Legislator Case Law & Legislation
1351/2018 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for insufficient reasoning regarding tort liability and investment risks.

Case Number 1351/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision of 4308/2015 due to inadequate reasoning on the plaintiff's claim for tort damages. The plaintiff argued that the bank failed to inform her of investment risks and the lack of capital guarantee, while the bank contended the claim was unfounded. The court found the lower court's justification insufficient regarding the duty to inform and the causal link between negligence and the loss, necessitating a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A court decision is annulled if it lacks sufficient reasoning to allow appellate review of the application of substantive law regarding the existence of fault, illegality, and causation in a tort claim.

Keywords

AI generated
tort liability insufficient reasoning duty to inform investment risk appellate review negligence causal link

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1351 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1351/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα - Εισηγητή, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Λ. συζύγου Β. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυράκο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." πρώην "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1408/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4308/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/5/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη, ο δε πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 4308/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 12-11-2013 και 21-11-2013 εφέσεων της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα κατά της 1408/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 6-10-2009 αγωγή της πρώτης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του προσώπου που ευθύνεται, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 § 1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Πρώτη αρχή:

Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... "Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.

Τέταρτη αρχή: Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς". ... "Έβδομη αρχή: Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Eυρωπαϊκού Kοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 "για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των Οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου" (ΑΠ 244/2016).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα, είναι …..επάγγελμα. Η εναγομένη είναι πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο παρέχει το σύνολο των τραπεζικών εργασιών στους πελάτες της, δραστηριοποιείται και στον τομέα της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και η παροχή συμβουλών και η παροχή παραγγελιοδοχικών υπηρεσιών.

Η ενάγουσα διατηρεί σε κατάστημα της εναγόμενης που βρίσκεται στο ... καταθετικό λογαριασμό. Το έτος 2005, η ενάγουσα κατατάχθηκε στην κατηγορία των πελατών της εναγόμενης, οι οποίοι εξυπηρετούνται από το τμήμα ... της εναγόμενης. Με την ένταξη της ενάγουσας στην παραπάνω κατηγορία πελατών, άρχισαν και οι συμβουλές από τους υπαλλήλους της εναγομένης για την τοποθέτηση των χρημάτων της σε επενδυτικά προϊόντα.

Ο πρώτος που παρείχε συμβουλές στην ενάγουσα για την αγορά επενδυτικών προϊόντων, ήταν ο υπάλληλος της .... Στη συνέχεια, η ενάγουσα προέβη στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και ομολογιών θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης. Τον Ιούνιο του έτους 2007, υπεύθυνος για την παροχή στην ενάγουσα υπηρεσιών ..., ο οποίος μάλιστα την επισκέφτηκε και στο ιατρείο της για την παροχή των υπηρεσιών του, ήταν ο ....

Την 18/10/2007 ο προαναφερόμενος υπάλληλος της εναγομένης, επισκέφτηκε την ενάγουσα στο ιατρείο της για να της προτείνει την αγορά ομολόγων που διέθετε προς πώληση η εναγομένη, τα οποία είχαν εκδοθεί από τη θυγατρική εταιρία της εναγομένης και έφεραν την ονομασία "...". Η ενάγουσα συμφώνησε να διαθέσει το ποσό των 100.000 ευρώ για την αγορά των παραπάνω ομολογιών.

Την επομένη ημέρα, υπάλληλος της εναγομένης, επισκέφτηκε την ενάγουσα στο ιατρείο της προκειμένου αυτή να υπογράψει τα έγγραφα που αφορούσαν την αγορά των παραπάνω τίτλων, πράγμα το οποίο εν τέλει αυτή έπραξε. Οι παραπάνω ομολογίες, έφεραν την ονομασία "...", είχαν εκδοθεί από τη θυγατρική εταιρία της εναγομένης "..." με ημερομηνία έκδοσης την 30ή Οκτωβρίου 2007 και ημερομηνία λήξης 30ή Οκτωβρίου 2012 και κάθε ομολογία ανερχόταν σε ονομαστική αξία στο ποσό των 50.000 ευρώ.

Με την από 19/10/2007 αίτησή της, η ενάγουσα αγόρασε δύο ομολογίες, με πωλήτρια την εναγομένη, συνολικής ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ, αντί του τιμήματος των 100.000 ευρώ. Την εξέλιξη των επενδυτικών της προϊόντων, η ενάγουσα την πληροφορούνταν από τους προαναφερόμενους υπαλλήλους της εναγομένης, της αποστέλλονταν δε και προς ενημέρωσή της, γραπτός τριμηνιαίος λογαριασμός.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η ίδια είχε αιτηθεί να επενδυθεί μόνο το ποσό των 50.000 ευρώ για την αγορά μιας ομολογίας του ανωτέρω προϊόντος και ότι ο προστηθείς υπάλληλος της εναγόμενης αλλοίωσε το περιεχόμενο της αίτησής της, χωρίς η ίδια να έχει δώσει εντολή ή να εγκρίνει τη διόρθωση αυτή, δεν κρίνεται πειστικός, δεδομένου ότι, ναι μεν από την επισκόπηση της αίτησης αυτής, φαίνεται ότι έχει αλλάξει ο αριθμός του ποσού από 50.000 ευρώ σε 100.000 ευρώ και ο αριθμός 1 έχει αντικατασταθεί από τον αριθμό 2, όμως, κρίνεται ότι η αλλαγή αυτή έγινε εν γνώσει της (ενάγουσας) και με την έγκρισή της, δεδομένου ότι, μετά την αγορά του προϊόντος αυτού, ελάμβανε γραπτώς τριμηνιαία ενημέρωση για τις επενδύσεις της, από τις οποίες ευχερώς είχε τη δυνατότητα να ελέγξει πόσα ποσά είχε επενδύσει και σε ποια συγκεκριμένα προϊόντα.

Παρόλα αυτά, ποτέ δεν ενημέρωσε γραπτώς την εναγομένη ότι έχει οποιαδήποτε επιφύλαξη, ούτε διατύπωσε οποιαδήποτε γραπτή διαμαρτυρία ως προς τα ποσά τα οποία είχε διαθέσει για την αγορά των αναφερομένων στις ενημερώσεις προϊόντων και τέλος, δεν προέβη σε καμία ενέργεια κατά της εναγομένης για την αποκατάσταση της επικαλούμενης από αυτήν πλαστογραφίας.

Αποδείχθηκε επίσης ότι λαμβάνοντας το τριμηνιαίο ενημερωτικό έντυπο της 18/9/2008, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι τα ομολογιακά προϊόντα της εμφάνιζαν αξία αρνητική σε σχέση με την ονομαστική τους αξία. Την 13/10/2008 ζήτησε την πώληση όλων των προϊόντων που είχε στην εναγομένη, μεταξύ των οποίων και τη ρευστοποίηση (πώληση) και των παραπάνω ομολόγων με την ονομασία "...", οι οποίοι στο παραπάνω από 18/9/2008 δελτίο της εναγομένης εμφάνιζαν αξία 92.110 ευρώ.

Ο υπάλληλος της εναγόμενης ..., την ενημέρωσε ότι στην περίπτωση απόσυρσης από το προϊόν αυτό κατ' εκείνο το χρονικό σημείο, προβλέπεται μεγάλη οικονομική ποινή (το ύψος της οποίας, ούτε η ενάγουσα αναφέρει ποιο ήταν, ούτε προέκυψε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα) και ότι το προϊόν αυτό, είχε πιθανότητα να ανακάμψει σε μεταγενέστερο χρόνο.

Εκτιμώντας η ενάγουσα ότι, δεν ήταν συμφέρουσα η ρευστοποίηση των ομολογιών αυτών κατ' αυτόν τον χρόνο, τελικώς, δεν προέβη σ' αυτήν. Περί τα τέλη Φεβρουάριου, αρχές Μαρτίου 2009, υπάλληλος της εναγομένης από το κατάστημα αυτής που βρίσκεται ..., ενημέρωσε την ενάγουσα ότι το εν λόγω επενδυτικό προϊόν έχει χαθεί τελείως, δεν υπάρχει αξία και κανένα κεφάλαιο πλέον, η δε εναγομένη τράπεζα, με δική της πρωτοβουλία, θα της καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο και της κατέβαλε τελικώς.

Η εναγομένη, μέσω των προαναφερομένων προστηθέντων υπαλλήλων της, προσέφερε στην ενάγουσα την δέουσα ενημέρωση για τα επενδυτικά προγράμματα στα οποία αυτή συμμετείχε, ακριβή και σαφή πληροφόρηση σε σχέση με το προτεινόμενο επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα η τελευταία να είναι σε θέση να κατανοήσει τη φύση και τους πιθανούς κινδύνους του, δεδομένου και του υψηλού μορφωτικού της επιπέδου και της προηγούμενης εμπειρίας της στα θέματα των επενδύσεων.

Η ως άνω πληροφόρηση με τον τρόπο που έγινε, θεωρείται επαρκής και κρίνεται ότι η εναγομένη δεν παρέλειψε να παρέχει πληροφορίες στην ενάγουσα, οι οποίες θα την είχαν αποτρέψει από τη λήψη της απόφασης αυτής.

Συνεπώς, η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης δεν κρίνεται ως αντισυμβατική ή παράνομη, καθόσον δεν παραβιάστηκε το καθήκον διαφύλαξης των συμφερόντων της ενάγουσας και το καθήκον βέλτιστης εκτέλεσης κατά τη συναλλακτική του διάσταση". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την από 21-11-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με το περιεχόμενο αυτό η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αναφορικά με το περιεχόμενο της ενημέρωσης της αναιρεσείουσας εκ μέρους των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, χωρίς να αρκεί η αναφορά σ' αυτήν ότι "προσφέρθηκε στην αναιρεσείουσα η δέουσα ενημέρωση".

Ειδικότερα, δεν αναφέρεται εάν ενημερώθηκε η αναιρεσείουσα, για τους ενδεχόμενους κινδύνους από την αγορά των δύο ομολόγων, στα οποία κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης επένδυσε το ποσό των 100.000 ευρώ και το σπουδαιότερο, για το εάν το κεφάλαιό της αυτό ήταν εξασφαλισμένο, κατά τη λήξη του (30-10-2012), πράγμα που ενδιαφέρει τον κάθε επενδυτή, που αποβλέπει, με τη συγκεκριμένη επενδυτική επιλογή, στην εξασφάλιση του κεφαλαίου του και στην είσπραξη τόκων στο μέχρι τότε χρονικό διάστημα.

Η ανεπάρκεια αυτή γίνεται εντονότερη, ενόψει των παραδοχών του Εφετείου ότι " περί τα τέλη Φεβρουάριου, αρχές Μαρτίου 2009, υπάλληλος της εναγομένης...ενημέρωσε την ενάγουσα ότι το εν λόγω επενδυτικό προϊόν έχει χαθεί τελείως, δεν υπάρχει αξία και κανένα κεφάλαιο," χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται η έννοια της φράσης "το εν λόγω επενδυτικό προϊόν έχει χαθεί τελείως".

Πέραν τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και αναφορικά με την προηγούμενη εμπειρία της αναιρεσείουσας στα θέματα των επενδύσεων, ενόψει του ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένες επενδύσεις εκ μέρους της κατά το παρελθόν, εκτός από την γενική και αόριστη διαπίστωση προηγούμενης εμπειρίας της στα θέματα των επενδύσεων.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ κατά το οικείο μέρος του είναι βάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών, μη ερευνηθέντων, λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά της έξοδα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4308/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ (και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ