίδοση της αίτησης αναίρεσης θα εκτιμηθεί ως νόμιμη κλήση της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην συζήτηση της αναίρεσης.
Ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθού η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ` αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής(ΑΠ 1132/2019).
Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει, είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά, είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.
Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποίους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος(ΑΠ 1120/2022, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1132/2019).
Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 1120/2022, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1132/2019).
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσεως, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1120/2022, ΑΠ 624/2021). Σε περίπτωση που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων, που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 1120/2022, ΑΠ 1132/2019).
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αλλά και την όμοια διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ιδίου κώδικα, που εφαρμόζεται όταν ασκείται αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Η νομική αοριστία της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης , που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια τους αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός τους, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ.
Πολ. Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, στην ανακοπή ή στην ένσταση, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ή αντίστοιχα του άρθρου 560 παρ. 5 του ιδίου κώδικα), ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ειδικότερα, όταν η αγωγή, η ανακοπή, ή η ένσταση είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1399/2011). Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή ή ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 624/2021, ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1399/2011).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 304/2021, ΑΠ 1032/2019) και συνεπώς κατά των ανωτέρω αποφάσεων δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, γιατί τέτοιος λόγος δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από μη κατονομαζόμενο αριθμό του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 118, 585, 985 και 986 ΚΠολΔ και έτσι απέρριψε σιωπηρά την ένσταση που είχε προβάλει, ότι η ανακοπή του πρώτου αναιρεσιβλήτου είναι αόριστη, γιατί δεν εξειδικεύει την απαίτηση της καθ' ης η εκτέλεση δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας κατ' αυτής και εσφαλμένα δεν απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, γιατί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, εάν κριθεί ότι με την ανωτέρω αιτίαση προβάλλεται λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για παράβαση διάταξης ουσιαστικού δικαίου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι σε αυτήν ο ανακόπτων - πρώτος αναιρεσίβλητος προσδιορίζει σαφώς την εκ ποσού 89.346,09 ευρώ απαίτηση της καθ' ης η αναγκαστική εκτέλεση - προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρείας κατά της καθ' ης η ένδικη ανακοπή - αναιρεσείουσας, προκύπτουσας από τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή:
α) 13 συμβάσεις πώλησης και παράδοσης σκυροδέματος από την προσθέτως παρεμβαίνουσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη) στην αναιρεσείουσα, με αναφορά στην ημερομηνία σύναψης κάθε σύμβασης, στην ποσότητα του πωληθέντος κάθε φορά σκυροδέματος και στο συνολικό τίμημα κάθε πώλησης και β) 9 συμβάσεις, δια των οποίων η αναιρεσείουσα μίσθωσε τη χρήση μιας αντλίας σκυροδέματος μήκους 25 μέτρων ιδιοκτησίας της προσθέτως παρεμβαίνουσας (δεύτερης αναιρεσίβλητης), με αναφορά στην ημερομηνία σύναψης κάθε σύμβασης μίσθωσης και στο συμφωνηθέν κάθε φορά μίσθωμα, ενώ για την περίπτωση που οι συμβάσεις αυτές κριθούν άκυρες, ο πρώτος αναιρεσίβλητος ανέφερε στην ανακοπή ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη) έχει ισόποση αξίωση κατά της αναιρεσείουσας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της, συνισταμένη στη δαπάνη που εξοικονόμησε με τη σύναψη και εκτέλεση των ανωτέρω άκυρων συμβάσεων, την οποία άλλως θα κατέβαλε σε άλλον δυνάμει εγκύρων συμβάσεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 5 ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 8 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Και ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, που γίνεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ και συνεπώς, αν προβληθεί κατά των αποφάσεων αυτών ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, αυτός είναι απαράδεκτος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμελειών από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις: α) ότι "δεν εκτίμησε ορθά τα πράγματα" και έτσι έκρινε ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη) έχει απαίτηση κατ' αυτής, ενώ η απαίτησή της, αφ' ενός μεν δεν είναι εκκαθαρισμένη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αφ' ετέρου δε, δεν υπάρχουν στο αρχείο της ίδιας οι επίδικες συμβάσεις, ούτε παρέλαβε ποτέ το πωληθέν σκυρόδεμα, το οποίο παρέλαβε ο κατονομαζόμενος αντιδήμαρχος του Δήμου Κύμης, χωρίς να είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της και β) ότι δεν έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς της, που έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: 1) την επίδικη υπ' αρ. 162/2017 δήλωσή της ως τρίτης ότι δεν οφείλει στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, 2) την "ένορκη βεβαίωση του κ.
Φ. Αναστασίου" και 3) την υπ' αρ. 2025/8-12-2014 βεβαίωση της ίδιας, ότι τα έργα στα οποία αφορούν οι επίδικες συμβάσεις δεν έχουν εκτελεσθεί για την ίδια. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά μεν το δεύτερο σκέλος του γιατί δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα επικαλείται όχι ότι δεν λήφθηκαν υπόψη πραγματικοί ισχυρισμοί της, αλλά έγγραφα και συνεπώς αποτελεί λόγο αντίστοιχο του λόγου του αριθμού 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος όμως δεν προβλέπεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, γιατί με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε μετά από έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, κατά δε το πρώτο σκέλος του γιατί η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη έχει την περιγραφόμενη στην ανακοπή απαίτηση κατά της αναιρεσείουσας από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της, γιατί οι επίδικες συμβάσεις πώλησης και μίσθωσης κρίθηκαν ότι είναι άκυρες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Θέμα επιβολής των δικαστικών εξόδων σε βάρος κάποιου στην σχέση της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης- προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεν τίθεται, γιατί η δεύτερη αναιρεσίβλητη, που νικά, δεν παραστάθηκε και συνεπώς δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα(άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/11/2021 αίτηση του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Κύμης - Αλιβερίου", για αναίρεση της υπ' αριθ. 235/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ