Legislator Case Law & Legislation
1351/2011 AI generated

1351/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1351/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2113/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 7645/1996 εν μέρει οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς την από 20.12.1995 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 9672/1994 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία εξαφάνισε ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της από 15.12.1993 αγωγής της αναιρεσίβλητης, τάσσοντας σε βάρος της σχετικό θέμα απόδειξης, δέχθηκε ακολούθως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αγωγή αυτή κατά την εν λόγω επικουρική βάση της και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 36.255,55 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

Legislator headnote

AI generated

1351/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έκφραση του νόμου δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία. Συνήθως τα δυο κριτήρια συμπίπτουν και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο, αρκεί όμως να συντρέχει και οποιοδήποτε απ' αυτά, αδιάφορο ποιό από τα δυο, για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim direct claim against the insurer right to higher insurance cover undue insurance benefit evasion of insurance contributions foreign insurer
AI generated
81/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
673/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό - Εισηγητή και Παναγιώτα Πασσίση, Αρεοπαγίτες.
1424/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
303/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1340/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4254/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
381/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1351 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1351/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κριθαρά.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σκαλτσά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Δεκεμβρίου 1993 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9672/1994 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7645/1996 εν μέρει οριστική, 2113/2008 τελεσίδικη του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 28 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός κατά το επικουρικό σκέλος του ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2113/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2113/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 7645/1996 εν μέρει οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς την από 20.12.1995 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 9672/1994 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία εξαφάνισε ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της από 15.12.1993 αγωγής της αναιρεσίβλητης, τάσσοντας σε βάρος της σχετικό θέμα απόδειξης, δέχθηκε ακολούθως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αγωγή αυτή κατά την εν λόγω επικουρική βάση της και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 36.255,55 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

2. Από τη διάταξη του άρθρ. 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1627/2010).

Κατά την έκφραση του νόμου δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία. Συνήθως τα δυο κριτήρια συμπίπτουν και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο, αρκεί όμως να συντρέχει και οποιοδήποτε απ' αυτά, αδιάφορο ποιό από τα δυο, για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ωστόσο αν συντρέχουν και τα δυο κριτήρια, αλλά σε διαφορετικά πρόσωπα, δεν έχουν αντίστοιχες αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τα διαφορετικά πρόσωπα, αφού μια τέτοια παραδοχή θα επιβάρυνε αδικαιολόγητα το λήπτη του πλουτισμού να τον αποδώσει διπλό. Έτσι μια μόνο αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γεννιέται και στην περίπτωση αυτή στο πρόσωπο αυτού που πράγματι ζημιώθηκε.

Κρίσιμο δηλαδή κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, αφού αυτό, συγκρινόμενο με το τυπικό κριτήριο της προέλευσης του πλουτισμού, ανταποκρίνεται καλλίτερα στο σκοπό του νόμου, που επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ' αυτόν που πράγματι πλήγηκε.

Κατά την ίδια έννοια αν στη σχέση δότη και λήπτη του πλουτισμού παρεμβάλλεται και τρίτο πρόσωπο, οπότε δημιουργείται τριμερής σχέση μεταξύ του τρίτου, του δότη και του λήπτη του πλουτισμού, αναλυόμενη συνήθως σε δυο μερικότερες σχέσεις, δηλαδή τη σχέση του τρίτου προς το δότη του πλουτισμού (σχέση κάλυψης) και τη σχέση του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού (σχέση αξίας), πραγματικά ζημιούμενος και συνεπώς δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ενδέχεται να είναι ο τρίτος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο δότης του πλουτισμού, με υπόδειξη του τρίτου και προκειμένου να αποσβέσει χρέος του προς αυτόν, καταβάλλει (άρθρ. 417 ΑΚ) το ισόποσο του χρέους σε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από τον τρίτο να εισπράξει για λογαριασμό του το χρέος.

Στην περίπτωση αυτή η άρνηση ακολούθως του εξουσιοδοτημένου προσώπου να αποδώσει στον τρίτο το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του, τον καθιστά αδικαιολόγητα πλουσιότερο με ζημία του τρίτου, αφού ο τρίτος με την καταβολή που έγινε με υπόδειξή του από τον δότη του πλουτισμού, απώλεσε την ισόποση απαίτηση που είχε κατ' αυτού, υποβαλλόμενος έτσι αυτός σε αντίστοιχη με την απόσβεση της απαίτησής του οικονομική θυσία.

Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Στις 30.1.1987 στην Πάτρα η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ και ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων) ...

συνεβλήθησαν με σκοπό ο τελευταίος να αναλάβει την υποχρέωση να διαμεσολαβεί μεταξύ της πρώτης και του κοινού για τη σύναψη ασφαλίσεων διαφόρων κλάδων στο νομό Κορινθίας έναντι προμήθειας... Κατά τον όρο (7) της ως άνω συμβάσεως ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να εισπράττει για λογαριασμό της ενάγουσας εμπροθέσμως το ασφάλισμα για τα εκδοθέντα συμβόλαια από τα πρόσωπα, τα οποία μέσω αυτού ασφαλίζονταν στην εταιρεία και στη συνέχεια να τα καταθέτει σ' αυτήν το αργότερο την επομένη από την είσπραξή τους ...

Ο εναγόμενος ήταν έμπειρος στο χώρο των ασφαλίσεων, διότι είχε καταρτίσει παλαιότερα, στις 9.2.1981, σύμβαση πρακτορεύσεως με την ενάγουσα, πλην όμως στις 30.1.1987 καταρτίσθηκε η νέα αυτοτελής κατά τα ανωτέρω σύμβαση και συμφωνήθηκε το ανίσχυρο της παλαιάς, ώστε να ισχύει η νέα σύμβαση. Όμως ο εναγόμενος, παρόλο που δεν είχε συμβληθεί εγκύρως με την ενάγουσα στην τελευταία αυτή σύμβαση ως ασφαλιστικός πράκτοράς της και δεν ενομιμοποιείτο εκ τούτου αυτός να εισπράξει για λογαριασμό της από τους ασφαλισμένους σ' αυτή πελάτες της, καθόσον είχε καταδικασθεί με την 2127/1987 ανέκκλητη απόφαση του ΜονΠλημΚορίνθου για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ήτοι στερούνταν των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων και για αυτό δεν είχε λάβει και δεν μπορούσε να λάβει την άδεια του ασφαλιστικού πράκτορα ..., αυτός κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.1988 έως 30.9.1993 εισέπραξε αντιστοίχως από τους κατωτέρω αναφερόμενους πελάτες της, κατά τους αναφερόμενους χρόνους και δεν της απέδωσε, όπως όφειλε να πράξει, τα παρακάτω ποσά ασφαλίστρων ..., ήτοι εισέπραξε συνολικώς το ποσό των 14.166.417 δραχμών, και μετά από αφαίρεση του επιστρεπτέου στους πελάτες αυτής συνολικού ποσού του 1.812.337 δραχμών, απέμεινε στα χέρια του εισπραχθέν από τους ασφαλισμένους στην ενάγουσα πελάτες της υπόλοιπο ποσό 12.354.080 δραχμών, ήτοι 36.255,55 ευρώ ...

ως προς το οποίο αυτός κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία και με αντίστοιχη ζημία αυτής (ενάγουσας). Επιβεβαιωτική των ανωτέρω είναι και η από 27.9.2007 κατάσταση ανείσπρακτων ασφαλίστρων, που επικαλείται η ενάγουσα, στην οποία αναφέρονται τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, οι αριθμοί αυτών, τα ανείσπρακτα ποσά από την ενάγουσα και οι εν γένει απαιτήσεις της κατά το ως άνω χρονικό επίδικο διάστημα.

Αντιθέτως ο πρώτος των εναγομένων δεν αποδεικνύει ανταποδεικτικώς ότι δεν εισέπραξε τα ως άνω ποσά των ασφαλίστρων από τους πελάτες της ενάγουσας ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της ένδικης αγωγής διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στην απόφασή του αναφορικά με ζήτημα που έχει ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης, αφού έκρινε ότι ο αναιρεσείων, εισπράττοντας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από πελάτες της αναιρεσίβλητης ασφάλιστρα συνολικού ποσού 36.255,55 ευρώ, τα οποία δεν της απέδωσε, όπως όφειλε, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος κατά το ποσό αυτό από την περιουσία της και με αντίστοιχη ζημία της, παρόλο που αυτός, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν είχε συμβληθεί έγκυρα με την αντίδικό του στις 30.1.1987 και συνεπώς δεν ενομιμοποιείτο να εισπράττει για λογαριασμό της ασφάλιστρα πελατών της.

Δηλαδή οι καταβολές των ασφαλίστρων προς τον αναιρεσείοντα, εφόσον δεν ενεργούσε νόμιμα για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης ως ασφαλιστικός πράκτοράς της, δεν ισχύουν αυτόματα ως καταβολές προς την ίδια, αποσβεστικές κατά το άρθρ. 417 του ΑΚ ισόποσων με τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα απαιτήσεών της κατά πελατών της και ούτε άλλωστε, αφού δεν υπήρξε σχετικός ισχυρισμός, τάχθηκε με την προηγηθείσα υπ' αριθ. 7645/1996 απόφαση του Εφετείου θέμα απόδειξης ότι με την είσπραξη των ασφαλίστρων από τον αναιρεσείοντα η αναιρεσίβλητη θεώρησε έκτοτε αποσβεσθείσες τις αντίστοιχες απαιτήσεις της κατά των πελατών της, ώστε από την παρακράτηση των ασφαλίστρων από τον αναιρεσείοντα να υφίσταται ζημία αντίστοιχη με το μέγεθος των απαιτήσεών της, που αποσβέσθηκαν χωρίς τελικά να εισπραχθούν από την ίδια, αλλά από τον αντίδικό της και για δικό του όφελος.

Μάλιστα από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι στην ενσωματωμένη σ' αυτή κατάσταση ανείσπρακτων ασφαλιστήριων συμβολαίων της αναιρεσίβλητης, που καταρτίσθηκαν με τη διαμεσολάβηση του αναιρεσείοντος, χρεώστες των αναλογούντων ασφαλίστρων φέρονται εξακολουθητικά οι ασφαλισμένοι σ' αυτή πελάτες της.

Συνεπώς εφόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει αντίστοιχη ζημία της αναιρεσίβλητης, δεν μπορεί αυτή να θεωρηθεί, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δικαιούχος αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά του αναιρεσείοντος, οπότε το Εφετείο, που έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε ως βάσιμη τη σχετική αξίωσή της, χωρίς να αιτιολογήσει την ύπαρξη ισόποσης ζημίας της, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Κατά παραδοχή έτσι του αντίστοιχου δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά το επικουρικό από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ σκέλος του, όπως επιτρεπτά συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρ. 562§4 ΚΠολΔ), πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 10 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§2, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2113/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές σε σχέση με αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Αυγούστου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ