Legislator Case Law & Legislation
1351/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to restate prior arguments and lack of evidence for new facts.

Case Number 1351/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered arguments not legally presented and accepted unproven facts, but the court found these grounds invalid. The court ruled that the appellant failed to restate prior arguments per Article 240 of the Code of Civil Procedure and that the lower court's findings were supported by evidence, rendering the appeal baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 240, 559(1), 559(10) K.Pol.D.; The appeal must restate prior arguments concisely with page references, and the lower court's acceptance of unproven facts is invalid only if the decision lacks evidentiary basis.

Keywords

AI generated
Article 240 Civil Procedure Article 559 Appeal Grounds Restatement of Arguments Evidence Standard Contract Dispute Supreme Court Review Unproven Facts

Cited Legislation

AI generated
Art. 240 K.Pol.D.
Art. 559(1) K.Pol.D.
Art. 559(10) K.Pol.D.
Art. 713 et seq. A.K.
Art. 847 et seq. A.K.
Art. 858 A.K.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1351 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1351/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου : ...., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 691/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4604/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 2 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Εξ άλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ.8α του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως πρέπει το αναιρετήριο να αναφέρει ποια ήταν τα "πράγματα" που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη μολονότι δεν προτάθηκαν νόμιμα και ποια επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης. Επομένως, σε περίπτωση μη νόμιμης επαναφοράς ισχυρισμών περιεχομένων σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, για τη στοιχειοθέτηση και το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ.8α Κ.Πολ.Δ.

λόγου αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθεται ο συγκεκριμένος, μη νομίμως επαναφερθείς, ισχυρισμός που αποτελεί "πράγμα", τον οποίο το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκε (αφού δεν επαναφέρθηκε σ αυτό) νόμιμα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων), με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, δεν είχε νομίμως, κατ άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., επαναφέρει σ αυτό (Εφετείο) τους πρωτόδικους ισχυρισμούς του, αφού δεν τους επανυπέβαλε με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης (στο Πρωτοδικείο) συζήτησης που τους περιείχαν.

Και ότι, επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσιβλήτου δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο και το δικαστήριο αυτό, που έλαβε υπόψη τους άνω μη νομίμως (απαραδέκτως) επαναφερθέντες και προβληθέντες σ αυτό ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, που άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8α του Κ.Πολ.Δ.

Εφόσον στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται ποιοί ήταν οι απαραδέκτως επαναφερθέντες (προβληθέντες) στο Εφετείο ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου και ότι σ΄ αυτούς περιεχόταν συγκεκριμένος ισχυρισμός που αποτελεί "πράγμα" και τον οποίο παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκε (αφού δεν επαναφέρθηκε σ αυτό) νόμιμα, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.

Μη εκτιθεμένου στο αναιρετήριο συγκεκριμένου ισχυρισμού που δεν επαναφέρθηκε νόμιμα και έλαβε υπόψη το Εφετείο, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, που δεν κήρυξε το απαράδεκτο των μη νομίμως επαναφερθέντων σ΄ αυτό ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.

Επειδή κατά το άρθρο 444 αριθ. 3 του Κ.Πολ.Δ. ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, συνεπώς και οι μαγνητοταινίες, αφού αποτελούν την κύρια μορφή της φωνοληψίας. Κατά τη θεμελιώδη, όμως, διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος "ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας".

Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα και μάλιστα "πρωταρχικά", αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. β' του Συντάγματος, που ορίζει ότι "η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη", καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο.

Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων". Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταποκρίσεως ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό.

Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, Η εν αγνοία, όμως, και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας ενέχει παγίδευση του και συνεπώς, αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας.

Γι΄ αυτό, ασχέτως του χώρου όπου έγινε η συνομιλία, η μαγνητοταινία, στην οποία αυτή, χωρίς τη συναίνεση του ετέρου των συνομιλητών, αποτυπώθηκε, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί εναντίον του σε πολιτική δίκη, ανεξαρτήτως του προσώπου που επιχείρησε τη μαγνητοφώνηση, δηλ.

έστω κι αν πρόκειται για πρόσωπο που μετέσχε στη μαγνητοφωνηθείσα συζήτηση. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει -υπό την επίκληση της ανάγκης αποκτήσεως αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα- στη γενίκευση της χρήσεως μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεση τους.

Κατ' αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφραση του, στα πλαίσια μιας προφορικής ιδιωτικής συζητήσεως, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοιώσεως του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν.

Εξ άλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου) η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κυρώσεως (ποινής φυλακίσεως), που προβλέπεται στο άρθρο 370 Α παρ. ιδίως 2 εδάφ. β΄ και γ΄ του Π.Κ.

Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγορεύσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρος κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (Ολομ.Α.Π. 1/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το έγγραφο που περιέχει το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της προφορικής συζήτησης μεταξύ αυτού, του αναιρεσιβλήτου, του .... και του .... και ειδικώτερα δεν έλαβε υπόψη τόσο το επικληθέν και προσκομισθέν από τους διαδίκους ως άνω αποδεικτικό μέσο, όσο και τους προταθέντες (και αποδεικνυόμενους από το έγγραφο αυτό) ισχυρισμούς του ("πράγματα"), έχοντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.11 και 8 του Κ.Πολ.Δ.

Εφόσον, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το με επίκληση προσκομισθέν ως άνω έγγραφο, που περιέχει το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της, κατά τις παραδοχές, χωρίς γνώση και συναίνεση των συνομιλητών αποτυπωθείσας σε μαγνητοταινία προφορικής συζήτησης (συνομιλίας) μεταξύ των διαδίκων και των λοιπών ως άνω προσώπων είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, το Εφετείο, που ορθά δεν έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό (αποδεικτικό μέσο), όσο και τους (μη εκτιθέμενους στο αναιρετήριο ) ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.11 και 8 του Κ.Πολ.Δ.

και οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως (δεύτερος και τρίτος) είναι αβάσιμοι. Η προβαλλόμενη προσκόμιση του άνω εγγράφου από τον αναιρεσίβλητο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην σχηματισθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δικογραφία, ως και η προσκόμισή του από τον τελευταίο στο Εφετείο δεν αναπληρώνει την αρχική έλλειψη συναινέσεως των άνω συνομιλητών και δεν καθιστά το άνω αποδεικτικό μέσο νόμιμο, όπως προβάλλει ο αναιρεσείων, διότι η συναίνεση πρέπει να υπάρχει πριν από την αποτύπωση (μαγνητοφώνηση) της συνομιλίας και η εκ των υστέρων επίκληση και προσαγωγή στο δικαστήριο του απομαγνητοφωνημένου κειμένου της συζήτησης από τους ήδη διαδίκους (που είναι δύο από τους τέσσερις συνομιλητές) δεν καθιστά το έγγραφο αυτό συνταγματικά επιτρεπόμενο (νόμιμο) αποδεικτικό μέσο.

Μετά ταύτα, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι το έγγραφο που περιέχει το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της συζήτησης μεταξύ των ανωτέρω είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 9 παρ.1, 19 και 28 του Συντάγματος και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. έκτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1773/2006, Α.Π.772/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, λαβούσα υπόψη τα μνημονευόμενα από αυτή αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σχημάτισε την κρίση της και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ειδικώτερα δε δεν δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος ότι (αναιρεσιβλήτου) ότι την 19-12-1994 συνήφθη μεταξύ αυτού και του δευτέρου εναγομένου, ενεργούντος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και ομόρρυθμου εταίρου της πρώτης εναγομένης εταιρίας, σύμβαση εντολής, με εντολέα την πρώτη εναγομένη εταιρία και εντολοδόχο αυτόν (ενάγοντα-αναιρεσίβλητο) και περιεχόμενο την σύναψη εγγύησης υπέρ της πρώτης εναγομένης (εντολέα) για τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, στην οποία θα προέβαινε η πρώτη εναγομένη ως πιστούχος πρωτοφειλέτης με δανείστρια την τράπεζα "Βαnge Nationale de Paris", μέχρι του ποσού των 20.000.000 δραχμών και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ.

αντίθετος πέμπτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Στις 19-12-1994 καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος, ο οποίος ήταν ομόρρυθμο μέλος της πρώτης εναγομένης εταιρίας και της τελευταίας, που εκπροσωπούνταν από τον δεύτερο εναγόμενο, διαχειριστή και ομόρρυθμο μέλος της, σύμβαση εντολής, με περιεχόμενο τη σύναψη εγγύησης υπέρ της πρώτης εναγομένης εντολέα για τη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, στην οποία θα προέβαινε η πρώτη εναγομένη ως πιστούχος πρωτοφειλέτης με δανείστρια την τράπεζα με την επωνυμία "Bangye Nationale de Paris", μέχρι του ποσού των 20.000.000 δραχμών. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713 επ., 847 επ.και ιδίως 858 του Α.Κ. και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. έβδομος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-2-2006 αίτηση του .... για αναίρεση της 4604/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό τους στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ