Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive labor law issues regarding employment contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by former employers against the Court of Appeal's decision in a labor dispute. The employers argued that their employment contract with the employee was invalid and that the employee's resignation was unjustified. The court found the lower court's reasoning sufficient and ruled that the appeal was inadmissible because it challenged the Court of Appeal's assessment of factual matters, which falls outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is rejected if the lower court's decision is legally grounded, while challenges to the factual assessment of the case are inadmissible as they concern non-reviewable judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1351 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1351/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., και 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Βαρδάκου - Γιαννούλη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 182/2007 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας διάβασε την από 10-9-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρ. 575 εδ. β' του ίδιου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη διάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο ου δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους.
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους διαδίκους εντός της οριζόμενης από την ίδια διάταξη προθεσμίας. Κατά το άρθρ. 576 παρ. 2 του ίδιου κώδικα αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ενώ κατά την παρ. 3 αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος απ' αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση είτε είχε παραστεί νομίμως κατ' αυτή και επομένως με την παράστασή του αυτή και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η ένδικη από 1-11-2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της 182/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας ορίσθηκε αρχικά να συζητηθεί την 7-10-2008, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ούτε υπέβαλε την από το άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεώς της στο ακροατήριο.
Εφόσον όμως η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλητεύσεως και όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κερκύρας ..., ο αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως με επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση, δεν απαιτείται νέα κλήτευση για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο.
Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να συζητήσει την υπόθεση παρά την απουσία του.
Επειδή με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθ. 645 του ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Και αυτό διότι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται σχετικώς στη προσβαλλόμενη απόφαση και αναφέρονται στο λόγο αναιρέσεως, καταλείπονται αμφιβολίες αναφορικά με την ευθύνη του δεύτερου αναιρεσείοντος από την ένδικη εργασιακή σχέση, εφόσον σαφώς προκύπτει η μη "νομική (προσωπική) εξάρτηση του αναιρεσιβλήτου από αυτόν ως εργοδότη, η υποχρέωσή του προς συμμόρφωση στις εντολές και τις οδηγίες αυτού (εργοδότη), καθώς και το δικαίωμα αυτού (του εργοδότη) να ασκεί εποπτεία και έλεγχο στην παροχή γενικά της εργασίας.
Η αναγγελία της πρόσληψης του αναιρεσιβλήτου και η αναγγελία της απόλυσης αυτού στο αρμόδιο φορέα του ΟΑΕΔ έχει γίνει από τον πρώτο (αναιρεσείοντα)...και ουδεμία ανάμειξη είχε ο δεύτερος (αναιρεσείων)... με την ιδιότητα του εργοδότη". Έτσι, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, υπάρχουν νομικά σφάλματα ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, δεδομένου ότι δεν προκύπτει αδίστακτα από ποιόν από τους αναιρεσείοντες παρέχονταν οι σχετικές οδηγίες και υποδείξεις, ποιος ήταν ο υπόχρεος για την καταβολή των αποδοχών και ποιος ήταν ο τόπος (κατάστημα) στον οποίο παρείχε την εργασία του ο αναιρεσίβλητος, ο Άρειος Πάγος δε θα διαπιστώσει κυριαρχικά ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και το οποίο άφησε έστω και έμμεσα, κενό ή αμφιβολία ως προς την ερμηνεία της ένδικης συμβάσεως εργασίας, εσφαλμένα ήχθη στην κρίση του, κατά τα ειδικότερα στον λόγο αναιρέσεως διαλαμβανόμενα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ ως προς την παραβίαση του άρθρ. 648 του ΑΚ πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο αυτό κατέληξε.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση αυτών ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.
Ο αναιρετικός όμως αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, έλαβε υπόψη του και τους ειδικότερους πρόσθετους (όπως εκτιμάται) λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων, που παραδεκτά, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ.
ΚΠολΔ, είχαν υποβληθεί με τις προτάσεις τους, που κατατέθηκαν κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση εφέσεώς τους, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με τους λόγους αυτούς παραπονούνταν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το εάν ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε κατά οποιοδήποτε τρόπο κατόπιν προτροπής του πρώτου αναιρεσείοντος ή για λογαριασμό του στα αναφερόμενα εμπορικά καταστήματα συγγενών του, καθώς και ως προς το εάν και ο δεύτερος αναιρεσείων ήταν εργοδότης του αναιρεσιβλήτου.
Το Εφετείο ερεύνησε αμφότερους τους πρόσθετους αυτούς λόγους εφέσεως και τελικά, ως εκ του πράγματος, τους απέρριψε ως αβάσιμους, αφού δέχτηκε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 112/2006 οριστική απόφασή του δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε αναφορικά και με τα αμέσως πιο πάνω ζητήματα.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με το υπόλοιπο (δεύτερο) μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω υπόλοιπο (δεύτερο) μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:
Την 1-4-2004 καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και των αναιρεσειόντων. Ο πρώτος αναιρεσείων λειτουργούσε επιχείρηση εμπορίας ηλεκτρικών-οικιακών ειδών στην οδό .... Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε ως εργάτης αποθήκης. Ήταν έγγαμος και πατέρας τεσσάρων ανήλικων τέκνων, στοιχεία που κατέστησε γνωστά στον εργοδότη.
Η πρόσληψή του αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ. Από την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ο αναιρεσίβλητος άρχισε να απασχολείται στην επιχείρηση, εκτελώντας εργασίες όχι μόνο στην αποθήκη που υπάγονταν στα καθήκοντά του, σύμφωνα με την ειδικότητα με την οποία είχε προσληφθεί, αλλά και στο κύριο κατάστημα του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγούσε το αυτοκίνητο που διέθετε η επιχείρηση και μετέφερε εμπορεύματα από τα πρακτορεία μεταφορών στο κατάστημα της επιχείρησης του πρώτου αναιρεσείοντος, αλλά και στα άλλα καταστήματα που λειτουργούσαν στο όνομα των μελών της οικογένειας, μετέφερε ηλεκτρικά είδη και συσκευές στους πελάτες της επιχείρησης εκτελώντας τις παραγγελίες, εγκαθιστούσε και συνέδεε τις ηλεκτρικές συσκευές στις οικείες των πελατών, κατ' εντολή του εργοδότη του, επιμελείτο την καθαριότητα των χώρων των καταστημάτων, του περιβάλλοντος χώρου αυτών, την αποκοπή των χόρτων και των θάμνων και απασχολείτο με την ετοιμασία των παραγγελιών πελατών σχετικά με υλικά περίφραξης (πασσάλους, σύρματα και σίτες) τα οποία επίσης εμπορεύονταν κάποια από τα καταστήματα.
Συγκεκριμένα, εκτός από το ανωτέρω κύριο κατάστημα της επιχείρησης του πρώτου αναιρεσείοντος στην περιοχή ... και τον αποθηκευτικό χώρο αυτής, λειτουργούσε αποθήκη, αρκετά μεγάλη στον "..." και επίσης άλλο κατάστημα στο ... στο όνομα του ..., άλλου υιού του δεύτερου αναιρεσείοντος και τρίτο κατάστημα στην ...
που λειτουργούσε ο αδελφός αυτού. Εκείνο το χρονικό διάστημα ο πρώτος αναιρεσείων, κύριος της επιχείρησης, υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Τη σύμβαση εργασίας κατάρτισε με τον αναιρεσίβλητο ο δεύτερος αναιρεσείων. Δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσείων ενεργούσε κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας μόνον ως εκπρόσωπος του πρώτου αναιρεσείοντος, κυρίου της επιχείρησης.
Στην πραγματικότητα η άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας γινόταν στο όνομα αμφοτέρων των αναιρεσειόντων και για λογαριασμό και των δύο καταρτίστηκε η σύμβαση εργασίας. Εξάλλου, ο αναιρεσίβλητος τις Κυριακές απασχολείτο στο κατάστημα στο ..., όπου είναι και η κατοικία του, το οποίο λειτουργούσε ως ατομική επιχείρηση του άλλου υιού του δεύτερου αναιρεσείοντος.
Το ωράριο εργασίας του ήταν από την 09.00 έως την 17.00 ώρα. Συγκεκριμένες ανάγκες της επιχείρησης αυτής, καθώς της προαναφερόμενης επιχείρησης στην ..., εξυπηρετούσε ο αναιρεσίβλητος και τις καθημερινές ημέρες, ιδίως σχετικά με τη μεταφορά εμπορευμάτων από την αποθήκη σ' αυτές. Για την παροχή αυτής της εργασίας του δεν κατάρτιζε άλλη σύμβαση εργασίας με τον κύριο της ατομικής αυτής επιχείρησης, αλλά μετά από υπόδειξη του δεύτερου αναιρεσείοντος, εργοδότη του στην πρώτη σύμβαση εργασίας.
Ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος δεν αντέτεινε στην εργασία του αυτήν, από δε τη συμπεριφορά του αυτή συνάγεται σαφώς συναίνεση του ίδιου στην παραχώρηση της εργασίας του στη δεύτερη επιχείρηση. Η παραχώρηση γινόταν ύστερα από σχετική συμφωνία του δεύτερου αναιρεσείοντος και του υιού του, αλλά και του αδελφού του, που ήταν κύριοι των ατομικών επιχειρήσεων, για την κάλυψη των αναγκών αυτών.
Υπήρχε δε συμφωνία αυτών των εργοδοτών για καταβολή των αποδοχών που αναλογούσαν στην παροχή της εργασίας του αναιρεσιβλήτου από την πρώτη επιχείρηση, δηλαδή από τους εργοδότες του από την πρώτη σύμβαση εργασίας. Οι αναιρεσείοντες παρέμειναν εργοδότες του αναιρεσιβλήτου και σε αυτήν την παροχή της εργασίας του και υπείχαν έναντι αυτού την υποχρέωση για καταβολή των αποδοχών του.
Στις 9.11.2004 ο αναιρεσίβλητος ασθένησε και δεν πήγε στην εργασία του. Μάλιστα η σύζυγός του έστειλε ένα τους τέκνο στο δεύτερο αναιρεσείοντα και του γνωστοποίησε την αδυναμία του αναιρεσιβλήτου να εμφανιστεί στην εργασία του. Στις 12.11.2004, που ο αναιρεσίβλητος πήγε να εργαστεί, ο δεύτερος αναιρεσείων του δήλωσε ότι έχει απολυθεί ήδη από τις 9.11.2004 και αρνήθηκε από τότε να δεχθεί τις υπηρεσίες του.
Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου δεν έγινε εγγράφως, αλλά προφορικά και δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση που του αναλογούσε, με αποτέλεσμα, όπως ακολούθως δέχτηκε το Εφετείο, η καταγγελία αυτή να είναι άκυρη, ενώ γνωστοποιήθηκε στο ΟΑΕΔ η λήξη της σύμβασης με το από 9.11.2004 έγγραφο "Βεβαίωση-Δήλωση Εργοδότη για συμβάσεις ορισμένου χρόνου", σύμφωνα με το οποίο έληξε η σύμβαση του αναιρεσιβλήτου, διότι έληξε ο συμφωνημένος χρόνος διάρκειας αυτής εκλαμβανομένης εσφαλμένα της εν λόγω συμβάσεως ως τέτοιας ορισμένου χρόνου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, καθώς και τις λοιπές παραδοχές του, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 112/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της η ένδικη από 5-2-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν και την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, του οποίου το ως άνω παρατιθέμενο αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι πιο πάνω αιτιολογίες, που έχει διαλάβει στην απόφασή του αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα που αναφέρονται στο ότι αμφότεροι οι αναιρεσείοντες είχαν την ιδιότητα των εργοδοτών του αναιρεσιβλήτου μισθωτού, στο είδος της εργασιακής σχέσεως που καταρτίστηκε, στους τόπους και χρόνους κατά τους οποίους παρείχε την εργασία του ο αναιρεσίβλητος, καθώς και στην ακυρότητα της εκ μέρους των αναιρεσειόντων γενόμενης καταγγελίας της με τον αναιρεσίβλητο υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας, ακυρότητα που είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν οι πρώτοι (αναιρεσείοντες) υπερήμεροι ως προς την αποδοχή της εργασίας του αντιδίκου τους (αναιρεσιβλήτου) και επαρκείς και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και ιδίως εκείνων των άρθρων 648,653,655,656 εδ. α', 669 παρ. 2 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ίδιου Κώδικα και των άρθρων 1,5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 5 παρ. 3 του ν.3198/1955,όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγων ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των ζητημάτων που αναφέρονται πιο πάνω, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδίως του ζητήματος που αφορά τη μη λύση της ένδικης συμβάσεως εργασίας με καταγγελία της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2007 αίτηση των ...και ...για αναίρεση της 182/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12-5-2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ