Supreme Court dismisses appeal against rejection of claim as indefinite due to lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the City of Heraklion's appeal against the First Instance Court's rejection of its claim as indefinite. The City argued the First Instance Court erred by rejecting the claim on procedural grounds rather than substantive ones, but the Court found no legal interest to challenge the rejection. Since the claim was rejected as indefinite, the First Instance Court did not examine the merits, making any alleged lack of reasoning irrelevant to the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 No. 19 and 93 § 3 of the Constitution; An appeal is inadmissible when the lower court rejects a claim as indefinite, as no factual examination occurred to support a claim of insufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1351 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1351/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ηρακλείου Κρήτης, που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Πυροβολάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.) ως καθολικού διαδόχου της αρχικά εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." (ΔΕΗ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρυσώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/7/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 6/4/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 179/2014 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε επί της από 16-9-2007 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 297/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία απορρίφθηκε η από 28-4-2006 αγωγή του.
Η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων, που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει, τόσο τον κοινό νομοθέτη, κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, όσο και τη διοίκηση, όταν θεσπίζει, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, κανονιστική ρύθμιση.
Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, στο πλαίσιο του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος), ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους (Ολομ. ΑΠ 3/2017).
Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή στην κανονιστικώς δρώσα διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίζουν με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως.
Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια, που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων, που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων, που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (Ολομ.
ΣτΕ 17/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 4483/1965, στις περιπτώσεις που λόγω εκτελέσεως έργων, με μέριμνα του Δημοσίου ή Δήμου ή Κοινότητας, παρίσταται ανάγκη μετατοπίσεως εγκαταστάσεων της ΔΕΗ, η δαπάνη της μετατοπίσεως περιλαμβάνεται στη δαπάνη του έργου και προκαταβάλλεται στη ΔΕΗ.
Εξάλλου, κατά την παράγραφο 2 (εδ. α') του ίδιου άρθρου, σε περίπτωση επεκτάσεως ή τροποποιήσεως σχεδίου πόλεως, κωμοπόλεως ή χωρίου, η δαπάνη μετατοπίσεως βαρύνει το Δήμο ή την Κοινότητα, κατά δε το εδ. β' της ίδιας παραγράφου, το οποίο προστέθηκε σ' αυτή με το άρθρο μόνο του Ν.Δ. 24/1973, σε περιπτώσεις μετατοπίσεως ή παραλλαγής δικτύων που απαιτούνται για την εφαρμογή προϋπάρχοντος ρυμοτομικού σχεδίου, η τήρηση του οποίου ήταν αδύνατη κατά την αρχική εγκατάσταση του δικτύου, λόγω υπάρξεως φυσικού εμποδίου (ρυμοτομουμένων κτισμάτων, προβλεπομένης ρυμοτομικής γραμμής εντός υφισταμένης οδού ή άλλων ανυπερβλήτων εμποδίων), η σχετική δαπάνη βαρύνει τις πιστώσεις του έργου εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου και καταβάλλεται από το Δήμο ή την Κοινότητα στη ΔΕΗ προκαταβολικώς.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου μόνου του Α.Ν. 351/1968, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατά την κατασκευή, ανακατασκευή ή συντήρηση οδών ή δικτύων υπονόμων ή άλλων δημόσιων έργων ή έργων ΝΠΔΔ απαιτείται η μετατόπιση ή οποιαδήποτε άλλη εργασία στο δίκτυο ή στις εγκαταστάσεις εταιριών ή οργανισμών κοινής ωφέλειας ή εργασίες για την πρόβλεψη διελεύσεων τέτοιων δικτύων οι δαπάνες των εργασιών αυτών στην έκταση που αντιστοιχούν στην αποκατάσταση της κατάστασης που υπήρχε πριν από την εκτέλεση των έργων, βαρύνουν τις πιστώσεις του έργου του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και προκαταβάλλονται στον οικείο φορέα με βάση τον προϋπολογισμό που συντάσσεται από αυτόν (ΑΠ 940/2007).
Την πιο πάνω ρύθμιση ανέτρεψε εν μέρει ο μεταγενέστερος νόμος 999/1979, που όρισε τα εξής : α) Στο άρθρο 6 ότι "δια την περιοχήν Μείζονος Πρωτευούσης δεν έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις του Α.Ν. 351/ 1968..... ως και πάσα ετέρα διάταξις που αντίκειται εις τας διατάξεις του παρόντος" και β) στο άρθρο 7 § 2 ότι "αι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως και δια την περιοχήν της Μείζονος Θεσσαλονίκης".
Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Ν. 999/1979, όπου μεταξύ άλλων που υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού ρητά αναφέρεται και η ΔΕΗ., συνάγεται ότι, μετά το άρθρο 6 του Ν. 999/1979, η ισχύς του οποίου, μη εξαρτώμενη από την έκδοση οιουδήποτε διατάγματος, άρχισε από τις 29.6.1980, προκειμένου για έργα που εκτελούνται από το Δημόσιο κλπ, στις περιοχές Μείζονος Πρωτευούσης και Μείζονος Θεσσαλονίκης, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Α.Ν. 351/1968, ούτε και αυτές του άρθρου 12 Ν. 4483/1965, οι οποίες, λόγω του περιεχομένου τους, αντίκεινται στις διατάξεις του Ν. 999/1979. 'Ετσι, σε περίπτωση που με μέριμνα Δήμου ή Κοινότητας των ανωτέρω περιοχών εκτελείται έργο εφαρμογής σχεδίου πόλης και κατά την εκτέλεσή του ανακύπτει, για οποιοδήποτε λόγο, ανάγκη μετατόπισης ή παραλλαγής δικτύου της Δ., η σχετική δαπάνη βαρύνει πλέον τη ΔΕΗ και όχι το Δήμο ή την Κοινότητα που εκτελεί το έργο, όπως άλλωστε ρητώς ορίζει το άρθρο 5 § 1 του Ν. 999/1979.
Τέλος, κατά το άρθρο 7 § 1 του ίδιου ως άνω νόμου, οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 6, είναι δυνατόν με Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Δημοσίων Έργων, να εφαρμόζονται και σε άλλες περιοχές (ΑΠ 148/2004). Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.
Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν έχει ο ενάγων, όταν το αίτημα που προέβαλε με την αγωγή του ήταν μη νόμιμο, αλλά το δικαστήριο της ουσίας το απέρριψε ως αόριστο, αφού η απόρριψη αγωγικού αιτήματος ως μη νόμιμου είναι δυσμενέστερη γι' αυτόν, από την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αορίστου (ΑΠ 42/2015). Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτει, ότι σ' αυτή εκτίθεται, ότι ο αναιρεσείων συμβλήθηκε με την αναιρεσίβλητη υπογράφοντας κατά το χρονικό διάστημα από 13-12-2004 μέχρι 02-03-2006 τις από 13-12-2004, 13-7-2005, 13-6-2005, 2-3-2006 και 2-3-2006 συμβάσεις, ενόψει της εκ μέρους του εκτέλεσης των αναφερόμενων στην αγωγή προγραμματισμένων έργων, με αντικείμενο την υπογείωση των δικτύων της αναιρεσίβλητης έναντι συνολικού τιμήματος 1.078.966,40 ευρώ, από το οποίο έχει καταβάλει μόνο ένα μέρος ύψους 439.842, 88 ευρώ και ότι η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 § 1 και 2 του Ν. 999/1979, που αφορούν την επιβάρυνση της εναγομένης με τη δαπάνη διενέργειας έργων μετατόπισης ή παραλλαγής των δικτύων της μόνο για τις περιοχές της πρωτεύουσας και της Θεσσαλονίκης, προσβάλλει τη συνταγματική αρχή της ισότητας και τις αρχές του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αφού οι λόγοι που επέβαλαν τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση για τις παραπάνω περιοχές, ισχύουν πλέον και για τον ίδιο, ως προς τον οποίο πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 999/1979 και, κατά συνέπεια, δεν βαρύνεται με τη δαπάνη των έργων που εκτέλεσε η αναιρεσίβλητη.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 439.842,88 ευρώ, το οποίο εκείνος της κατέβαλε, επικουρικά δε ζητά να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η ένδικη αγωγή, όσον αφορά και τις δύο βάσεις της, είναι μη νόμιμη.
Ειδικότερα, ως προς μεν την κύρια βάση της, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, δεν θεμελιώνεται παραβίαση της αρχής της ισότητας, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αφού το θεσπιζόμενο με τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 999/1979 ιδιαίτερο καθεστώς, όσον αφορά τον υπόχρεο καταβολής της δαπάνης για την μετατόπιση ή την εκτέλεση άλλων εργασιών επί του δικτύου της αναιρεσίβλητης, οι οποίες είναι αναγκαίες για την εκτέλεση έργων από το Δημόσιο ή τους ΟΤΑ, δικαιολογείται λόγω του μεγάλου αριθμού των εκτελουμένων στις περιοχές Αθηνών και Θεσσαλονίκης έργων, ενώ όσον αφορά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επειδή οι προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 999/1979 δικαιολογούν τον επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα πλουτισμό της αναιρεσίβλητης, και ως εκ τούτου, δεν συντρέχει η προϋπόθεση της από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ έλλειψης νόμιμης αιτίας. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αγωγή, απορρίφθηκε ως αόριστη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι, κατά τα προεκτεθέντα ήταν μη νόμιμη.
Συνεπώς, ο αναιρεσείων - ενάγων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την κατά τα προεκτεθέντα απόρριψη της αγωγής του, αφού έτσι η θέση του καθίσταται χειρότερη, ενόψει του δυσμενέστερου της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης από την απόρριψη αυτής ως αόριστης και για το λόγο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, 14 ΚΠολΔ γιατί παρά το νόμο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ 701/2011).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη αγωγή, όπως σημειώθηκε, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως αόριστη. Κατ' ακολουθίαν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (ΚΠολΔ 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2015 αίτηση αναίρεσης του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης κατά της 179/2014 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ