Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding video evidence distortion in civil tort case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the First Instance Court's judgment in a civil tort dispute. The appellant argued that the trial court distorted the content of surveillance video evidence to convict him of the offense. The court ruled this appeal inadmissible because the specific ground of 'distortion of document content' does not apply to judgments rendered after an appeal against a lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The ground of appeal alleging distortion of document content is inadmissible against judgments issued after an appeal against a lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1351 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 1351/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πιτσιόρλα, ο οποίος διορίστηκε σύμφωνα με τον ν. 3226/2004 και την 160/2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Α. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Σαλαγκιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4706/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5118/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-5-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ.5118/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4706/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, έκανε εν μέρει δεκτή την από 5/2/2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή, αφού με την υπ'αριθμ. 160/2020 απόφαση της Προέδρου του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή αίτηση του αναιρεσείοντος και απαλλάχθηκε αυτός, κατά τον Ν.3326/2004, ως πολίτης χαμηλού εισοδήματος από την υποχρέωση καταβολής όλων των εξόδων της διαδικασίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αναγκαίο, κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, παράβολο για την άσκηση της αναίρεσης, και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά( ΑΠ 1046/2019). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 381του προισχύσαντος ΠΚ, που ίσχυε κατά τον φερόμενο χρόνο τέλεσης της επίδικης αδικοπραξίας και είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 378 του νυν ισχύοντος ΠΚ, προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η με πρόθεση καταστροφή ή βλάβη ξένου (ολικά ή εν μέρει ) πράγματος.
Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ερμηνευομένων ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 706/2016).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' Κ. Πολ. Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτό λόγο αναιρέσεως μπορεί να περιλαμβάνονται και στο Σύνταγμα (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 46/2005), στις κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις, όπως είναι η ΕΣΔΑ και τα πρόσθετα πρωτόκολλά της (ΟλΑΠ 7/2006) και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρωτότυπο και παράγωγο (ΑΠ 7/2009).
Επίσης κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 Κ. Πολ. Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ. Πολ. Δ., κατά των ιδίων ανωτέρω αποφάσεων αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες, έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) έχει στην αποκλειστική της κυριότητα το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο Ι.Χ.Ε., εργοστασίου κατασκευής NISSAN τύπου QASHQAI χρώματος μαύρου, για το οποίο διαθέτει χώρο στάθμευσης στην πυλωτή της οικοδομής της κατοικίας της επί της οδού …..
αριθμός …Δ.Ε. Ευόσμου Δ.Κορδελιού - Ευόσμου Ν. Θεσσαλονίκης. Όπως κάθε βράδυ, η ενάγουσα στάθμευσε και πάλι το εν λόγω αυτοκίνητο της στην παραπάνω θέση το βράδυ της 30ης-4-2013 προς 1η.5.2013. Το επόμενη πρωί και περί ώρα 11.00 π.μ. η ενάγουσα, που επιθυμούσε να εξέλθει με το όχημά της, διαπίστωσε στο χώρο στάθμευσης ότι άγνωστος προκάλεσε στο εν λόγω όχημά της με καυστικό υγρό, διάβρωση σε όλο το δεξιό και όλο το πίσω μέρος του και συγκεκριμένα στα καπάκια και τα χερούλια των δύο δεξιών θυρών, στις δύο πλαϊνές δεξιές θύρες του, όπως επίσης και στην πόρτα του πορτ μπαγκάζ, στο οπίσθιο δεξιό φτερό, στον οπίσθιο δεξιό και στον οπίσθιο αριστερό εσωτερικό φανό και στα σήματα του.
Επιτόπου κάλεσε το Αστυνομικό Τμήμα Χαριλάου και ειδοποίησε τον σύζυγό της Κ. Π., με τον οποίο παρακολούθησαν από κοινού το αρχείο της κλειστής κάμερας παρακολούθησης, για της οποίας τη νομιμότητα χρήσης, ειρήσθω εν παρόδω, δεν υπάρχει αντίρρηση ή εναντίωση ως προς τον τρόπο κτήσης των αρχείων εξ αυτής, από καμία πλευρά των διαδίκων, (και) είναι εγκατεστημένη στον χώρο στάθμευσης του κάθε αυτοκινήτου, στην πυλωτή της παραπάνω οικοδομής.
Από το υλικό της εν λόγω κάμερας διαπιστώθηκε ότι άνδρας, που φορούσε γυαλιά ηλίου και καπέλο, κατά τη διάρκεια συνομιλίας στο κινητό τηλέφωνό του, το οποίο κρατούσε με το αριστερό χέρι, με το δεξί του χέρι, στο οποίο φορούσε γάντι, κρατούσε ένα πανί με υγρό από την φιάλη που είχε κρεμασμένη στο αριστερό χέρι, με το οποίο άπλωνε στο δεξιό και στο οπίσθιο μέρος του αυτοκινήτου της ενάγουσας ένα υγρό.
Η ενάγουσα αναγνωρίζει στα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του προσώπου που εμφαίνεται από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του χώρου στάθμευσης της πυλωτής της οικοδομής της, να προβαίνει στις πιο πάνω ενέργειες, τον εναγόμενο( ήδη αναιρεσείοντα), που είναι γνωστός της και κύριος διαμερίσματος του 4ου ορόφου της αυτής οικοδομής, που εκμισθώνει σε τρίτους.
Ο σύζυγός δε της ενάγουσας μαζί με τον Κ. Τ., κατά την επιστροφή στην κατοικία του τα ξημερώματα της 1ης.5.2013 περί 5.30 π.μ., αναγνώρισε μετά βεβαιότητας τον εναγόμενο να εξέρχεται της πυλωτής, φορώντας γυαλιά ηλίου και καπέλο, ταυτόχρονα δε κρατώντας στο αριστερό του χέρι το κινητό του τηλέφωνο και στο δεξιό μία σακούλα με μπουκάλι και να επιβιβάζεται στη θέση του συνοδηγού, σε σταθμευμένο όχημα στην απέναντι πλευρά του δρόμου.
Η ίδια βεβαιότητα διακατέχει και το συνοδό Κ. Τ., που επιβεβαιώνει ότι το άτομο που εξήρχετο εκείνη την ώρα από την πυλωτή της οικοδομής, όπου το επίδικο όχημα, είναι το ίδιο που εμφαίνεται στην καταγραφή της κάμερας, που του επιδείχθηκε, όπως και τον Σ. Κ. όσο και τον Κ. Γ., που καταθέτουν ανενδοίαστα ότι το πρόσωπο που εμφανίζεται στο παραπάνω βίντεο, είναι χωρίς αμφιβολία ο εναγόμενος, τον οποίο γνωρίζουν καλά.
Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι οι μάρτυρες, που προαναφέρθηκαν, και η ενάγουσα με την οικογένειά της βρίσκονται σε χρόνια αντιδικία με τον ίδιο για ζητήματα που αφορούν τη συγκατοίκηση στην οικοδομή, δεν αναιρούν το γεγονός ότι απερίφραστα αναγνωρίζεται ο ίδιος στη λήψη της κάμερας κατά τη στιγμή της επάλειψης του οχήματος της ενάγουσας, και ο ίδιος δεν ανταποδεικνύει για το ίδιο το γεγονός.
Συνεπώς από τα προαναφερόμενα συνάγεται, ότι η φθορά προκλήθηκε στο αυτοκίνητο της ενάγουσας από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, καταφάσκεται ότι συνεπεία του ως άνω ζημιογόνου γεγονότος, το με στοιχεία κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο Ι.Χ.Ε., εργοστασίου κατασκευής NISSAN τύπου QASHQAI, 1598 c.c., βενζινοκίνητο, με ημεροχρονολογία πρώτης κυκλοφορίας τις 13.11.2008, το οποίο κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε αγοραία αξία 14.600,00 ευρώ και κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής είχε εμπορική αξία 13.000,00 ευρώ (ενόψει της παλαιότητάς του που συνεπάγεται μείωση της αξίας κατά το πρώτο έτος 10% και κατ' έτος μετά σε ποσοστό 5% κατά μέσο όρο, σε συνδυασμό με το είδος του καυσίμου), γεγονός το οποίο το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας υπέστη φθορές στο πλάγιο δεξιό τμήμα και στο οπίσθιο τμήμα του για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται :
α) για την αγορά των απαραίτητων ανταλλακτικών: εμπρόσθιας δεξιάς πόρτας 340,52 ευρώ, οπίσθιας δεξιάς πόρτας 326,75 ευρώ, οπίσθιου δεξιού φτερού 566,68 ευρώ, πόρτας πορτ μπαγκάζ 466,92 ευρώ, φρυδιού οπίσθιου δεξιού φτερού 113,58 ευρώ, διακοσμητικού πόρτας πορτ μπαγκάζ 65,30 ευρώ, οπίσθιου δεξιού εξωτερικού φανού 85,34 ευρώ, οπίσθιου αριστερού εσωτερικού φανού 68,11 ευρώ, οπίσθιου δεξιού εσωτερικού φανού 68,11 ευρώ, για σήμα NISSAN 44,52 ευρώ, για σήμα QASHQAI 36,74 ευρώ, για χερούλι πόρτας πορτ μπαγκάζ 81,18 ευρώ, για χερούλι εμπρόσθιας δεξιάς πόρτας 33,90 ευρώ, για καπάκι χερουλιού 17,01 ευρώ, για χερούλι οπίσθιας δεξιάς πόρτας 33,90 ευρώ, για καπάκι χερουλιού πορτ μπαγκάζ 17,01 ευρώ, για τριμ.
εμπρόσθιας δεξιάς πόρτας 33,15 ευρώ, για τριμ. οπίσθιας δεξιάς πόρτας 21,28 ευρώ και συνολικά για την αγορά των παραπάνω ανταλλακτικών, πλέον Φ.Π.Α. ποσοστού 23%, απαιτείται το συνολικό ποσό των 2.420,00 ευρώ. Σημειωτέον, η ενάγουσα, η οποία δεν προέβη ακόμη στην αποκατάσταση των ζημιών, λόγω οικονομικής της αδυναμίας, σύμφωνα με την με αριθμό ...
έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Πραγματογνώμονα Α. Π., δεν έχει εισέτι, ως κυρία του οχήματος, υποβληθεί στην καταβολή δαπάνης ΦΠΑ και δεν είναι βέβαιο ότι θα υποβληθεί ..... στο μέλλον. Επίσης θα πρέπει να επισημανθεί ότι εξ αιτίας του οξέος, με το οποίο προκλήθηκε η διάβρωση στο όχημα της ενάγουσας, δεν είναι δυνατή η επισκευή και βαφή των βλαβέντων μερών του, λόγω ατέλειας στη βαφή του και αναμενόμενης αποκόλλησης των μεταλλικών στοιχείων, με συνέπεια να κρίνεται αναγκαία η αντικατάσταση τους.
Επιπλέον, είναι αναγκαίες εργασίες φανοποιίας στην εμπρόσθια δεξιά πόρτα, στην οπίσθια δεξιά πόρτα, στο οπίσθιο δεξιό φτερό, στην πόρτα του πορτ μπαγκάζ, στο φρύδι του οπίσθιου δεξιού φτερού, στο διακοσμητικό της πόρτας του πορτ μπαγκάζ, στον οπίσθιο δεξιό εξωτερικό φανό, στον οπίσθιο αριστερό εσωτερικό φανό, στο οπίσθιο δεξιό εσωτερικό φανό, για την επισκευή του οπίσθιου προφυλακτήρα, για την εξαγωγή και επανατοποθέτηση των εσωτερικών επενδύσεων, για την εξαγωγή και επανατοποθέτηση οπίσθιου παρμπρίζ, για την εξαγωγή και επανατοποθέτηση οπίσθιου φινιστρινιού, (ενν.
και) απαιτείται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το συνολικό ποσό των 870,00 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένης δαπάνης ΦΠΑ, στην οποία δεν υποβλήθηκε η ενάγουσα και είναι άγνωστο αν εν τέλει ουδέποτε θα υποβληθεί, ως ανωτέρω προελέγχθη.. Τέλος, για την βαφή της εμπρόσθιας δεξιάς πόρτας, της οπίσθιας δεξιάς πόρτας, του οπισθίου δεξιού φτερού, της πόρτας του πορτ μπαγκάζ, του διακοσμητικού της πόρτας του πορτ μπαγκάζ και του οπίσθιου προφυλακτήρα, απαιτείται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το συνολικό ποσό των 670,00 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένης δαπάνης ΦΠΑ, στην οποία δεν υποβλήθηκε η ενάγουσα και είναι άγνωστο αν εν τέλει ουδέποτε θα υποβληθεί, ως ανωτέρω προελέγχθη.
Συνεπώς, για την επισκευή του επίδικου οχήματος, απαιτείται το συνολικό ποσό των 3.960,00 ευρώ (2.420,00 + 870,00 + 670,00 = 3.960,00) ευρώ. Με δεδομένη δε αφενός την παλαιότητα αυτού (η οποία συνεπάγεται μείωση της αξίας αυτού σε ποσοστό 5% ανά έτος, γεγονός το οποίο το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ως κοινό τοις πάσι) και του γεγονότος ότι ναι μεν δεν επλήγησαν μηχανικά μέρη, πλην όμως η μερική βαφή του μόνον στα βλαβέντα μέρη, μπορεί να δημιουργήσει υπόνοιες στους υποψήφιους αγοραστές περί εμφάνισης ελαττωμάτων, και με πρώτη κυκλοφορία κατά το έτος 2008, αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής ....13.000,00 ευρώ δηλαδή μετά επτά έτη από τον χρόνο αγοράς του, ...
κατά την κρίση του Δικαστηρίου,( ενν. συνάγεται ότι) αυτό υπέστη μείωση της εμπορικής του αξίας, τουλάχιστον κατά το ποσό των 1.300,00 ευρώ καθώς πλέον θα αντιμετωπίζεται με καχυποψία από επίδοξους αγοραστές. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη εκ ....του προαναφερομένου ζημιογόνου γεγονότος.
Ενόψει δε των κατ' ιδίαν περιστάσεων της αδικοπραξίας...., ήτοι των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε, του είδους της ζημίας που επήλθε, του βαθμού υπαιτιότητας του αδικοπραγήσαντος (δόλος), της οικονομικής κατάστασης των εκατέρωθεν πλευρών η καταβλητέα ...αποζημίωση σε αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας ανέρχεται στο ποσό των 1.500,00 ευρώ, ποσό το οποίο κατά την κρίση του δικαστηρίου είναι εύλογο.
Έπρεπε, συνεπώς, να γίνει εν μέρει δεκτή η από 15.4.2014 αγωγή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος αυτής να καταβάλει στην ενάγουσα ποσό 3.960,00 ευρώ + 1.300,00 ευρώ + 1.500,00 ευρώ και συνολικά ποσό 6.760,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του και διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του διαφορετικά, έκανε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 15.4.2014 αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα ποσό 4496,60 ευρώ + 300,00 ευρώ + 800,00 ευρώ και συνολικά ποσό 5.596,60 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, έσφαλε.
Πρέπει, μετά ταύτα, να γίνει εν μέρει δεκτός ο μοναδικός λόγος εφέσεως, αφού βάλει στο σύνολο της ουσίας της υποθέσεως λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων και μετά ταύτα η έφεση στο σύνολό της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα ποσό 3.960,00 ευρώ για αποκατάσταση θετικής περιουσιακής ζημίας ως προς τις φθορές, ποσό 300,00 ευρώ για τη μείωση της αξίας του οχήματος, διότι δε δύναται να καταστεί χείρων η θέση του εκκαλούντος( ήδη αναιρεσείοντος) χωρίς αντίθετη έφεση της εφεσίβλητης( ήδη αναιρεσίβλητης) .....ποσό 800,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, διότι, ομοίως, δε δύναται να καταστεί χείρων η θέση του εκκαλούντος χωρίς αντίθετη έφεση της εφεσίβλητης .....ως προς το κεφάλαιο αυτό, και συνολικά το ποσό των 5.060,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένης της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και έως την εξόφληση».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκαλούμενη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να της καταβάλει νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 5.060 ευρώ.
Το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 381 του ισχύοντος κατά τον χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας ΠΚ (και ήδη της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 378 του νυν ισχύοντος ΠΚ), και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) ότι αναιρεσείων, με πρόθεση, παρανόμως, προξένησε βλάβη στο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης δια της επαλείψεως αυτού με καυστικό υγρό και β) ότι από την παράνομη και υπαίτια αυτή πράξη του αναιρεσείοντος η αναιρεσίβλητη υπέστη ζημία, που βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πράξη αυτή, ποσού 3.960 ευρώ, που θα απαιτηθεί για την αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου και ποσού 1.300 ευρώ (από το οποίο επεδίκασε το ποσό των 300 ευρώ) για τη μείωση της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου της.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, στον οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον λόγο αυτό, δια των οποίων ο αναιρεσείων, σχολιάζοντας τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το Πρωτοδικείο, παραπονείται για τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτός είναι ο δράστης της αδικοπραξίας και επίσης για τις παραδοχές της, που αφορούν στο ύψος της προξενηθείσας ζημίας, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του πρωτοδικείου.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθ. 1 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το πρωτοδικείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δια της επισφαλούς ανάγνωσης, μέσω των αφηγήσεων των μαρτύρων, που το είδαν, του επικληθέντος από την αναιρεσίβλητη, αλλά μη προσκομισθέντος βίντεο από την κάμερα παρακολούθησης, που ήταν εγκατεστημένη στον χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου, παραβίασε την πηγάζουσα από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αρχή της δίκαιης δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί ο αναιρεσείων δεν επικαλείται συγκεκριμένη παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και γιατί υπό την επίκληση παράβασης του άρθρου αυτού, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Πρωτοδικείου ότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων ήταν αυτός που προξένησε τη φθορά στο αυτοκίνητο.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου γιατί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την 1/1/2016, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 1312/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 150/2020).
Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους,( ΑΠ 1312/2021, ΑΠ 196/2020) μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνος του αριθμού 20 (ΑΠ 1370/2008), που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 20 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του βίντεο από την κάμερα παρακολούθησης, που ήταν εγκατεστημένη στον χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου, το οποίο έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που δέχθηκε και έτσι έκρινε ότι αυτός ήταν ο δράστης της αδικοπραξίας και έκανε δεκτή την εναντίον του αγωγή.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση είναι απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε μετά από έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου και συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να προσβληθεί λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, αφού τέτοιος λόγος δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός της (άρθρο 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του Ν. 3226/2004, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή νομικής βοήθειας δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου Δικαστή (ΑΠ 921/2021, ΑΠ 424/2021, ΑΠ 146/2020) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 26/5/2020 αίτηση του Β. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5118/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ