Legislator Case Law & Legislation
1351/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insolvency claim, ruling lower court's findings were legally sound and complete.

Case Number 1351/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding his insolvency status. The appellant argued he lacked permanent payment ability due to reduced income and increased debts, while the opposing banks contended he possessed sufficient savings from a one-time benefit to cover his monthly loan installments. The court found the appellant's arguments based on the absence of fraud and the existence of retained income to be legally unfounded, confirming the lower court's reasoning was sound and free of logical gaps.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must independently verify if an absent party expedited the hearing, and if the lower court's findings on insolvency are based on sufficient, clear, and non-contradictory reasoning, the appeal is dismissed.

Keywords

AI generated
insolvency proceedings permanent payment inability appeal against judgment sufficient assets absence of fraud supreme court review civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3(1)(b) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 1(3) of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1351 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1351/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Ξενάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" ("GENIKI Bank"), 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Aνώνυμη Εταιρεία" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε." (πρώην "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ") και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" και το δ.τ. "POST CREDIT ΑΕΠΠ", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 16-8-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 10-9-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η, 2η, 3η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2518/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-12-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση, δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 3448/20-2-2020, 3442/20-2-2020, 3436/19-2-2020 και 3432/19-2-2020 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Γ.

Π., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 18-12-2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 897/2019, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 19-2-2021, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε και κατ' άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το άρθρο 26 του Ν 4792/2021 και την 397/12-4-2021 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 769 εδ.

β' και 762 ΚΠολΔ, στις α) 1η καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", β) 2η καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", γ) 3η καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και δ) 5η καθ' ης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ" αντίστοιχα.

Συνεπώς, εφόσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, εκπροσωπούμενες από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσείων με την από 19-6-2015 αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς εμπορική ιδιότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς τις καθ' ων ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθέτησης οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010, ώστε με την τήρηση της ρύθμισης να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 243/2017 απόφασή του, αφού απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την προβληθείσα ένσταση από την 1η καθ' ης η αίτηση Εθνική Τράπεζα, ότι ο αιτών δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, απέρριψε την αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι έκρινε ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό του αδυναμία πληρωμών.

Κατά της απόφασης αυτής ο οφειλέτης αιτών άσκησε έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, παραπονούμενος για την απόρριψη της αίτησής του. Το παραπάνω δικαστήριο, με την προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 2518/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το Ν 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 Ν 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 71/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Κατά δε την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ.

β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ.

ΑΠ 64/2017, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔικ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (18-12-2019), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔικ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει, όταν με αυτόν υποστηρίζεται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 654/2020, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 269/1993).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών και ήδη εκκαλών, ηλικίας σήμερα 61 ετών, τυγχάνει συνταξιούχος στρατιωτικός του Δημοσίου (Απόστρατος Υποστράτηγος), ήδη από τις 06-09-2010 και λαμβάνει σύνταξη, η οποία ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 1.410,70 ευρώ (βλ.

το ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2017). Τυγχάνει διαζευγμένος με την Ε. Π., με την οποία ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 2839/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Από τον ανωτέρω γάμο απέκτησε δύο θυγατέρες, την Π.-Ά., ηλικίας 33 ετών, η οποία είναι άνεργη και την Κ.- Ι., ηλικίας 32 ετών, η οποία εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, καθόσον ήδη το έτος 2014 διεγνώσθη με διαβήτη τύπου Β, ενώ το 2016 υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Προσέτι, ο αιτών πάσχει από χρόνια ισχαιμική καρδιοπάθεια, μικτή υπερλιπιδαιμία, αμιγή υπερχοληστερολαιμία, ιδιοπαθή υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη, αλλά και οξεία νεφρική ανεπάρκεια, με αποτέλεσμα να έχει αυξημένα φαρμακευτικά και ιατρικά έξοδα.

Ακολούθως, αποδείχτηκε ότι ο ανωτέρω έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά του, νομή και κατοχή σε ποσοστό 33,3 % ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα … Νομού …, εκτάσεως 905 τ.μ, του οποίου η αξία ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ και συνεπώς η εκποίησή του δεν κρίνεται απαραίτητη, διότι αφενός μεν δεν έχει μεγάλη εμπορική αξία, αφετέρου δε λόγω του αναφερόμενου ποσοστού συγκυριότητας, η προσφορά του προς εκποίηση δε θα προκαλέσει ιδιαίτερο αγοραστικό ενδιαφέρον.

Ακολούθως, ο αιτών-εκκαλών έχει στην κυριότητά του ένα όχημα με αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε εργοστασίου BMW 1895 c.c, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2001, με εκτιμώμενη εμπορική αξία 5.000 ευρώ, το οποίο, ωστόσο, είναι απαραίτητο για την κάλυψη των μεταφορικών του αναγκών, ενώ ενόψει της μικρής εμπορικής αξίας και παλαιότητας δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση.

Περαιτέρω, διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα στο … επί της οδού ..., επιφάνειας 89,90 τ.μ, για το οποίο καταβάλει μηνιαίο μίσθωμα, ανερχόμενο στο ποσό των 330,00 ευρώ, ενώ παράλληλα επιβαρύνεται με τα στοιχειώδη έξοδα για την κάλυψη των διατροφικών του αναγκών, των αναγκών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς και των λειτουργικών αναγκών της οικίας του.

Εξάλλου, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη έναντι των κατωτέρω πιστωτριών: Α) Προς την τράπεζα με την επωνυμία " ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" : 1) Δυνάμει της υπ' αριθμ. … σύμβασης καταναλωτικού δανείου, το οποίο συνήψε με την Ιδιότητα του εγγυητή, οφειλή ανερχόμενη στο ποσό των 18.321 πλέον τόκων και εξόδων, 2) Δυνάμει της υπ' αριθμ.

… σύμβασης στεγαστικού δανείου, το οποίο συνήψε με την ιδιότητα του εγγυητή, οφειλή ανερχόμενη στο ποσό των 155.735,30 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων 3) δυνάμει της υπ' αριθμ. …. σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφειλή ανερχόμενη στο ποσό των 5.598,81 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Β) Προς την τράπεζα με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" δυνάμει της υπ' αριθμ.

… σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφειλή ανερχόμενη στο ποσό των 959,59 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, Γ) Προς την τράπεζα με την επωνυμία " ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" δυνάμει της υπ' αριθμ. …. σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφειλή ανερχόμενη στο ποσό των 1.116,06 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων Δ) προς την τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δυνάμει της υπ' αριθμ.

… σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφειλή συνολικού ποσού 32.444,04 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Ε) Προς την τράπεζα με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT Α.Ε", οφειλή συνολικού ποσού 2.662,64 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, προερχόμενη από την υπ' αριθμ. … σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Επομένως, οι συνολικές οφειλές του αιτούντος προς τις ανωτέρω πιστώτριές του, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων μέχρι του χρονικού σημείου, που του χορήγησαν οι παραπάνω τραπεζικές εταιρείες τις προσκομιζόμενες με επίκληση απ' αυτόν βεβαιώσεις οφειλών, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 216.838 πλέον τόκων και εξόδων.

Θα πρέπει δε να σημειωθεί, ότι η σύναψη του στεγαστικού δανείου, έγινε με σκοπό την ανέγερση και αποπεράτωση της οικίας, όπου διέμενε με την πρώην σύζυγό του και τις θυγατέρες του, επί της οδού ... στην …, ενώ περαιτέρω και η τροποποιητική σύμβαση δανείου αφορούσε ανοικτό δάνειο, το οποίο ελήφθη συμπληρωματικά για την αποπεράτωση της ως άνω οικίας.

Εξάλλου, η οφειλή από το προδιαληφθέν στεγαστικό δάνειο είναι εξασφαλισμένη για το ποσό των 228.000 ευρώ με εμπράγματη ασφάλεια που έχει εγγραφεί επί της προδιαληφθείσας ιδιοκτησίας της πρώην συζύγου του, υπέρ της πιστώτριας εταιρείας. Παράλληλα, αποδείχτηκε ότι ο αιτών: α) κατά το οικονομικό έτος 2007 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ανερχόμενο στο ποσό των 38.890,87 ευρώ, ενώ η σύζυγός του δεν είχε εισόδημα από κάποια πηγή, β) το οικονομικό έτος 2008 το εισόδημά του ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 39.950,76 ευρώ και της συζύγου του στο ποσό των 2.223,07 ευρώ, γ) το οικονομικό έτος 2009 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των 43.931,15 ευρώ και της συζύγου του σε 9.571,80 ευρώ, δ) το οικονομικό έτος 2010 το συνολικό δηλωθέν εισόδημά του ανέρχονταν στο ποσό των 45.044,10 ευρώ ενώ η σύζυγός του δεν είχε κάποιο εισόδημα, ε) το οικονομικό έτος 2011 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό 36.934,30 ευρώ, ενώ η σύζυγός του δεν είχε κάποιο εισόδημα ζ) το οικονομικό έτος 2012 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 31.111,73 η) οικονομικό έτος 2013 το συνολικό δηλωθέν εισόδημα του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των 30.196,10 ευρώ, θ) το οικονομικό έτος 2014 το δηλωθέν εισόδημά του ανέρχονταν στο ποσό των 21.826,11 ευρώ και τέλος το οικονομικό έτος 2015 το συνολικό δηλωθέν του εισόδημα ανέρχονταν στο ποσό των 22.431,42 ευρώ ( βλ.

τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα των ανωτέρω ετών). Ειδικότερα, από το εισφερθέν αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι αιτών ανέλαβε την αποπληρωμή των δανείων με την ιδιότητα του εγγυητή για την αποπεράτωση της οικίας, ιδιοκτησίας της συζύγου του, καθόσον η τελευταία κατά τον χρόνο ανάληψης των επίδικων δανείων δεν είχε εισοδήματα από κάποια πηγή.

Εξάλλου, από την συγκριτική επισκόπηση των ως άνω εκκαθαριστικών σημειωμάτων του αιτούντος προκύπτει ότι τα ετήσια εισοδήματά του για το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως και το έτος 2013 ήταν ιδιαίτερα υψηλά, πλην όμως, ακολούθως και ειδικότερα την τελευταία τριετία, υπήρξε μια σταδιακή μείωση των εισοδημάτων του, με αποτέλεσμα το ποσό της μηνιαίας σύνταξης που λαμβάνει σήμερα να ανέρχεται στο ποσό των 1.470,00 ευρώ μηνιαίως, το οποίο πρόκειται για ένα ικανοποιητικό εισόδημα και δη εν μέσω οικονομικής κρίσης, με το οποίο δύναται να καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες του.

Προσέτι, από μόνο το ανωτέρω γεγονός της βαθμιαίας μείωσης του εισοδήματός του, δεν συνάγεται ότι συντρέχει και στο πρόσωπό του, μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των προδιαληφθεισών οφειλών του προς τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα, καθόσον δεν αποδείχθηκε κάποιο έκτακτο και ακραίο γεγονός, εξαιτίας του οποίου να περιήλθε χωρίς υπαιτιότητά του σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών.

Αντιθέτως, από το εισφερθέν αποδεικτικό υλικό και δη από την από 15-01-2016 αναλυτική κατάσταση οφειλών της πρώτης των εφεσιβλήτων προέκυψε ότι ο αιτών δύναται να αποπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα, καθόσον η οφειλή του από το στεγαστικό δάνειο, ύψους 155.735,30 ευρώ, δεν παρουσιάζει σοβαρή καθυστέρηση πληρωμής, ενόψει του ότι οι καθυστερούμενοι τόκοι ανέρχονται στο ποσό των 1.720,83 ευρώ, ενώ και τα υπόλοιπα δάνεια προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα εξυπηρετούνταν κανονικά μέχρι προσφάτως.

Εξάλλου, και οι τόκοι από τις οφειλές του προς τα πιστωτικά ιδρύματα "ALPHA ΒΑΝΚ" και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2016 ανέρχονταν στα ποσά 43,10 ευρώ και 8,72 ευρώ αντίστοιχα, γεγονός που καταδεικνύει την δυνατότητα του αιτούντος να αποπληρώνει τις οφειλές του, παρά τη σταδιακή μείωση των εισοδημάτων του.

Η μοναδική οφειλή που παρουσιάζει καθυστέρηση είναι αυτή που προέρχεται από την συναφθείσα σύμβαση καταναλωτικού δανείου προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπου οι τόκοι ανέρχονται στο ποσό των 11.757,89 ευρώ, πλην, όμως η ανωτέρω οφειλή είναι μεμονωμένη και δεν καταδεικνύει την αδυναμία του αιτούντος για αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο αιτών έλαβε ως προκαταβολή το μερικότερο ποσό των 72.384,21 ευρώ από το συνολικό εφάπαξ που δικαιούτο, ένεκα της συνταξιοδότησής του. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι το ληφθέν ποσό δαπανήθηκε για την ανέγερση-αποπεράτωση της οικίας, όπου διέμενε μετά της οικογενείας του, πλην, όμως, ο ανωτέρω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον δεν προσκομίστηκαν σχετικά παραστατικά και τιμολόγια, από τα οποία να προκύπτει ότι πράγματι το ανωτέρω ποσό χρησιμοποιήθηκε για την ανωτέρω αιτία, με δεδομένο μάλιστα ότι ήδη είχαν ληφθεί υψηλά στεγαστικά δάνεια κατά τα αναφερθέντα ανωτέρω.

Εξάλλου, πλην του προδιαληφθέντος ποσού, ο τελευταίος με τη συνταξιοδότησή του, έλαβε και το υπόλοιπο ποσό εκ της συνολικής αποζημίωσης που δικαιούτο, το οποίο ανέρχονταν σε 42.230,69 ευρώ, γεγονός που συνομολογεί και ο ίδιος, πλην, όμως εκθέτει ότι δαπανήθηκε για την κάλυψη των αυξημένων προσωπικών αναγκών του μετά τη συνταξιοδότησή του, ενόψει της μετεγκατάστασής του από τη συζυγική οικία, αλλά και των αυξημένων αναγκών των θυγατέρων του.

Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ο αιτών είχε προβεί στη λήψη δανείων από τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα για τις ως άνω αιτίες και ειδικότερα από την τράπεζα "ALPHA ΒΑΝΚ" για την αγορά οικιακού εξοπλισμού, καθώς και από την τράπεζα "HELLENIC POST CREDIT ΑΕ" για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών της μεγαλύτερης θυγατέρας του, ενόψει της μετακόμισής της στην Κρήτη.

Προσέτι, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ανωτέρω ποσό είναι ιδιαίτερα υψηλό για να έχει αναλωθεί εξ ολοκλήρου για την κάλυψη των προσωπικών αναγκών του αιτούντος και των θυγατέρων του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε, τα εισοδήματα του αιτούντος για αρκετά έτη και δη μέχρι και το έτος 2013 ήταν ιδιαίτερα υψηλά, με αποτέλεσμα το παρόν Δικαστήριο να οδηγείται στην κρίση ότι ο αιτών διαθέτει διατηρημένα εισοδήματα, τα οποία δύναται να καταβάλει προς εξόφληση των οφειλών του προς πιστώτριες.

Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αιτούντος μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω οφειλών του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο εκκαλών δεν υπάγεται στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, απορρίπτοντας - ουσιαστικά - την αίτηση ως ουσία αβάσιμη, αφού πρώτα έκρινε αυτήν ως ορισμένη και νόμιμη με συμπλήρωση της αιτιολογίας από το παρόν Δικαστήριο, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό και είναι απορριπτέοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, οι οποίοι προβλήθηκαν με τους οικείους λόγους της έφεσης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αφού έλαβε υπόψη όλα τα έσοδα του αιτούντος και δη τα εισοδήματα από τη σύνταξή του και τα διατηρημένα εισοδήματά του από το ληφθέν εφάπαξ από την υπηρεσία του (προκαταβληθέν ποσό και υπολειπόμενο ληφθέν ποσό εφάπαξ), την οικογενειακή του κατάσταση και τις βιοτικές του ανάγκες, τα ληφθέντα δάνεια και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από αυτά, όπως όλα τα ανωτέρω οικονομικά δεδομένα (του αιτούντος) είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο κατάθεσης της από 19-6-2015 αίτησης, αλλά και μετά από αυτή (την κατάθεση) μέχρι τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, συνήγαγε, ότι ο αιτών δεν περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών προς τις πιστώτριες τράπεζες, και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 23-6-2017 έφεση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 243/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιώς.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τον 1ο λόγο της αναίρεσής του, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010 δεν έλαβε υπόψη την παρούσα κατάσταση ρευστότητάς του κατά την κατάθεση της αίτησής του, αλλά το πρότερο στάδιο της ρευστότητάς του είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Επίσης, ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο παραπονείται, ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένως δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε από σχετικά παραστατικά και τιμολόγια, ότι ο αιτών δαπάνησε για την ανέγερση-αποπεράτωση της οικίας του το προκαταβληθέν σ' αυτόν ποσό του εφάπαξ του ποσού 72.384,21 ευρώ, καθόσον παρέβλεψε τον ισχυρισμό του ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του ΝΔ 398/1974 του χορηγήθηκε μέρος του εφάπαξ με την 10-1/2010 πράξη απονομής βοηθήματος, που αποτελεί δημόσιο έγγραφο, αφού κατέθεσε όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, και ότι χρησιμοποίησε το προκαταβληθέν ποσό για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι πρωτίστως απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ και κατά το μέρος, που αναφέρονται στην αποδεικτική δύναμη της επικαλούμενης πράξης απονομής σύνταξης ως δημοσίου εγγράφου είναι ομοίως απαράδεκτες, διότι δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 560 του ΚΠολΔ τα παράπονα σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (αριθμ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ΑΠ 1340/2013, ΑΠ 2228/2007).

Στη συνέχεια, με τον αυτό λόγο ο αναιρεσείων παραπονείται για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας σχετικά με τα διατηρημένα εισοδήματά του, καθόσον δεν ήταν δυνατό να αποταμιεύει χρήματα από τη στιγμή που τα εισοδήματά του μειώνονταν συνεχώς, ενώ ταυτόχρονα τα έξοδά του διαρκώς αυξάνονταν και σε κάθε περίπτωση ακόμη κι αν είχε ορισμένα χρήματα από αποταμιεύσεις, που έγιναν σε προηγούμενα έτη, κατά τα οποία λάμβανε πράγματι υψηλές αποδοχές, καθίσταται προφανές πως τα χρήματα αυτά εξαντλήθηκαν στην προσπάθειά του να ανταποκριθεί στις υψηλότατες δανειακές του υποχρεώσεις και στα αυξημένα έξοδα διαβίωσης, που προκάλεσε η δεινή κατάσταση της υγείας του.

Η προβαλλόμενη αιτίαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν ανάγεται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 59 αριθμ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ και κατ' ανάλογη εφαρμογή από το άρθρο 560 αριθμ. 5 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ. 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 793/2015, Α.Π. 1072/2005), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (Α.Π. 150/2015, Α.Π. 726/2014, Α.Π. 1042/2013, Α.Π. 701/2008).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στην εν λόγω διάταξη.

Μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνονται και οι λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ με αριθμ. 10 και 11 (ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 875/2018). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο η αιτία που τα δάνεια της 1ης αναιρεσίβλητης δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη τοκοφορία οφείλεται στο γεγονός, ότι στην προσπάθειά του να αιτηθεί τη ρύθμιση της συγκεκριμένης οφειλής, είχε αναγκαστεί να καταβάλει εφάπαξ ποσά στην εν λόγω Τράπεζα για μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και να αφήνει άλλα δάνεια απλήρωτα, διότι η ανωτέρω τράπεζα έθεσε ως απαρέγκλιτο όρο για τη διεξαγωγή οποιασδήποτε συζήτησης για ρύθμιση, την καταβολή όλων ανεξαιρέτως των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθ' όσον ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, καίτοι προταθείς, δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του προεκτεθέντος άρθρου 560 αριθμ. 5 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., αλλά επιχείρημα ή συμπέρασμα, συναγόμενο από την εκτίμηση των αποδείξεων, το οποίο προεβλήθη από τον αναιρεσείοντα προς στήριξη της απόψεώς του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Ακολούθως, με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δη κρισιολόγησε, ότι "ο αιτών διαθέτει διατηρημένα εισοδήματα, τα οποία δύναται να καταβάλει προς εξόφληση των οφειλών του προς τις πιστώτριες" και β) κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα εκ μέρους του αποδεικτικά μέσα και δη την …-…/2010 πράξη απονομής βοηθήματος, βάσει του άρθρου 18 του Ν 398/1974 και αποσπάσματα της κίνησης του αναφερόμενου μηδενικού λογαριασμού του στην Τράπεζα Πειραιώς.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες και κατ' επέκταση και στο σύνολό του ο 2ος αναιρετικός λόγος, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, στη συγκεκριμένη υπόθεση εφαρμοστέοι είναι μόνο οι λόγοι του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, στην περιοριστική απαρίθμηση των οποίων δεν περιλαμβάνονται λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

με αριθμούς 10 και 11. Τέλος, ο αναιρεσείων με τον 3ο λόγο της αναίρεσής του υποστηρίζει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες κατά παράβαση της περίπτωσης 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (επικαλείται τον αριθμό 19 του άρθρου 559) σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη α) παρότι δέχεται ότι το ποσό της μηνιαίας σύνταξής του ανέρχεται σε 1.470 ευρώ, με το οποίο καλύπτει τις στοιχειώδεις ανάγκες του και την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη, ότι είναι άνευ αξίας εκποίησης τα στοιχεία κινητής και ακίνητης περιουσίας του, καθώς και ότι οι οφειλές του ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 216.838 ευρώ, θεωρεί ότι δύναται να αποπληρώσει τα δάνειά του, παρά το γεγονός ότι η μηνιαία δόση τους ανέρχεται στο ποσό των 1.700 ευρώ, ήτοι μεγαλύτερο κατά 230 ευρώ περίπου από το μοναδικό μηνιαίο εισόδημά του, βασιζόμενη στην πιθανολόγηση ύπαρξης αποταμιεύσεων από το εφάπαξ βοήθημα, που έχει λάβει, και έτσι αρνούμενη ότι στοιχειοθετείται γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών στην περίπτωσή του και β) παρότι δέχεται ότι κατά το χρόνο λήψης των δανειακών του συμβάσεων δεν είχε δόλο περιέλευσης σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, εντούτοις δεν αποδέχεται, ότι κατά το χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της αίτησης, μετά την κατακόρυφη απομείωση των αποδοχών του και την αύξηση των οικονομικών του υποχρεώσεων, βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον με βάση την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αφενός δεν έγινε δεκτό ότι η μηνιαία δόση των δανείων του ανέρχεται σε 1.700 και υπερβαίνει κατά 230 ευρώ τη μηνιαία σύνταξή του, αφετέρου κρίθηκε ανελέγκτως και κατά πλήρη απόδειξη, ότι διαθέτει διατηρημένα εισοδήματα από τη λήψη του εφάπαξ του, τα οποία δύναται να καταβάλει προς εξόφληση των οφειλών του προς τις πιστώτριες.

Κατά δε το δεύτερο σκέλος του ο λόγος είναι απορριπτέος ομοίως ως αβάσιμος, διότι η έλλειψη δόλου δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ο αιτών δεν περιήλθε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμών.

Συνακολούθως το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε αδυναμία πληρωμών, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 897/18-12-2019 αίτηση για αναίρεση της 2518/2019 απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Και

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2021 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ