Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment, allowing partial remand for one plaintiff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Hellenic Olympic Association against the First Instance Court's judgment in a labor dispute involving five athletes. While the court rejected the request to reinstate the case for the first four plaintiffs due to insufficient evidence regarding their salaries, it partially allowed the appeal for the fifth plaintiff concerning her postgraduate stipend. Consequently, the case was remanded for further examination regarding this specific stipend issue, while the association was ordered to pay the legal costs of the dismissed plaintiffs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1 and 144 para.1 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure; Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; Article 178 of the Code of Civil Procedure; Article 580 para.3 of the Code of Civil Procedure: The court may dismiss an appeal in part and remand the case for further examination of specific issues when the evidence supports the lower court's decision on some claims but requires additional review on others.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1351 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1351/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΦΙΛΑΘΛΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΑΝΤΙΠΤΕΡΙΣΗΣ" (Ε.Ο.Φ.Σ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάππο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2)Α. Π. του Λ., κατοίκου ..., 3)Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., 4)Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 5)Δ. Π. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σαπουντζάκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 647/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2131/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 12/7/2018 αίτησή του και με τις από 8/3/2019 προτάσεις τους ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 12-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2131/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 647/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση, και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια άνω απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχαν επιδικαστεί υπέρ εκάστου των εναγόντων τα ποσά που εκεί αναφέρονται. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).
2. Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του νόμου 2725/1999 " 1. Αθλητική ομοσπονδία είναι η ανώτατη οργάνωση αθλητικών σωματείων ή αθλητικών ενώσεων (νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου) που καλλιεργούν το ίδιο άθλημα ή κλάδο άθλησης, έχει σκοπό την καλλιέργεια και την ανάπτυξή του σε όλη τη χώρα και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 και επόμενα του Αστικού Κώδικα".
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 30 "Οργάνωση υπηρεσιών ομοσπονδίας" παρ. 3 του ιδίου άνω νόμου "3. Οι προσλήψεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ομοσπονδιών, με εξαίρεση τους προπονητές, τους γυμναστές, τους τεχνικούς συμβούλους, τους δικηγόρους, τους δημοσιογράφους, τους φροντιστές, τους φυσικο-θεραπευτές και τους γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των κεφαλαίων Α', Β' και Γ' του Ν. 2190/1994 (Α' 28), όπως εκάστοτε ισχύουν".
Η διάταξη του τελευταίου άνω άρθρου(30 του ν. 2725/1999), η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του νόμου αυτού (17-6-1999)στην εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Α 121/17-6-1999), δεν αφορά την δημόσια τάξη, αφού οι αθλητικές ομοσπονδίες, όπως είναι και το αναιρεσείον είναι σωματεία του άρθρου 78 ΑΚ και απλώς οι προσλήψεις του πάσης φύσεως προσωπικού της μετά την ισχύ του νόμου αυτού (2725/1999) δηλαδή από 17-6-1999 και εφεξής γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 2190/1994 (ΑΣΕΠ). 3.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Επίσης κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ.
Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000 ΑΠ 168/2015, πρβλ. επίσης ΑΠ 84/2015, ΑΠ 89/2013, ΑΠ 901/2013, ΑΠ 858/2011, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 139/2001, 539/2003).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή) είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, δηλαδή:
α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο δε της προβολής αυτής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι:
α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (Α.Π. 105/2017, 9/2014).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017).
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.
Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό, που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΑΠ 180/2014).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο εκώφευσε και ουδέν απάντησε στον ισχυρισμό του, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων τυγχάνουν άκυρες, διότι κατά τον χρόνο πρόσληψης εκάστου εξ αυτών η πρόσληψή τους αντίκειτο στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1,2,3, 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994(ΑΣΕΠ), στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 30 του μεταγενέστερου ν. 2725/1999 καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 325, 329, 353, 646,και 656 ΑΚ και 103 παρ. 7,8 του Συντάγματος, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, και ότι η εξέτασή του θα οδηγούσε στην διακώλυση των εκ των διατάξεων του εργατικού δικαίου υποχρεώσεών του για δεδουλευμένους μισθούς, μισθούς υπερημερίας κλπ .
Περαιτέρω και, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στην με αριθμό 3 νομική σκέψη ο αναιρετικός λόγος για την μη τήρηση της διαδικασίας του 30 του ν. 2725/1999 περί τηρήσεως του ν. 2190/1994 ως προς τις προσλήψεις του προσωπικού του αναιρεσείοντος, (που αποτελεί αθλητική ομοσπονδία) και εντεύθεν σε περίπτωση μη τηρήσεώς της, την ακυρότητά των συμβάσεων εργασίας τους, ερευνάται μεν αυτεπάγγελτα, αλλά επειδή δεν αφορά την δημόσια τάξη, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρ. 262 αρ. 2, δηλαδή θα πρέπει να έχει προταθεί στο Δικαστήριο ουσίας κατά την πρωτόδικη δίκη και να έχει επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή κατ' άρθρ. 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις.
Όπως όμως προκύπτει στο αναιρετήριο δεν γίνεται καμιά αναφορά για το αν ο ανωτέρω ισχυρισμός είχε προταθεί νομίμως και με ποιο τρόπο στο δικαστήριο ουσίας. Ειδικότερα δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν είχε προταθεί στο Δικαστήριο ουσίας της πρωτόδικης δίκης και είχε καταχωρισθεί στα πρακτικά της, όπως επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός ερευνάται αυτεπάγγελτα, διότι η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι μεν έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του Δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι όλοι οι νόμοι είναι και δημόσιας τάξης.
Εξάλλου από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι το εναγόμενο-αναιρεσείον, δεν είχε προβάλει παραδεκτά τον ανωτέρω ισχυρισμό-ένσταση με καταχώριση στα πρακτικά, αφού οι μόνες ενστάσεις που είχε προβάλει και καταχωρίστηκαν στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (281 Α.Κ) σχετικά με την επίσχεση εργασίας των εναγόντων, αοριστίας του αιτήματος επίσχεσης, της εξόφλησης και επικουρικώς της ένστασης καταλογισμού ή έκπτωσης της ωφέλειας κατ'άρθρο 656 παρ. 2 ΑΚ, τον δε ισχυρισμό ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, που αποτελεί ένσταση, τον πρότεινε για πρώτη φορά με το πρώτο λόγο της από 5-9-2016 εφέσεώς του, χωρίς όμως να επικαλείται κάποιο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής του.
Επομένως ο πρώτος αυτός λόγος της αίτησης, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στις με αριθμούς 2 και 3 μείζονες σκέψεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
6. Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το δεχθεί ότι η καθυστέρηση στην πληρωμή των εναγόντων, ήταν συνέπεια οικονομικής δυσχέρειας του (εναγομένου), που δεν είχε σημειωθεί στο παρελθόν και η οποία ήταν αποτέλεσμα της μείωσης της μοναδικής προσόδου του, καθώς και ότι κατά το παρελθόν είχαν λάβει τις αποδοχές εκ της εργασίας τους, και στην συνέχεια, με το να κρίνει ότι η επίσχεση εργασίας στην οποία προέβησαν οι ενάγοντες είναι νόμιμη, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος τους επίσχεσης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και προσέδωσε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες.
Με το περιεχόμενο αυτό ο δεύτερος λόγος είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι, δεν αναφέρει υπό ποία παραβίαση συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο οι κατά το αναιρεσείον υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα το αναιρεσείον περιορίζεται στο να διαλάβει στο λόγο αυτό μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης. Υπό δε την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε τι συνίσταντο οι προβαλλόμενοι απ'αυτήν στο δικαστήριο της ουσίας, ισχυρισμοί της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας των εναγόντων, πλήττει ουσιαστικά με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος αυτός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
7. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αίτησης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται το αναιρεσείον, ότι το Εφετείο προκειμένου να θεμελιώσει τον μη σύννομο χαρακτήρα της εκ μέρους του μονομερώς επιβληθείσης εκ περιτροπής απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων, και δεχόμενο α)ότι δεν έλαβε χώρα η απαιτουμένη εκ του νόμου ενημέρωση προς τους εργαζομένους, ένεκα του γεγονότος ότι ουδέποτε διαβιβάστηκαν σ'αυτούς τα οικονομικά στοιχεία της ομοσπονδίας από τα οποία προέκυπταν οι ισχυρισμοί περί σημαντικής μείωσης της κρατικής επιχορήγησης, β) ότι έγινε μόνο προφορική ενημέρωση προς τους εργαζομένους εκ της εκπροσώπου του σχετικά με τα ζητήματα της μείωσης της ετήσιας επιχορήγησης και γ) ότι εμμέσως οι υπάλληλοι ήταν σε θέση να γνωρίζουν το γεγονός της μείωσης της κρατικής επιχορήγησης ένεκα της θέσεως εργασίας τους, πλην όμως ότι η γνώση τους αυτή δεν καλύπτει την εκ του νόμου προϋπόθεση προς ενημέρωση, εσφαλμένα ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 του ν. 1892/1990, την οποία παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, καθόσον σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της (προσβαλλομένης), είχε λάβει χώρα η απαιτούμενη εκ μέρους του ενημέρωση και διαβούλευση των αναιρεσιβλήτων-εργαζομένων προ της επιβολής μονομερώς του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας τους και η προσβαλλομένη απαίτησε περισσότερα στοιχεία για το σύννομο της εφαρμογής της διάταξης αυτής (του άρθρου 38 παρ. 3 του ν. 1892/1990), απ'όσα απαιτούνται απ'αυτήν.
Ο λόγος αυτός με το άνω περιεχόμενο, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι, δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο οι κατά το αναιρεσείον υπάρχουσες ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον το αναιρεσείον περιορίζεται στο να διαλάβει στο λόγο αυτό μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, και υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών λόγων, πλήττει ουσιαστικά την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, επί του πραγματικού γεγονότος της μη προσήκουσας ενημέρωσης των εναγόντων σχετικά με τα οικονομικά στοιχεία του εναγομένου-αναιρεσείοντος και περί της σημαντικής μείωσης της κρατικής επιχορήγησης, στοιχείων απαραιτήτων κατά την άνω διάταξη, πριν την λήψη απόφασης εκ μέρους αναιρεσείοντος, να επιβάλει μονομερώς εκ περιτροπής εργασία στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους.
8. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο μέρος του το αναιρεσείον, προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι καίτοι με δήλωση που υποβλήθηκε προφορικά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καταχωρίστηκε στα πρακτικά του και αναπτύχθηκε με τις προτάσεις, αλλά και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με τον 4ο λόγο της έφεσής του, προέβαλε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας τον ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή το αίτημα της πέμπτης ενάγουσας περί καταβολής σ'αυτήν του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών είναι αόριστο, και ότι συνεπώς το σχετικό αίτημα της έπρεπε να απορριφθεί, το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων καθώς και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε νομίμως, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη, ήτοι το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με προφορική προβολή και καταχώριση του εν λόγω ισχυρισμού στα πρακτικά του, αλλά το πρώτον προέβαλε το αναιρεσείον τον ισχυρισμό αυτό με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς δηλαδή προφορική δήλωση, καθώς και στο Εφετείο με τον τέταρτο λόγο περ. γ' της από 5-9-2016 έφεσής του.
Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι δεν μπορούσε να προβληθεί εκεί, ή πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή και για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε επίσης πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο, είναι απαράδεκτος ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.
9. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8(Α) παρ. 1 περ. β` του ν. 3205/2003 "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα, κατά μήνα: Α.1.Μεταπτυχιακών σπουδών, οριζόμενο ως εξής: α. (...). β. Για κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος ετήσιας τουλάχιστον, φοίτησης, σε σαράντα πέντε ευρώ.
Το επίδομα αυτό παρέχεται για τίτλους που έχουν χορηγηθεί με ξεχωριστές σπουδές, μετά τη λήψη του πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης... Το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών χορηγείται μόνο στην περίπτωση που το περιεχόμενο των μεταπτυχιακών σπουδών είναι συναφές με το αντικείμενο απασχόλησης του υπαλλήλου, όπως προκύπτει από την προκήρυξη της θέσεως κατά την πλήρωση και την περιγραφή της εργασίας, από τον οργανισμό της Υπηρεσίας.
Για τη συνδρομή ή μη της προϋπόθεσης αυτής αποφαίνεται το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Η καταβολή του επιδόματος ανατρέχει στο χρόνο κατάθεσης των σχετικών τίτλων στον αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση ή συνάφεια τους". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση για τη χορήγηση του επιδίκου επιδόµατος µεταπτυχιακών σπουδών είναι η συνάφεια του περιεχοµένου του µεταπτυχιακού τίτλου µε το αντικείµενο της απασχόλησης του υπαλλήλου.
Συνεπώς ο εργαζόμενος που ζητεί την χορήγηση επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών από τον εργοδότη, έχει το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας (δηλαδή της χορήγησης του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών), ήτοι πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιου τίτλου αφενός και αφετέρου την συνάφεια του περιεχομένου του μεταπτυχιακού του τίτλου με το αντικείμενο της απασχόλησής του.
Επομένως δεν είναι υποχρεωμένος ο εναγόμενος εργοδότης να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι δεν υπάρχει συνάφεια του μεταπτυχιακού αυτού τίτλου με το αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος, τυχόν δε τέτοιος ισχυρισμός του αποτελεί άρνηση της αγωγής αποδεικνυόμενος ανταποδεικτικά μόνο απ'αυτόν, ενώ το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων καταβολής του επιδόματος αυτού έχει κατά τα άνω ο ενάγων. 10.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, με το να δεχθεί, ότι αυτό ήταν υποχρεωμένο να αποδείξει τον ισχυρισμό του, ότι ο τίτλος μεταπτυχιακών σπουδών που επικαλέστηκε η πέμπτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα δεν ήταν συναφής με το αντικείμενο της εργασίας της.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, επί του άνω κρισίμου αγωγικού αιτήματος της πέμπτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, περί καταβολής σ'αυτήν του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών του άρθρου 8 του ν. 3205/2003, αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα: " Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη από την 1-7-2010 σε διακοπή καταβολής στην πέμπτη ενάγουσα του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών που της χορηγούσε συνεχώς από τον Ιανουάριο έως και τον Ιούνιο του 2010, παρότι η τελευταία το δικαιούταν, καθόσον η εναγομένη δεν απέδειξε ότι το αντικείμενο απασχόλησης της εν λόγω εργαζομένης δεν ήταν συναφές με το περιεχόμενο του μεταπτυχιακού της τίτλου, ισχυρισμός που συνιστά νόμιμη ένσταση του εργοδότη, με αποτέλεσμα αυτός να φέρει το βάρος απόδειξης του, κατά τα προαναναφερθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας".
Με την παραδοχή του το Εφετείο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του εναγομένου-αναιρεσείοντος, ότι ο τίτλος μεταπτυχιακών σπουδών της πέμπτης ενάγουσας δεν είναι συναφής με το αντικείμενο της εργασίας της, αποτελεί ένσταση του εργοδότη-αναιρεσείοντος, που δεν αποδείχτηκε απ'αυτό το οποίο είχε το βάρος απόδειξής του, εσφαλμένα σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 9 μείζονα σκέψη κατένειμε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση της αγωγής για χορήγηση του σχετικού επιδόματος, αποδεικνυόμενος από το εναγόμενο-αναιρεσείον ανταποδεικτικά μόνο, ενώ το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων καταβολής του επιδόματος, ήτοι ότι είναι συναφής με το αντικείμενο της εργασίας της πέμπτης εναγούσας, έχει κατά τα άνω η τελευταία.
Κατ'ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αίτησης κατά το δεύτερο μέρος του είναι βάσιμος.
11. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 11 το άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν προσηκόντως ενώπιόν του με επαναφορά, ήτοι τις εξώδικες δηλώσεις περί επισχέσεως εργασίας καθώς και τις σχετικές εκθέσεις επίδοσης, τις κοινοποιηθείσες αποφάσεις μονομερούς επιβολής του μέτρου εκ περιτροπής απασχόλησης, καθώς και αποδεικτικά μισθοδοσίας από τα οποία να προκύπτει το ύψος των αποδοχών των εναγόντων κατά τον χρόνο επιβολής του μέτρου εκ περιτροπής εργασίας τους και από της θέσεως αυτών σε επίσχεση εργασίας.
Περαιτέρω με τον ίδιο άνω λόγο κατά το δεύτερο μέρος τους προσάπτει στην προσβαλλομένη την ίδια πλημμέλεια, ότι δεν επαναφέρουν νομότυπα οι ενάγοντες ενώπιον του Εφετείου τους προβληθέντες ισχυρισμούς τους, ούτε επικαλούνται τα άνω αναφερθέντα έγγραφα. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του, ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του το Εφετείο τις εξώδικες δηλώσεις περί επισχέσεως εργασίας των εναγόντων και τις σχετικές επιδόσεις αυτών, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται σ'αυτόν ποια επίπτωση έχει στο διατακτικό της απόφασης η παρά τον νόμο λήψη τους υπόψη, είναι και αβάσιμος, διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη των προτάσεων των εναγόντων-εφεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου, στις οποίες περιέχονται τα μετ' επικλήσεως απ'αυτούς προσκομισθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων είναι και η από 6-12-2016 εξώδικη δήλωση των τριών πρώτων εναγόντων-εφεσιβλήτων απευθυνομένη προς το αναιρεσείον, περί λύσεως της επίσχεσης εργασίας τους (βλ. 9η σελίδα προτάσεων εναγόντων-εφεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου), προκύπτει ότι περιέχονται εντός αυτής τόσο το περιεχόμενο της ασκήσεως της επίσχεσης εργασίας των εναγόντων, όσον και ο χρόνος έναρξης αυτών, και συνεπώς το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί της δήλωσης επίσχεσης εργασίας των εναγόντων και του χρόνου έναρξης αυτής, στηρίχθηκε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν.
Όσον αφορά ότι έλαβε υπόψη τις κοινοποιηθείσες αποφάσεις μονομερούς επιβολής του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας, παρά το ότι δεν προσκομίστηκαν νόμιμα ενώπιον του Εφετείου, εκτός και πάλι της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, είναι κοινό αποδεικτικό μέσο, καθόσον τις επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον (βλ. 30 και 31 των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου με τον αριθμό σχετικού 18).
Ως προς δε τα αποδεικτικά μισθοδοσίας, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι το ίδιο το αναιρεσείον προσκόμισε και επικαλέστηκε στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου(βλ. σελ. 29 και 30), πίνακα προσωπικού και αναγγελίες πρόσληψης, μισθοδοτικές καταστάσεις προσωπικού 2013, μισθοδοτικές καταστάσεις προσωπικού 2014, 1 ατομικό λογαριασμό ασφάλισης του εκ των εναγόντων Π., 2 ατομικούς λογαριασμούς ασφάλισης του ενάγοντος Σ., 1 ατομικό λογαριασμό ασφάλισης του Π.
και 1 του Π., καθώς και το ….46 δελτίο εργατικής διαφοράς, τα οποία κατέστησαν κοινά αποδεικτικά στοιχεία, οι δε ενάγοντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις τους, τις αναλυτικές καταστάσεις ενσήμων τους του ΙΚΑ για τα επίδικα έτη, στα οποία περιέχονται αναλυτικά οι αποδοχές τους (βλ.
σελ. 8 κάτω μέρος αυτών) και συνεπώς η προσβαλλομένη στηρίχθηκε και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία για το ύψος των αποδοχών των εναγόντων. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω ο πέμπτος λόγος κατά τα δύο μέρη του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 12. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αίτησης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως προς τους τέσσερεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττημένο (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδά τους, και κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου της αίτησης κατά το δεύτερο μέρος του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη, μόνο κατά το κεφάλαιό της που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, και αφορά το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών αυτής και να απορριφθεί και ως προς αυτήν κατά το υπόλοιπο μέρος της η αίτηση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και μετά ταύτα παρέλκει η εξέταση του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους.
Πρέπει επίσης να συμψηφισθούν τα μεταξύ των διαδίκων αυτών (αναιρεσείοντος και πέμπτης αναιρεσίβλητης) δικαστικά τους έξοδα, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών, κατανεμομένων ανάλογα με την έκταση και την ήττα εκάστου τούτων (άρθρο 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2018 (ειδικό αριθ. κατ.561/2018) αίτηση περί αναίρεσης της 2131/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους τέσσερεις πρώτους αναιρεσίβλητους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Αναιρεί την άνω απόφαση ως προς την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων μόνο κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό και απορρίπτει και ως προς αυτήν την άνω αίτηση κατά τα υπόλοιπα κεφάλαιά της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το κεφάλαιό της αυτό στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει ως προς τους διαδίκους αυτούς τα δικαστικά τους έξοδα.
Απορρίπτει αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ