Legislator Case Law & Legislation
1350/2025 AI generated

Supreme Court suspends appeal proceedings pending a final ruling on causation by the Plenary Assembly.

Case Number 1350/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court suspended the appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing the plaintiffs' claim for damages. The court found the appeal procedurally valid but noted that the core issue of legal causation between the bank's conduct and the loss was already referred to the Plenary Assembly. Consequently, the court decided to postpone the judgment to ensure uniformity and avoid conflicting rulings with the pending Plenary decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 249 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may suspend appeal proceedings when a specific legal issue has been referred to the Plenary Assembly to ensure uniformity and prevent contradictory judgments.

Keywords

AI generated
suspension of proceedings Plenary Assembly referral legal causation uniformity of jurisprudence avoiding contradictory rulings banking liability consumer protection

Cited Legislation

AI generated
Art. 249 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision No. 1133/2025 of the First Political Chamber of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1350 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1350/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικής ενάγουσας Ε. Κ. του Π., 3) Κ. Ν. του Θ., 4) Α. Κ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δομίνικο Αρβανίτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3552/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7007/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/11/2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 7007/19-12-2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας Κύπρου κατά της υπ' αριθ. 3552/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή των νυν αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της, συνιστάμενη σε εκ προθέσεως παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, που οδήγησαν σε παραπλάνησή τους, καθώς και παράνομη και υπαίτια παράλειψη εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, της τήρησης της γενικής υποχρέωσης συναλλακτικής πρόνοιας και ασφάλειας έναντι αυτών, ως πελατών της, έκανε δεκτή την έφεση, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή των εναγόντων-αναιρεσειόντων.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της, η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, στις 9-12-2021, με το νόμιμο παράβολο (άρθρα 495 παρ. 1 και 3 Β περ.

δ' και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η αναίρεση παραδεκτά ασκήθηκε από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ο οποίος συνεχίζει τη δίκη, ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της αρχικής δεύτερης ενάγουσας- δεύτερης εφεσίβλητης Ε.

Κ. του Π. λόγω του επισυμβάντος στις 25-1-2019 θανάτου της, μετά την συζήτηση της εφέσεως και πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας.

Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα.

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2004, ΑΠ 1578/2024, ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015).

Ο Άρειος Πάγος με σειρά αποφάσεών του έχει δεχθεί ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας Κύπρου και η επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ένδικη ζημία των επενδυτών-πελατών της, δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια. Ειδικότερα, ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας Κύπρου συνισταμένη στην πλημμελή ενημέρωση των επενδυτών-πελατών της ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους, τους οποίους αυτοί αναλάμβαναν, συνάπτοντας, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011, τις ένδικες επενδυτικές συμβάσεις, δεν υπήρξε αναγκαίος όρος και δεν συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την ένδικη ζημία τους, συνισταμένη, στην απώλεια του συνόλου σχεδόν της αξίας των επενδύσεών τους, συνεπεία υποχρεωτικής μετατροπής των επίμαχων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ), αρχικά σε μετοχές της Τράπεζας, ονομαστικής αξίας ισόποσης με αυτά και στη συνέχεια σε μετοχές της ονομαστικής αξίας ισουμένης με το ένα εκατοστό της αρχικής, που επιβλήθηκε, κατά τον Ιούλιο του 2013, στην Τράπεζα, για την εξυγίανση και διάσωσή της, δυνάμει νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Διαταγμάτων της Κεντρικής της Τράπεζας, κατόπιν σχετικής Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Τούτο δε, διότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκδηλωθείσα κατά το Μάιο του έτους 2011, δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα, χωρίς τη μεσολάβηση κατά τον Ιούλιο του 2013 της αναφερόμενης νομοθετικής παρέμβασης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής της Τράπεζας.

Τα τελευταία αποτελούν περιστατικά κείμενα εκτός της συνηθισμένης και κανονικής πορείας των πραγμάτων, ως γεγονότα εντελώς έκτακτα, εξαιρετικά, χωρίς ανάλογο προηγούμενο, μέχρι τότε, στην κυπριακή έννομη τάξη και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να προβλεφθούν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της σύναψης των ένδικων επενδυτικών συμβάσεων (έτος 2011), από το μέσο, λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο.

Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι καθοριστικής σημασίας είναι το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ως άνω ζημίας από τον προαναφερόμενο άνθρωπο με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας (ΑΠ 1578/2024, ΑΠ 441/2023, ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019).

Αντίθετα με άλλες αποφάσεις του ο Άρειος Πάγος έχει δεχτεί: α) ότι η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της Τράπεζας Κύπρου, υπήρξε παράνομη και υπαίτια, δεδομένου ότι παραπλάνησαν τους άπειρους περί τις επενδύσεις σε ιδιαιτέρως σύνθετα επενδυτικά προϊόντα επενδυτές-πελάτες της, που είχαν την ιδιότητα του καταναλωτή, πείθοντάς τους με ελλιπή και παραπλανητική πληροφόρηση και σύσταση, και κατά παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής καλής πίστης, να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους στα εκδοθέντα από την ίδια ΜΑΕΚ (Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου), υβριδικά και ιδιαιτέρως σύνθετα και πολύπλοκα στην σύλληψη και επενδυτική τους λειτουργία επενδυτικά προϊόντα, τα οποία ως αόριστης διάρκειας, μειωμένης εξασφάλισης, και εξαρτώμενα από την φερεγγυότητα της εκδότριάς τους νυν αναιρεσείουσας Τράπεζας Κύπρου, εμπεριείχαν κινδύνους μη αντιληπτούς από αυτούς, ως ιδιώτες επενδυτές, και τούτο σε συνδυασμό με την ψευδή παράσταση των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας ως κραταιάς Τράπεζας, που εγγυάτο την επιστροφή του κεφαλαίου τους, και (β) ότι μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας των επενδυτών-πελατών υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι η παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της Τράπεζας ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία επέφερε και η οποία (ζημία) θα είχε αποφευχθεί αν οι προστηθέντες υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προεκτεθέντα υπαίτιο και παράνομο τρόπο.

Ότι ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί διακοπής της αιτιώδους συνάφειας εξ αιτίας γεγονότος ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα, της αιφνίδιας θέσης της Τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης βάσει διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (ΚΤΚ), προς διάσωσή της με ίδια μέσα και αποκατάσταση της κεφαλαιακής της επάρκειας, καθεστώς το οποίο οδήγησε στην ζημία των επενδυτών-πελατών της συνισταμένη στην απομείωση της περιουσίας τους λόγω της τελικής μετατροπής των ΜΑΕΚ που είχαν αγοράσει, σε μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 0,01 ευρώ.

Τούτο, διότι δέχθηκε, ότι η έκδοση του ειδικού νόμου της 22.3.2013 "περί εξυγίανσης τραπεζικών και άλλων ιδρυμάτων" και τα κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθέντα διατάγματα της ΚΤΚ, για την θέση της Τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης, ήταν μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας, η οποία υπήρξε η ίδια η αγορά των ΜΑΕΚ, στην οποία οι επενδυτές προέβησαν παραπλανηθέντες, και στην οποία αυτοί δεν θα προέβαιναν, και συνεπώς δεν θα ζημιώνονταν κατά το ισόποσο, αν γνώριζαν την πραγματική φύση των ΜΑΕΚ, ως λίαν επισφαλών χρηματοοικονομικών προϊόντων, σε συνδυασμό με την ήδη κατά το χρόνο αγοράς τους, δυσχερή οικονομική κατάσταση της εκδότριας Τράπεζάς τους, στοιχεία για τα οποία, έλαβαν ψευδή, ελλιπή και παραπλανητική ενημέρωση.

Ότι η αποκαταστατέα ζημία των επενδυτών-πελατών της Τράπεζας συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφείσα παράνομη συμπεριφορά και συνίσταται στο χρηματικό ποσό που οι τελευταίοι κατέβαλαν για την εν λόγω επένδυση, αποκαθίσταται δε αυτή αποζημιωτικώς, ταυτιζομένης απολύτως της επένδυσής τους σε ΜΑΕΚ με την ισόποση ζημία τους.

Ότι η ζημία των επενδυτών επήλθε κατά τον χρόνο σύναψης των υπόψη συμβάσεων επενδυτικών υπηρεσιών, με την διάθεση στην Τράπεζα ισόποσου με την ζημία τους χρηματικού ποσού, και την κατάρτιση όχι ασφαλούς προθεσμιακής κατάθεσης, όπως συναφώς παραπλανήθηκαν, αλλά με την απόκτηση άληκτων υβριδικών τίτλων, χωρίς καμία υποχρέωση της εκδότριας Τράπεζας στην επιστροφή τους, και χωρίς ουδόλως να επηρεάζεται το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας τους από την μεταγενέστερη χρονικώς θέση της Τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης και την μετατροπή των εν λόγω τίτλων σε απλές μετοχές μηδενικής σχεδόν αξίας, η οποία ήταν προστατευτικό, της ήδη επισυμβάσας κεφαλαιακής ανεπάρκειας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, μέτρο εκ μέρους της ΚΤΚ και όχι προληπτικό τοιούτο.

Έτσι, κρίθηκε απορριπτέος ο ισχυρισμός της Τράπεζας περί διακοπής της αιτιώδους συνάφειας, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως ζήτημα πραγματικό, δεδομένου ότι είναι όντως πραγματικό ζήτημα το αν ένα γεγονός υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτία, με την έννοια του αναγκαίου όρου, ενός αποτελέσματος ή αντίστροφα, καθώς και το εάν μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του αποτελέσματος μεσολάβησε ένα άλλο γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο με το πρώτο και επέφερε αποκλειστικά το αποτέλεσμα. Ότι η πρόσφορη αιτία που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, μπορούσε να επιφέρει και επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα ήταν η προϋπάρχουσα των επιδίκων επενδύσεων, κεφαλαιακή ανεπάρκεια της αναιρεσείουσας, παραδοχή που πληρούσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, ως προς τη συνδρομή του αιτιώδους συνδέσμου ως στοιχείο της αδικοπραξίας (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 940/2023, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1083/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 619/2021). Ήδη με την υπ' αριθ. 1133/2025 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε το άνω ζήτημα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περ. β εδαφ. 3 ΚΠολΔ, διότι η απόφαση λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου υπέρ της πρώτης άποψης.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων 914, 919, 281 και 288 ΑΚ, 1 παρ. 3, 8 και 9 Ν. 2251/1994, 25 Ν. 3606/2007 και των διδαγμάτων κοινής πείρας. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, σε σχέση με τον ως άνω λόγο αναίρεσης:

α) Ότι η αγορά των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων αποτέλεσε επιλογή των νυν αναιρεσειόντων, οι οποίοι ήταν έμπειροι επενδυτές (οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος εξ αυτών) και είχαν γνώση και εμπειρία σχετικά με τη λειτουργία παρόμοιων επενδυτικών προϊόντων, κατόπιν της πλήρους ενημερώσεως όλων, για τη φύση και τους κινδύνους των Μ.Α.Ε.Κ., εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και β) ότι η ζημία, που αυτοί υπέστησαν δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης Τραπεζικής εταιρείας, με συνέπεια να λείπει το στοιχείο της υπαιτιότητας και της περαιτέρω ευθύνης, εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της, για την απώλεια του συνόλου της επενδύσεως των αναιρεσειόντων και της εξ αυτής επικαλούμενης ζημίας τους και να μην μπορεί να στοιχειοθετηθεί αδικοπρακτική ευθύνη αυτών, προς αποζημίωση των αναιρεσειόντων, τόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 25 του ν. 3606/2007, 919, 281, 288 του ΑΚ, όσο και κατά τις διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή (8, 9 Ν. 2251/1994), αφού δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ δεν τίθεται και ζήτημα ακυρώσεως των ενδίκων συμβάσεων, με βάση τη διάταξη του άρθρου 147 του ΑΚ, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι, οι αναιρεσείοντες εξαπατήθηκαν ή παραπλανήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο, κατά τη σύναψή τους.

Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα Κύπρου με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις της, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προς αντίκρουση του ως άνω λόγου αναίρεσης, πλέον των άλλων, διατείνεται ότι: "Σε κάθε περίπτωση η αγωγή των αντιδίκων είναι και νόμω αβάσιμη καθώς - ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι υπήρχε νόμιμος λόγος ευθύνης της Τράπεζας- ελλείπει το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας εν προκειμένω, δεδομένου ότι η ζημία τους επήλθε το 2013 διά Νόμου ψηφισθέντος την 22.3.2013 και εφαρμοσθέντος την 25.3.2013 (στα πρότυπα της Πρότασης Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου του 2012 για την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων).

Η διά του Νόμου αυτού επιβολή του bail in στην Τράπεζα (ήτοι η ανακεφαλαιοποίηση αυτής με ίδια μέσα) όχι απλώς δεν ήταν προβλέψιμη κατά τον κρίσιμο χρόνο εντοπισμού του νομίμου λόγου ευθύνης (2011), εφόσον δεν υπήρχε καν ως σύλληψη στα ευρωπαϊκά τραπεζικά χρονικά, αλλά ήταν και εξ αντικειμένου αδύνατο να λάβει χώρα, καθώς εξέλιπε το νομοθετικό πλαίσιο που την προέβλεπε και υιοθετήθηκε έτη αργότερα".

Το ζήτημα της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας αφενός μεν μεταξύ της επένδυσης των αναιρεσειόντων, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας Κύπρου, σε σχέση με τη λήψη της απόφασης επένδυσης των συγκεκριμένων ως άνω πελατών της και αφετέρου της ζημίας, που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες-επενδυτές, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.

Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί του παραπάνω λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αλλά και των λοιπών λόγων της, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 30-11-2021 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7007/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1133/2025 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος αυτού.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου