Legislator Case Law & Legislation
1351/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling on property ownership dispute where defendants failed to appear.

Case Number 1351/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four defendants against a first-instance judgment regarding a property ownership dispute. The defendants, who had appointed attorneys, failed to appear in person or through their lawyers during the oral hearing, while the plaintiffs appeared and requested dismissal. The court ruled that the appeal was inadmissible because the defendants' absence meant they could not effectively exercise their right to defense, and the substantive arguments regarding the property claim were rejected as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1) and 369 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear or participate in the oral hearing, as the court proceeds as if parties were present, and substantive arguments regarding property acquisition are rejected if unsupported by evidence.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility failure to appear property ownership dispute civil procedure code oral hearing absence judicial costs property acquisition

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 369 of the Code of Civil Procedure
Article 355 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1351 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1351/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ. του Ι., κατοίκου Η.Π.Α., 2) Χ. Τ. του Ι., 3) Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., και 4) Ν. Τ. του Ι., κατοίκων Η.Π.Α., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Α. - Φ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διαμαντή Σταματίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/8/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου λόγω αρμοδιότητας, 24/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου και 189/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/12/2009 αίτηση και τους από 9/10/2013 προσθέτους λόγους τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 30/12/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 30/12/2003 αίτησης και των από 9/10/2013 προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 του ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγο συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους αναιρεσιβλήτους επικυρωμένα αντίγραφα της από 30-12-2009 ένδικης αίτησης αναίρεσης του Χ. Ι. Τ. και λοιπών ομοδίκων του κατά της υπ’ αριθμ.189/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Σάμου) και την από 9-10-2013 πρόσθετων επ’ αυτής λόγων αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας απόφασης και κλήση για παράσταση τους κατ’ αυτήν, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων σ’ αυτούς (αναιρεσιβλήτους), οι οποίοι παρέστησαν νόμιμα.

Οι αναιρεσείοντες όμως αν και είχαν δώσει την πληρεξουσιότητα στους δικηγόρους Αθηνών Αναστάσιο Κουμουτσάρη του Ιωάννη και Θεόφιλο Κουμουτσάρη του Αναστασίου να τους εκπροσωπήσουν στον Άρειο Πάγο, κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από το υπ’ αρ. .../26-3-2013 πληρεξούσιο του εκτελούντος καθήκοντα συμβολαιογράφου στο Σικάγο Ιλλινόις των Η.Π.Α., Παράσχου Ζαφειριάδη του Δημητρίου, που υπάρχει στο φάκελο της σχετικής δικογραφίας, δεν εμφανίστηκαν καθόλου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο.

Εξάλλου δεν κατέθεσαν δήλωση μη παράσταση τους κατά την εκφώνηση της υπόθεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει το Δικαστήριο αυτό, σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης διάταξη του ΚΠολΔ να συζητήσει την προκείμενη υπόθεση σαν να ήταν παρόντες και οι αναιρεσείοντες.

Επειδή η ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία αυτής, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται αναιρετικά από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ’ αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια καθόσον παράνομα δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας της, ισχυριζόμενοι ότι "το ακίνητο το οποίο περιγράφεται στην αγωγή και με τοπογραφικό (διάγραμμα) συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής, απέχει πολύ από την πραγματικότητα, αφού τι πλευρικές διαστάσεις είναι πολύ διαφορετικές από την πραγματικότητα, αλλά ούτε το σχήμα του ακινήτου που επικαλούνται και εκθέτουν οι αντίδικοι στο τοπογραφικό δεν έχει καμμία σχέση με την πραγματική κατάσταση του ακινήτου που υποστηρίζουν ότι είναι δικό τους οι αντίδικοι".

Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, κατ’ ορθή εκτίμηση αυτού δεν θεμελιώνει τον από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 λόγο αναίρεσης περί κήρυξης απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας της, καθόσον δεν προβάλλεται κάποια παράλειψη στο δικόγραφο αυτής από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, αλλά προσβάλλεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, όπως είναι η θέση του επιδίκου ακινήτου, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Γι’ αυτό ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1000 και 1001 εδ.α του ΑΚ, ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ’ αρέσκειαν και να αποκρούει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ’ αυτό, η δε κυριότητα πάνω σε ακίνητο εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή κα; να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ’ αυτού του κατέχει το πράγμα.

Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.

Ακόμη, ο κύριος μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητας του στο επίδικο, όταν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευτεί παραδεκτή και αναγνωριστική αγωγή δικαιώματος κυριότητας του πράγματος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, αποκτά κάποιος την κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η δωρεά του (496 ΑΚ) και η γονική παροχή (άρθρο 1509 ΑΚ), εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφεί.

Ακόμα, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο συνιστούν οι επιφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδεάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου, και αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όρο της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση ων αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα. "Ο εναγόντες είναι συγκύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός αγροκτήματος το οποίο βρίσκεται στη θέση "Χρυσομηλιά" ή "Πουλερή" του οικισμού ..., του δημοτ/κού διαμερίσματος Αγίου Πολυκάρπου του Δήμου Ραχών Ικαρίας, εμβαδού 21.175 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει ένα ισόγειο οίκημα εμβαδού 20 τ.μ.

και το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία των εναγομένων και Δ. Κ., νότια με υδατόρεμα και πέρα από αυτό με ιδιοκτησία Σ. Μ., ανατολικά με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία των εναγομένων και δυτικά με δρομίσκο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Σ. Μ.. Το ακίνητο αυτό χωρίσθηκε σε τρία τμήματα ύστερα από τη διάνοιξη του δρόμου που οδηγεί στον οικισμό "...".

Το πρώτο και μεγαλύτερο τμήμα έχει εμβαδόν 20.225 τ.μ., το δεύτερο έχει εμβαδόν 550 τ.μ., και το τρίτο έχει εμβαδόν 400 τ.μ. Μέσα στο πρώτο τεμάχιο υπάρχει η υδατοδεξαμενή του οικισμού ... και μέσα στο τρίτο τεμάχιο υπάρχει άλλη υδατοδεξαμενή που εξυπηρετεί τις ανάγκες δασοπυρόσβεσης της περιοχής. Ο πρώτος ενάγων απέκτησε το ιδανικό του μερίδιο στο παραπάνω ακίνητο παράγωγο τρόπο και ειδικότερα με δωρεά από τον πατέρα του Γ.

Μ.. Ειδικότερα ο τελευταίος προέβη στην έναντι αυτού με αρ. .../19-4-1980 πρόταση δωρεάς του συμβολαιογράφου Αγίου Κηρύκου Ικαρίας Στ. Κέφαλου αναφορικά με το προαναφερόμενο ιδανικό μερίδιο επί του συγκεκριμένου ακινήτου η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ικαρίας και την οποία δωρητήρια πρόταση ο πρώτος ενάγων αποδέχθηκε με την με αριθμό .../5-7-1980 πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία επίσης μεταγράφηκε.

Η δεύτερη των εναγόντων απέκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του πιο πάνω ακινήτου με το υπ’ αρ. .../24-9-1999 συμβόλαιο γονικής παροχής του πατέρα της Δ. Μ., αδελφού του πρώτου ενάγοντος και υιού του δωρητή Γ. Μ., της συμβολαιογράφου Ευδήλου Ικαρίας Ασ. Καβουριάρη-Ψημμένου που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ο Δ. Μ. απέκτησε το εν λόγω ακίνητο κατά το ως άνω ιδανικό μερίδιο με την ίδια προαναφερθείσα πράξη σύστασης δωρεάς σε συνδυασμό με τη με αριθμ. .../18-12-1989 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής δωρεάς του συμβολαιογράφου Αγίου Κηρύκου Ικαρίας Στ.

Κέφαλου, η οποία μεταγράφηκε. Τέλος, ο Γ. Μ. απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο από κληρονομιά του πατέρα του Ζ. Μ. του Σ., ο οποίος απεβίωσε την 5-11-1956 και άφησε την υπ’ αρ. .../1-9-1956 δημόσια διαθήκη, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Ευδήλου. Ικαρίας Βασ. Καβουριάρη και στη συνέχεια δημοσιεύθηκε με το με αριθμό 76/9-9-1969 πρακτικό του Πρωτοδικείου Σάμου, την οποία κληρονομιά ο Γ.

Μ. αποδέχθηκε με την υπ’ αρ. .../19-4-1980 δήλωση του στο συμβολαιογράφο Αγίου Κηρύκου Ικαρίας Στ. Κέφαλο που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Περί του ουσιώδους για την έκβαση της προκειμένης δίκης γεγονότος ότι το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με το προπεριγραφόμενο και στους προμνημονευόμενους τίτλους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, προκύπτει από το ειδικότερο περιεχόμενο του υπ’ αρ. .../19-4-1980 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ικαρίας Στ.

Κέφαλου, με το οποίο ο Γ. Μ. του Ζ. προτίθεται να δωρίσει στον πρώτο ενάγοντα και στον πατέρα της δεύτερης ενάγουσας "έναν αγρό χέρσο και θαμνώδη, κείμενο παρά την θέσιν Χρυσομηλιά του οικισμού ..., της κτηματικής Περιφέρειας Αγίου Πολυκάρπου Ικαρίας, εκτάσεως 20 στρεμμάτων ή όσης είναι επιτοπίως, οριζόμενον γύρωθεν βορείως με υδραγωγείον ..., νοτίως με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.

Τ., εφ’ ού διαχωρίζεται με τοίχον και εν συνεχεία με ιδιοκτησία Π. Κ., ανατολικώς με ιδιοκτησίας Ζ. Μ. και εν συνεχεία με ιδιοκτησία Δ. Κ. και δυτικά αγροτική οδό προς Άγιο Πολύκαρπο και ..., εν συνεχεία με υδραγωγείο προς ρύακα, αγροτική οδό και ρύακα και πέραν αυτού ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Μ.". Επομένως, τα όσα οι εναγόμενοι διατείνονται αρνούμενοι την ιστορική βάση της αγωγής τη θεμελιούμενη στον επικαλούμενο από τους ενάγοντες παράγωγο τρόπο κτήσεως της συγκυριότητας τους επί του επιδίκου ακινήτου, προσκομίζοντες προς ανταπόδειξη των αντίστοιχων αγωγικών ισχυρισμών την από μηνός Οκτωβρίου 2006 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ.

Γ., δεν επαληθεύονται. Περαιτέρω αποδεικνύονται και τα ακόλουθα. Τόσον οι ενάγοντες από τότε που μεταβιβάσθηκε σ’ αυτούς το επίδικο ακίνητο, όσον και οι πριν από αυτούς προκτήτορες τούτου, βρίσκονταν στη νομή του, συμπεριφερόμενοι ως αποκλειστικοί κύριοι του ακινήτου και έχοντας την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, εξουσιάζοντας το διάνοια κυρίου από το έτος 1913 έως και την άσκηση της ένδικης αγωγής (2004).

Συγκεκριμένα το εν λόγω ακίνητο χρησιδέσποζε με τα προαναφερόμενα ουσιαστικά προσόντα ο Ζ. Μ. του Σ. από το έτος 1913 μέχρι τις 5.11.1956 οπότε απεβίωσε, στη συνέχεια ομοίως νέμονταν τούτο ο κληρονόμος του Γ. Μ. του Ζ. έως το έτος 1980, οπότε το μεταβίβασε στον πρώτο ενάγοντα και στον αδελφό του και πατέρα της δεύτερης ενάγουσας Δ.

Μ. του Ζ. και έπειτα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με τα ίδια ανωτέρω προσόντα το συννέμονταν και έως την άσκηση της ένδικης αγωγής ο πρώτος ενάγων και ο Δ. Μ. έως το έτος 1999, οπότε υπεισήλθε στη θέση του και κατά το αντίστοιχο ιδανικό μερίδιο κυριότητας επί του ακινήτου ως ειδική αυτού διάδοχος η θυγατέρα του και ήδη δεύτερη ενάγουσα.

Ειδικότερα οι προαναφερόμενοι επί 90 σχεδόν έτη και κατά το ειδικότερο ως προς τον καθένα τους προσδιοριζόμενο επί μέρους χρονικό διάστημα ασκούσαν επί του υπόψη ακινήτου, διάνοια κυρίου, με καλή πίστη και δυνάμει του αντίστοιχου νόμιμου τίτλου τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα εκείνες της επιβλέψεως, της περιφράξεως, της καλλιέργειας του, της ξυλεύσεώς του και του καθαρισμού, καθώς επίσης της αυτοδύναμης προστασίας της νομής του με την άμεση απόκρουση προσβολών τρίτων και ιδίως των εναγόμενων, όπως στη συνέχεια εκτίθεται.

Εκτός των παραπάνω εμφανών υλικών πράξεων νομής οι ανωτέρω διενήργησαν και τις εξής πράξεις δηλωτικές του εκ μέρους τους διάνοια κυρίου εξουσιασμού του ακινήτου. Το έτος 1975 ανήγειραν μικρό οίκημα το οποίο στη συνέχεια ανελλιπώς χρησιμοποιούσαν, κατά τα έτη 1994-98 φύτεψαν ευκαλύπτους, το έτος 1990 στο δυτικό τμήμα του φύτεψαν αμπέλι, το οποίο και έκτοτε καλλιεργούσαν, το έτος 1994 δώρισαν στην τότε κοινότητα Αγίου Πολυκάρπου Ικαρίας ένα τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 100 τ.μ, το οποίο βρίσκεται μέσα στο τρίτο από τα προαναφερθέντα τμήματα της όλης εκτάσεως του, προκειμένου να κατασκευαστεί υδατοδεξαμενή για τη δασοπροστασία της περιοχής, το έτος 2001 δώρισαν στο δήμο Ραχών ένα ακόμη τμήμα του ίδιου ακινήτου, εμβαδού 80 τ.μ., προκειμένου να κατασκευαστεί άλλη υδατοδεξαμενή, δηλαδή η απαραίτητη για την ύδρευση του οικισμού ... .

Με τον προαναφερόμενο τρόπο οι ενάγοντες, εκ των οποίων η δεύτερη εξ αυτών και κατόπιν προσμετρήσεως και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της, κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κληρονόμησαν από τον πατέρα τους Ι. Τ. του Κ., μεταξύ άλλων ακινήτων και "δυο χωράφια ηνωμένα κάτω από την Καλοθέρα". Ο Ι. Τ. είχε αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο με την υπ’ αρ. .../7-7-1960 δημόσια διαθήκη του πατέρα του Κ. Τ. του Ι., η οποία συντάχθηκε από το τότε συμβολαιογράφο Ικαρίας Στέφανο Καβουριάρη και δημοσιεύθηκε με το υπ’ αρ. 43/1965 πρακτικό του Πρωτοδικείου Σάμου, όπου επίσης αναφέρεται η ίδια περιγραφή ("δύο χωράφια ηνωμένα κάτω από την Καλοθέρα").

Από την ως άνω περιγραφή, η οποία δεν αναφέρει ούτε έκταση, ούτε σύνορα, ούτε όμορους ιδιοκτήτες, σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατή η συναγωγή πορίσματος περί του ότι το παραπάνω ακίνητο ταυτίζεται με το επίδικο, ενόψει και του ότι η περιοχή "Χρυσομηλιά" και η περιοχή "Καλόθερο" Ραχών Ικαρίας δεν ταυτίζονται, αλλά η δεύτερη βρίσκεται βορειανατολικά της πρώτης, περίπου πεντακόσια μέτρα μακρύτερα σύμφωνα με την κατάθεση τόσον του μάρτυρα απόδειξης Ζ.

Μ. του Σ., αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Ι. Κ., ο οποίος κατέθεσε ότι μετά την περιοχή "Χρυσομηλιά" άρχιζε η περιοχή "Καλόθερο". Για πρώτη φορά οι εναγόμενοι τα δύο αυτά χωράφια που κληρονόμησαν από τον πατέρα τους τα περιγράφουν ως "δύο χωράφια στη θέση Καλόθερο της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Αγίου Πολυκάρπου Ικαρίας, έκτασης 22 στρεμμάτων περίπου του ενός και 17 στρεμμάτων περίπου του δευτέρου, που συνορεύονται ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Π.

Κ., βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Κ., Ν. Κ., κληρονόμους Ζ. Μ. και μοναστηριακή έκταση, νότια με ιδιοκτησία Ι. Π. Κ. και κληρονόμων Γ. Δ. και δυτικά με ρυάκι", στην υπ’ αρ. .../2-4-1990 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Ευδήλου Ικαρίας Ασ. Καβουριάρη-Ψημμένου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δεν υπάρχει ρέμα, το οποίο σύμφωνα με τον ισχυρισμό των εναγομένων οριοθετεί και διαχωρίζει την ιδιοκτησία τους από το όμορο ακίνητο των εναγόντων, όπως άλλωστε διαπιστώνεται από ιη σχετική αυτοψία που διενήργησε το Αγρονομείο Ικαρίας στην εν λόγω εδαφική έκταση, αλλά υφίσταται ένα φυσικό κοίλωμα του εδάφους (βλ.

το με αριθμό πρωτοκόλλου 106/20-10-2006 έγγραφο του Προϊσταμένου του Αγρονομείου Ικαρίας), το οποίο δημιουργήθηκε πιθανής από την υπερχείλιση του νερού της προαναφερθείσας υδατοδεξαμενής. Το παραπάνω συμπέρασμα, περί του ότι δηλαδή το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης των εναγομένων, προσεπικυρώνεται και από το γεγονός ότι οι τελευταίοι επικαλούμενοι τον ίδιο τίτλο κτήσης, άσκησαν την από 26-9-1995 διεκδικητική αγωγή κατά των Γ.

Τ. του Ι., Γ. Κ. και Α. Κ., με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι και να τους αποδοθεί ακίνητο εμβαδού 14 στρεμμάτων (ίσης περίπου εκτάσεως με το εδαφικό τμήμα του ακινήτου των εναγόντων την επί του οποίου κυριότητα αυτών διαταράσσουν), το οποίο βρίσκεται σε διαφορετική θέση σε σχέση με το επίδικο.

Ειδικότερα η ιδιοκτησία των εναγομένων κείται ανατολικότερα του επιδίκου και οριοθετείται σαφώς από το τελευταίο με τον υφιστάμενο παλαιό διαχωριστικό προς τούτο τοίχο, ο οποίος και απεικονίζεται εμφανώς στο από τους ενάγοντες προσκομιζόμενο από μηνός Αύγουστο του 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι.

Σ..

Συνεπώς δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι το επίδικο δεν εμπίπτει στους τίτλους κτήσης των εναγομένων, ώστε να παρέλκει να ταχθεί ως προς το ζήτημα τούτο αντίστοιχο θέμα αποδείξεως δια μέσου τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, όπως οι ίδιοι ζητούν. Ακόμη παραπέρα καμία δικανική βεβαιότητα δεν σχηματίζεται περί του ότι οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοι τους άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο, δεδομένου ότι ήταν κάτοικοι ΗΠΑ.

Η κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα ανταπόδειξης σύμφωνα με τον οποίο, ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγομένων (Ι. Τ.) το καλλιεργούσε με ελαιόδενδρα μέχρι το έτος 1960, οπότε και αναχώρησε για τις ΗΠΑ, αναφέρεται στο πέραν του προαναφερθέντος παλαιού διαχωριστικού τοίχου εδαφικό τμήμα του επίδικου ακινήτου και όχι σ’ αυτό τούτο το οποίο είναι δασώδες και μη καλλιεργήσιμο.

Τέλος αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι την 24 Νοεμβρίου του έτους 1999, αφού εισήλθαν στο ακίνητο των εναγόντων έμπηξαν πασσάλους και συρματόπλεγμα, το οποίο ξεκινούσε από το μέσο των προαναφερθεισών υδατοδεξαμενών με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά, τεμαχίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το μείζον τμήμα του προπεριγραφέντος ακινήτου σε δυο τμήματα, με σκοπό να ενσωματώσουν το ένα από αυτά στην όμορη ιδιοκτησία τους Επίσης στις 6.4.02 οι εναγόμενοι εισήλθαν εκ νέου στο εν λόγω ακίνητο και ξερίζωσαν δέκα ευκαλύπτους.

Στις παραπάνω διαταρακτικές ενέργειες των εναγόμενων οι ενάγοντες αμέσως αντέδρασαν αποκρούοντας αυτοδυνάμως και όπως είχαν δικαίωμα τις προαναφερόμενες προσβολές της συγκυριότητάς τους με την αποξήλωση της συρματοφραγής και προβαίνοντας στην καταμήνυσή τους". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής ως προς όλες τις βάσεις της και το αβάσιμο της ένστασης των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου και ενόψει του ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει όμοια για τα ίδια ζητήματα, κατέληξε στην κατ’ ουσίαν απόρριψη της (από 14-5-2007) έφεσης των εναγομένων από τις πρωτοβάθμιας οριστικής απόφασης (της υπ’ αρ.24/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου).

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 496, 974, 1033, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051, 1192, 1194, 1198 και 1509 ΑΚ, που ορθά εφάρμοσε, η δε προσβαλλόμενη απόφαση του έχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και έτσι αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης, ουδεμία δε αντίφαση υφίσταται από το γεγονός ότι το Εφετείο αναφέρεται, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων σε τμήμα του επιδίκου, το οποίο είναι κατά τις παραδοχές ανεπίδεκτο καλλιέργειας, αφού το Εφετείο αναφέρει με σαφήνεια τις πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι πράξεις ξυλεύσεως στο μη καλλιεργήσιμο μέρος του ακινήτου.

Επομένως οι από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δύο πρώτοι λόγοι (ο πρώτος κατά το σχετικό μέρος του) της ένδικης αίτησης αναίρεσης και οι τρείς πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα των ανωτέρω είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση δε είναι και ασχέτως των ανωτέρω, απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, καθόσον με αυτούς προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στον παράγωγο τρόπο, πλην όμως δεν τελεσφόρησαν οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν την επάλληλη αιτιολογία της κτήσης της κυριότητας των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία, η οποία στηρίζει κατά τα προεκτεθέντα αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η διάταξη πραγματογνωμοσύνης εξαρτάται από την κυριαρχική και γι’ αυτό αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν τη ζητήσει κάποιος διάδικος και απαιτούνται κατά την κρίση του δικαστηρίου, ιδιάζουσες, και όχι απλώς ειδικές, γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Τούτο (ως προς τις ιδιάζουσες γνώσεις) προκύπτει από την αντιπαραβολή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 368 ΚΠολΔ, όπως είναι διατυπωμένες στο αρχικό (στην καθαρεύουσα) κείμενό τους, το οποίο, κατά νόμο, υπερισχύει του αντιστοίχου της δημοτικής.

Ενόψει των προεκτεθέντων, η επικαλούμενη από το αναιρετήριο παράλειψη του Εφετείου να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί των αναφερομένων από τους αναιρεσείοντες τεχνικών ζητημάτων, περί της οποίας υπέβαλαν με τις προτάσεις του σχετικό αίτημα, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερομένους περιοριστικούς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, προέχοντος διότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εν προκειμένω απαιτούνται ιδιάζουσες (ουδέ ειδικές) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο σχετικός λόγος αναίρεσης που εμπεριέχεται στους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρά το νόμο (άρθρο 369 ΚΠολΔ) απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης.

Με τον τρίτο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε υπόψη το αίτημά τους για την διενέργεια αυτοψίας επί του επιδίκου. Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη διενέργεια ή όχι αυτοψίας δεν ελέγχεται αναιρετικά, γιατί αυτό εναπόκειται κατά τη διάταξη του άρθρου 355 ΚΠολΔ στην κυριαρχική αυτού εξουσία, το οποίο δικαστήριο μάλιστα δεν είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την απόρριψη της σχετικής αίτησης του διαδίκου. Ο δε ισχυρισμός, που θεμελιώνει το σχετικό αίτημα, η μη λήψη του οποίου δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμ.9 του άρθρου 559, δεν είναι ουσιώδης και δεν συνιστά, ως εκ τούτου πράγμα, κατά την έννοια του αριθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπόψη του την από Οκτωβρίου 2006 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ. Γ. που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει προς ανταπόδειξη των αντίστοιχων αγωγικών ισχυρισμών υπέπεσε, κατ’ ορθή εκτίμηση αυτού στην από τον αριθμ.11 περ.γ’ του άρθρου 559 πλημμέλεια.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τη ρητά αναφερόμενη ως άνω τεχνική έκθεση, χωρίς να πεισθεί απ’ αυτήν ως προς τη βασιμότητα των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων σχετικά με την κτήση της κυριότητας απ’ αυτούς επί του επιδίκου ακινήτου, αρνούμενοι την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής ως προς τον παράγωγο τρόπο της κτήσης της συγκυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου, που τον απέρριψε κατά τα προεκτιθέμενα με σαφή και πλήρη αιτιολογία ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο.

Επομένως ο λόγος αυτός της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι από τον αριθμ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, καθόσον το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε για όλα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκείμενης δίκης (στην ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής) μετά από απόδειξη και συνεκτίμηση όλων επικληθέντων των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων και όχι χωρίς απόδειξη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2009 αίτηση και των από 9-10-2013 προσθέτων επ’ αυτής λόγων των Σ. Τ. του Ι., Χ. Τ. του Ι., Κ. Τ. του Ι. και Ν. Τ. του Ι. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 189/2009 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Σάμου). Και

Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ