Supreme Court dismisses appeal against land ownership ruling regarding communal grazing lands under Ottoman law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that designated specific lands as communal grazing areas belonging to a village community. The State argued the land was public forest territory, while the lower court found it had been in common use since Ottoman times and legally transferred to the community under specific 1920 laws. The court rejected the State's claims, affirming that the lower court correctly applied the relevant statutes to determine the land's status and ownership.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13(2) of the 1917 Provisional Government Decree and Article 1 of Law 2074/1920: Lands left to common use under Ottoman law regarding grazing areas become the property of the village community, not the State, if proven by historical usage and legal transfer.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1351 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1351/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων:1.Γ. Π. του Η., 2.Ι. Π. του Η., 3.Η. Π. του Ι., 4.Κ. Π. του Ι., 5.Α. Π. του Δ., ως καθολικής διαδόχου και νόμιμης κληρονόμου του Δ. Π. του Η., 6. Σ. Π. του Δ., ως καθολικής διαδόχου και νόμιμης κληρονόμου του Δ. Π. του Η., 7.Η. Π. του Δ., ως καθολικού διαδόχου και νόμιμου κληρονόμου του Δ. Π. του Η., 8.Χ. Μ. του Θ., χας Δ. Π., ως καθολικής διαδόχου και νόμιμης κληρονόμου του Δ. Π. του Η., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λιάγκα
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 5-11-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 12-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης .
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου μερών στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 13 παρ. 2 του 2648/20/5/1917 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το Κράτος με το ν.1072/1917, ορίσθηκε ότι επί των εκτάσεων που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν δικαιώματα χρήσεως μέχρι να προνοήσει για τη διοίκηση των εκτάσεων αυτών ειδικός νόμος.
Ακολούθως με το άρθρο 1 εδα του Ν.2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", ορίσθηκε ότι οι γαίες που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98 κλπ του παραπάνω τουρκικού νόμου περί γαιών, όπως είναι και οι βοσκήσιμες γαίες, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών υπέρ των κατοίκων, των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα.
Κατά δε το άρθρο 12 του ν.1051/1917, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.2074/1920 είναι εφαρμοστέο επί των προαναφερομένων εκτάσεων, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία Κοινότητα, καθίσταται περιουσία της Κοινότητας, η οποία θα αποτελεσθεί από το συνοικισμό αυτό, Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, από την ισχύ του ν.2074/1920, οι Κοινότητες των Νέων Χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκών, οι οποίες είχαν αφεθεί, ανέκαθεν, κατά το νόμο περί γαιών στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωρίων, που αποτέλεσαν τις Κοινότητες αυτές, έστω και αν φέρουν διάφορο όνομα και ότι επομένως έπαυσε έκτοτε να υπάρχει επί των γαιών αυτών το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου.
Ο προσδιορισμός της έννοιας των γαιών, που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους και μετά την εισαγωγή σ’ αυτές της Ελληνικής αστικής νομοθεσίας, κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 του Ν.147/1914.
Από τις διατάξεις δε αυτές και ειδικότερα από εκείνες των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του οθωμανικού νόμου, προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλελειμμένες γαίες - "μετρουκέ") μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών (εφαζί εμιριγιέ), διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες στο οθωμανικό δημόσιο (Κράτος), αλλά ενώ στις δημόσιες γαίες παρεχωρείτο σε ιδιώτες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις αφιερωμένες στην κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η με οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη και αυτές παρεχωρούντο, είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανίων) είτε και απλώς κατ’ ανοχήν του τουρκικού κράτους στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων, το δικαίωμα των οποίων μάλιστα είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του νόμου περί γαιών.
Ενόψει δε αυτού του χαρακτήρα των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών και του εντεύθεν ανενεργού οποιουδήποτε δικαιώματος εξουσιάσεως επ’ αυτών του οθωμανικού δημοσίου, πλέον έντονη είναι η διάκριση της κατηγορίας των γαιών αυτών, από εκείνη των δημοσίων-κρατικών γαιών, η οποία, χωρίς να θεσμοθετείται ειδικώς στο νόμο περί γαιών, αναγνωριζόταν και αποτελούσε τις γαίες που ανήκουν στην άμεση διοίκηση του οθωμανικού κράτους ως δημόσια ιδιοκτησία με τη σύγχρονη έννοια της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου.
Η αυτή διάκριση επομένως επιβάλλεται μεταξύ των γαιών που αφέθηκαν στην κοινή χρήση και εκείνων των γαιών, κυρίως της Ηπείρου και της Μακεδονίας, που αποτελούσαν τα δημόσια οθωμανικά κτήματα της κατηγορίας "ιμλιάκια" δηλαδή εκείνα που προηγουμένως ονομάζονταν μεν γαίες του αυτοκρατορικού στέμματος, μεταγενέστερα δε αποτέλεσαν δημόσια ιδιοκτησία ως προς τα οποία, εφ’ όσον διατελούσαν υπό τη συνεχή και άμεση επιτήρηση του οθωμανικού δημοσίου, δε θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής η παραπάνω διάταξη του άρθρου 1, του Ν.2074/1920, η οποία αναφέρεται αποκλειστικά στις γαίες που χαρακτηρίζονται ως αφιερωμένες στην κοινή χρήση, κατά τις διατάξεις του νόμου περί γαιών.
Τέλος από το πνεύμα αλλά και από τη ρητή γραμματική διατύπωση των διατάξεων του νόμου περί γαιών που προαναφέρθηκαν, οι οποίες ως προς το χαρακτηρισμό των γαιών, ως αφιερωμένων στην κοινή χρήση, χρησιμοποιούν τον όρο "έκπαλαι" ή "ανέκαθεν" (το δεύτερο χρησιμοποιεί και το άρθρο 1 του Ν.2074/1920 για να υποδηλώσει τις γαίες αυτές), προκύπτει ότι στην ειδική κατηγορία των γαιών αυτών ανήκουν εκείνες, οι οποίες από αμνημονεύτου χρόνου είχαν αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητας του β.ρ.δ.
σε τρόπο ώστε η κοινή αυτή χρήση να αποτελεί τη μόνη γνωστή μορφή συλλογικής εξουσιάσεως του είδους αυτού των γαιών, διαμορφωμένη δε κατά την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, όπως το τελευταίο τούτο προκύπτει από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 του Ν.2074/1920, η οποία όχι μόνον παραπέμπει ρητώς για τον προσδιορισμό της έννοιας των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών στις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών, αλλά και σαφώς υπονοεί ότι τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα της κατηγορίας αυτής των γαιών είχαν συντελεσθεί στην περιοχή του οθωμανικού κράτους και υπό την κυριαρχία αυτού.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθμ..../1978 συμβολαίου ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου ...
Γεωργίου Τέζια και σε εκτέλεση των όρων και συμφωνιών του υπ’ αριθμ..../1974 προσυμφώνου ενώπιον του αυτού συμβολαιογράφου ο Βασίλειος Σεκουλίδης του Χαραλάμπους πώλησε και μεταβίβασε προς τους Γ. Π. (πρώτο των εναγομένων), Ι. Π. (δεύτερο των εναγομένων), και Δ. Π. (δικαιοπάροχο των 5ης, 6ης, 7ου και 8ης των εναγομένων) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα έναν αμπελότοπο άρτιο και οικοδομήσιμο, με αριθμό κτηματολογίου ..., εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κτήσεως 4.500 τ.μ., κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 5.660 τ.μ., κείμενο στην ειδική θέση "..." της κτηματικής περιοχής του Δήμου ... ............
Το ως άνω ακίνητο είχε παραχωρηθεί στον πωλητή από το Υπουργείο Οικονομικών-Διαχείριση Ανταλλαξίμων Κτημάτων δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθμ. .../1966 τίτλου κυριότητας του Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Κτημάτων (ΔΑΠ) .... Έκτοτε και μέχρι το έτος 1997 οι ανωτέρω κατείχαν το πωληθέν και μεταβιβασθέν ως άνω ακίνητο και το νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη αδιατάρακτα ενασκώντας επ’ αυτού τις προσιδιάζουσες στην φύση του διακατοχικές πράξεις και πράξεις νομής (τακτικές επισκέψεις, επιτήρηση, χαρτογράφηση, επιδιόρθωση οροσήμανσης κλπ) και κατάστησαν συγκύριοι αυτού τόσο με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, όσο και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρώντας και τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου τους.
Το έτος 1997 δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθμ. .../1997 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Βασιλείου Σταμπουλίδη ο Δήμος ... μεταβίβασε, παραχώρησε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα προς τους Γ., Ι. και Δ. Π. μία δημοτική έκταση που βρίσκεται στην ειδική θέση "..." της κτηματικής περιοχής του Δήμου ..., εμβαδού 4.700 τ.μ., η οποία αποτελείται από δύο τμήματα, ήτοι το μεν πρώτο εκτάσεως 4.250 τ.μ., το δε δεύτερο 450 τ.μ.τα οποία είχαν περιέλθει στον Δήμο ...
δυνάμει του ν. ΔΝΖ/1914,οι δε αντισυμβαλλόμενοι (Γ. Π., Ι. Π. και Δ. Π.) μεταβίβασαν, παραχώρησαν και παρέδωσαν προς το Δήμο ... διαιρετό τμήμα του προπεριγραφέντος ακινήτου τους (αμπελότοπου), εκτάσεως 2.350 τ.μ. Μετά την ως άνω ανταλλαγή των ακινήτων σχηματίσθηκε ένα νέο ενιαίο αγροτεμάχιο εκτάσεως 8.010 τ.μ. ....... και οι Γ.
Π., Ι. Π. και Δ. Π. κατέστησαν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του εν λόγω νέου σχηματισθέντος ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους. Το εν λόγω ακίνητο μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογραφήσεως της περιοχής του Δήμου ... έλαβε ΚΑΕΚ 230254001091/0/0 και αποδόθηκε κατά πλήρη κυριότητας στους ανωτέρω.
Τα προαναφερθέντα δύο τμήματα των 4.250 τ.μ. και 450 τ.μ. που μεταβίβασε ο Δήμος ..., ήταν τμήματα του υπ’ αριθμ.... αγροτεμαχίου (χερσολείβαδου), συνολικής εκτάσεως 4.700 στρεμμάτων, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου ... ως δημόσια (βοσκήσιμη) γαία μετά την περίοδο της Τουρκοκρατίας προς κοινή χρήση των κατοίκων της περιοχής.
Ο Δήμος ... νέμεται το εν λόγω χερσολείβαδο διανοία κυρίου και με καλή πίστη τουλάχιστον από το έτος 1937, ενώ από αμνημονεύτων χρόνων υπήρξε κοινόχρηστος χώρος και βοσκότοπος-χερσολείβαδο, ο οποίος από την εποχή της τουρκοκρατίας είχε αφεθεί από το τότε Οθωμανικό κράτος προς χρήση των κατοίκων του συνοικισμού προς βόσκηση των ποιμνίων τους, η οποία εξακολούθησε και μετά την απελευθέρωση της ... (1912).
Σημειωτέον ότι κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος της κτηματικής περιοχής ... του έτους 1937 το ως άνω αγροτεμάχιο (...) καταχωρίσθηκε στον κτηματολογικό πίνακα ως κοινόχρηστη έκταση (χερσολείβαδο) του Δήμου .... Εάν η επίδικη έκταση δεν ανήκε στην κυριότητα του Δήμου ... και δεν ήταν γνωστός ο ιδιοκτήτης αυτής, όπως συνήθως συνέβαινε, στον πίνακα διανομής θα αναγραφόταν ότι ο ιδιοκτήτης είναι άγνωστος.
Ενόψει του ότι το υπ’ αριθμ.... χερσολείβαδο από αμνημονεύτων χρόνων υπήρξε κοινόχρηστος χώρος (βοσκότοπος), ο οποίος από την εποχή της τουρκοκρατίας είχε αφεθεί από το τότε οθωμανικό κράτος προς χρήση των κατοίκων του συνοικισμού προς βόσκηση των ποιμνίων τους, δυνάμει του ν.2074/1920 περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου ...
αυτοδικαίως ως δημόσια (βοσκήσιμη) γαία, χωρίς να προσαπαιτείται προς τούτο η σύνταξη πρωτοκόλλου παραδόσεως από το ελληνικό δημόσιο, όπως το τελευταίο αβασίμως διατείνεται.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με την οποία ζήτησε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στα επίδικα ακίνητα και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι, που τα κατέχουν χωρίς δικαίωμα να του τα αποδώσουν και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με τα οποία φέρονται τα ακίνητα αυτά ως ανήκοντα στη συγκυριότητα των τελευταίων, ώστε να αναγραφεί ως ιδιοκτήτης τούτων και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε εκθέτοντας μη πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτηρισμού των επιδίκων ως βοσκησίμων γαιών που αφέθηκαν στην κοινή χρήση των κατοίκων συνοικισμού ...
ανέκαθεν κατά το χρόνο της οθωμανικής κυριαρχίας και της μη απόκτησης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από το αναιρεσείον. Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι τα επίδικα αποτελούσαν εδαφικά τμήματα μείζονος ακινήτου, βοσκοτόπου, ο οποίος είχε αφεθεί από αμνημόνευτο χρόνο κατά την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους στην κοινή χρήση των κατοίκων του συνοικισμού ...
και μετέπειτα δικαιοπαρόχου των εναγομένων Δήμου, οι οποίοι (κάτοικοι) ανέκαθεν τον χρησιμοποιούσαν για τη βοσκή των ζώων τους και έτσι περιήλθε στην κυριότητά του ίδιου συνοικισμού και ακολούθως αυτοδικαίως στην κυριότητα της Κοινότητος σύμφωνα με το Ν.2074/1920 και εντεύθεν του Δήμου και δεν ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, ως δημόσια δασική έκταση, αφού έκτοτε από της ισχύος δηλαδή του Ν.2074/1920, έπαυσε να υφίσταται το προγενέστερο επί του μείζονος αυτού ακινήτου δικαίωμα κυριότητας αυτού, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους αναιρετικούς λόγους αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την απόκτηση της κυριότητας των επιδίκων από το δικαιοπάροχο των εναγομένων Δήμο, καθώς και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του ότι τα επίδικα περιήλθαν στην κυριότητά του μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους δικαιώματι πολέμου, καθ’ όσον αποτελούσαν δημόσια δασική έκταση, χορτολιβαδικής μορφής, υπαγόμενη στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρου 561 παρ. 1) αλλά και σε αντίκρουση των επιχειρημάτων του δικαστηρίου της ουσίας, που δε συνιστούν αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, Το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1,3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της Υ.Α. (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 52/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ