Legislator Case Law & Legislation
1350/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract terms; specific agreement overrides default penalty rules.

Case Number 1350/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the e-EFKA against the First Instance Court's judgment ordering payment of 41,947.50 euros. The lower court correctly applied a specific contractual clause requiring payment upon work delivery and invoice submission, rather than the default 60-day penalty rule. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4 para. 2 lit. a of Presidential Decree 166/2003; When parties establish a specific payment deadline and interest calculation in a contract, such terms prevail over the statutory default provisions regarding penalty interest.

Keywords

AI generated
contractual terms interest calculation presidential decree payment deadline legal costs appeal dismissal specific agreement

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 para. 2 lit. a of Presidential Decree 166/2003
Art. 4 para. 2 lit. b para. 3 of Presidential Decree 166/2003
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Art. 62 para. 3 lit. th of Law 4387/2016
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1350 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1350/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ e-ΕΦΚΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ & ΕΦΑΠΑΞ ΠΑΡΟΧΩΝ Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριάντη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαύρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7540/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2559/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 2259/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ)", στη θέση του οποίου εισήλθε ως καθολικός διάδοχός του ο αναιρεσείον, κατά της υπ' αριθμ. 7540/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεώσει το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 41947,50 ευρώ. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 4670/2020 προστίθεται άρθρο 51 Α στο Ν. 4876/2016 στην παράγραφο 2 του οποίου ορίζεται ότι: "Στον e - ΕΦΚΑ εντάσσεται από την 1-3-2020 το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ). Το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) καταργείται και ο e - ΕΦΚΑ καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος αυτού.

Στον e - ΕΦΚΑ εντάσσονται ο Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης και ο Κλάδος Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) με πλήρη οικονομική, λογιστική και περιουσιακή αυτοτέλεια έκαστος. Ο e - ΕΦΚΑ έχει ως σκοπό την ασφαλιστική κάλυψη όλων των υπακτέων στην ασφάλιση προσώπων του ΕΤΕΑΕΠ, για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία και την χορήγηση των παροχών του ΕΤΕΑΕΠ".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2042/1992, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 41 του Ν. 4892/2022, "1. Οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μπορούν ύστερα από απόφαση του Δ.Σ. αυτών, εγκρινόμενης από τον Υπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να αναθέτουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου τις ακόλουθες εργασίες:

α) Τη μελέτη, καταγραφή, αποτίμηση, αξιολόγηση και υποβολή προτάσεων για αξιοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων, β) Τη διοικητική και οικονομική οργάνωση των υπηρεσιών τους, γ) Το κλείσιμο των ισολογισμών - απολογισμών και τη λογιστική εν γένει ενημέρωση, δ) τη μελέτη σκοπιμότητας για μηχανοργάνωση - μηχανογράφηση καθώς και αυτήν την ίδια την μηχανοργάνωση - μηχανογράφηση των υπηρεσιών αυτών." Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 694 ΑΚ, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος.

Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στη σφαίρα εξουσίασης του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται τη συμφωνηθείσα αμοιβή του (ΑΠ 135/2022, ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 1070/2017).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 137/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Βάσει της από 6/17.01.2006 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος" (ΤΠΟΕΚΕ), καθολικό διάδοχο του οποίου κατέστη το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Δημόσιων Υπαλλήλων", σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3607/2007, δια της οποίας καταργήθηκε το πρώτο εκ των ανωτέρω αναφερόμενων νομικών προσώπων και συστήθηκε Κλάδος Προνοίας Ορθόδοξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος εντός του Ταμείου Προνοίας Δημόσιων Υπαλλήλων, του οποίου (εναγομένου) οιονεί καθολικός διάδοχος από 1-1-2017, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 75, 85 και 90 του ν. 4387/2016, είναι το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ)", στο οποίο εντάχθηκε το Ταμείο Προνοίας Δημόσιων Υπαλλήλων, αποφασίσθηκε η λήψη προσφορών από ιδιωτικούς φορείς προς ανάθεση του έργου κλεισίματος των ισολογισμών του ΤΠΟΕΚΕ για τα έτη 2003, 2004 και 2005, συστήθηκε δε για αυτό, με τη με αριθμό …/5.5.2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ίδιου νομικού προσώπου, τριμελής επιτροπή για τη διενέργεια πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού.

Η ενάγουσα, η οποία είναι λογίστρια - οικονομολόγος και διατηρεί λογιστικό γραφείο, στα πλαίσια της παραπάνω διαδικασίας, υπέβαλε την προσφορά της, η οποία κατά την 7η συνεδρίαση της 17ης Ιουλίου 2006 του διοικητικού συμβουλίου του ΤΠΟΕΚΕ, κατόπιν σχετικής εισήγησης της προαναφερόμενης τριμελούς επιτροπής, εγκρίθηκε ως η πλέον συμφέρουσα και αποφασίσθηκε η ανάθεση του κλεισίματος των ισολογισμών στην ίδια (όπως τα ως άνω αποδεικνύονται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το εναγόμενο με αριθμό …/2008 πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε συνδυασμό με το από 17.07.2006 πρακτικό της 7ης συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του ΤΠΟΕΚΕ και δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη αριθμό Φ 20103/19427/1286/25.8.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας εγκρίθηκε η ως άνω με αριθμό …/17.07.2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΤΠΟΕΚΕ. Η εκ μέρους του ως άνω νομικού προσώπου κατακύρωση του πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού υπέρ της προσφοράς της ενάγουσας ουδέποτε προσβλήθηκε ως προς την εγκυρότητά της και επομένως παράγει τα έννομα αποτελέσματά της και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν η συμμετοχή της ενάγουσας στον εν λόγω διαγωνισμό ήταν νομότυπη.

Κατόπιν των ανωτέρω, μεταξύ της ενάγουσας και του ΤΠΟΕΚΕ καταρτίσθηκε, βάσει του από 01…-…-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού ανάθεσης κλεισίματος ισολογισμών - απολογισμών του για τα έτη 2003, 2004 και 2005, σύμβαση έργου, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί, εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, στο κλείσιμο των ισολογισμών - απολογισμών του αντισυμβαλλόμενού της για τα έτη 2003, 2004 και 2005, προβαίνοντας ειδικότερα στις παρακάτω ενέργειες:

α. ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων (καταχώριση ταμειακών εγγράφων, καταχώριση συμψηφιστικών εγγράφων, συμφωνία τραπεζικών λογαριασμών, σύνταξη και έλεγχο παρακρατούμενων φόρων, καταχώριση λογιστικών εγγράφων μισθοδοσίας, έλεγχο καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, έλεγχο παρακρατούμενων φόρων μισθωτών υπηρεσιών, συμφωνία αποθήκης ενσήμων και τήρησή της στους λογαριασμούς τάξης, συμφωνία καταθέσεων Μητροπόλεων με καταστάσεις αποδόσεων εισφορών, αποτίμηση αξιογράφων, αναπροσαρμογή αξίας ακινήτων), και β.

σύνταξη οικονομικών καταστάσεων (έλεγχο και συμφωνία υπολοίπων λογαριασμών, καταχώριση εγγράφων προβλέψεων και δεδουλευμένων εσόδων, καταχώριση εγγράφων προσδιορισμού αποτελεσμάτων, σύνταξη ισολογισμών - απολογισμών, σύνταξη καταστάσεων αποτελεσμάτων, σύνταξη κατάστασης διάθεσης αποτελεσμάτων και εν γένει λογιστική ενημέρωση).

Περαιτέρω, κατά τη συμφωνία των μερών, το εν λόγω έργο θα λάμβανε χώρα μηχανογραφικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 80/1997, η δε ενάγουσα θα εκτελούσε τις παραπάνω αναφερόμενες εργασίες, κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στις απαιτήσεις του ελέγχου των ορκωτών ελεγκτών, σε συνεργασία με τον υπεύθυνο του λογιστηρίου του και των λοιπών υπεύθυνων προς τούτο υπαλλήλων του ΤΠΟΕΚΕ, που θα της υποδείκνυε ο γενικός διευθυντής του, οι οποίοι θα της παρείχαν τα αναγκαία για την ολοκλήρωση του έργου οικονομικά στοιχεία.

Η αμοιβή της ενάγουσας ορίσθηκε στο ποσό των 11.750 ευρώ για κάθε οικονομικό έτος, πλέον φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), και ήταν καταβλητέα μετά την παράδοση του έργου σε τριμελή επιτροπή του ΤΠΟΕΚΕ, που θα συστηνόταν για τον σκοπό αυτό και την προσκόμιση από την ενάγουσα στο ως άνω νομικό πρόσωπο του σχετικού τιμολογίου παροχής υπηρεσιών.

Το διοικητικό συμβούλιο του ΤΠΟΕΚΕ, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιανουάριου 2007, αποφάσισε κατόπιν σχετικού αιτήματος της ενάγουσας την παράταση της προθεσμίας παράδοσης του έργου έως την 31η Ιανουάριου 2007. Η ενάγουσα, εκτέλεσε το αναληφθέν εκ μέρους της έργο στο σύνολό του και το παρέδωσε την 02-02-2007 στο αντισυμβαλλόμενό της νομικό πρόσωπο που το παρέλαβε ανεπιφύλακτα δια των αρμόδιων οργάνων του, δεδομένου ότι δεν είχε ακόμη συσταθεί η προβλεπόμενη, κατά τα παραπάνω, επιτροπή παραλαβής του.

Εν συνεχεία το ΤΠΟΕΚΕ, νόμιμα εκπροσωπούμενο, την 6-2-2007, γνωστοποίησε στην ενάγουσα τα μέλη της συσταθείσας εκ μέρους του τριμελούς επιτροπής παραλαβής του έργου, τα οποία, ωστόσο, αν και η τελευταία προσφέρθηκε να τους παραδώσει το έργο αρνήθηκαν, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να αναγκασθεί να το παραδώσει εκ νέου στο αντισυμβαλλόμενό της νομικό πρόσωπο, που το παρέλαβε και πάλι ανεπιφύλακτα, την 8-2-2007, όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό πρωτοκόλλου …/08.02.2007 έγγραφη επιστολή της, και στη συνέχεια το παρέδωσε στη συσταθείσα τριμελή επιτροπή, όπως αποδεικνύεται από το από 09-02-2007 και με αριθμό πρωτοκόλλου …/12.02.2007 πρακτικό παραλαβής της επιτροπής.

Εν συνεχεία, η ενάγουσα εξέδωσε το με αριθμό …/17.04.2007 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ποσού 41.947,50 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας (κεφάλαιο 35.250 ευρώ + Φ.Π.Α. 6.697,50 ευρώ), το οποίο και υπέβαλε στο ΤΠΟΕΚΕ, δια του με αριθμό πρωτοκόλλου …/10-05-2007 συνοδευτικού εγγράφου της. Στις 3-9-2007 το ΤΠΟΕΚΕ, νόμιμα εκπροσωπούμενο, αιτήθηκε την παράδοση σε ηλεκτρονική μορφή κάποιων αρχείων που αποτελούσαν μέρος του έργου, αίτημα στο οποίο η ενάγουσα συμμορφώθηκε, παραδίδοντας αυτά, όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό πρωτοκόλλου …/20-09-2007 συνοδευτικό έγγραφό της, ενώ δια του από 17-12-2007 πρακτικού παραλαβής η τριμελής επιτροπή παραλαβής του έργου παρέλαβε και τα συμπληρωματικά αυτά στοιχεία.

Εξάλλου, το διοικητικό συμβούλιο του ΤΠΟΕΚΕ κατά την 9η συνεδρίασή του της 11-12-2007 ενέκρινε τους ισολογισμούς - απολογισμούς των ετών 2003, 2004 και 2005 που είχε συντάξει η ενάγουσα και την αποστολή αυτών προς έγκριση στο αρμόδιο υπουργείο. Περαιτέρω, με τη με αριθμό …/11.12.2007 απόφασή του το διοικητικό συμβούλιο του ΤΠΟΕΚΕ ενέκρινε και την καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας, πλην ποσοστού 10%, επί της καθαρής αμοιβής της, που επιφυλάχθηκε να της καταβάλει, μετά την περαίωση του ελέγχου από τους ορκωτούς ελεγκτές.

Ο ορισθείς προς διεξαγωγή του εν λόγω ελέγχου ορκωτός ελεγκτής - λογιστής στην από 18.01.2008 έκθεσή του αναφέρει ότι "... οι χρήσεις 2003 έως και 2005 που συντάχθηκαν από εξωτερικούς λογιστές (κα Ε.. Γ.) είναι σύμφωνες με τις απαιτήσεις του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (π.δ. 80/1997)...". Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ακολούθησε η έγκριση του παραδοθέντος εκ μέρους της ενάγουσας έργου από τον ορισθέντα προς τούτο ορκωτό ελεγκτή, όπως βεβαιώνεται στην από …1-2008 έκθεση ελέγχου του ορκωτού ελεγκτή, Κ.

Τ., αλλά και όπως ο ίδιος κατέθεσε ένορκα κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το ΤΠΟΕΚΕ, νόμιμα εκπροσωπούμενο, αρνήθηκε να προβεί στην καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής της ενάγουσας, με την αιτιολογία ότι η Διεύθυνση Επιθεώρησης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Πρόνοιας, δεν ενέκρινε τους υποβληθέντες εκ μέρους του ως άνω νομικού προσώπου υποβληθέντες προς έγκριση ισολογισμούς των ετών 2000 - 2005, ενώ, στη συνέχεια, το εναγόμενο, το οποίο, στο μεταξύ, είχε διαδεχθεί το ΤΠΟΕΚΕ, δια της από 17-11-2008 εξώδικης δήλωσής του, που της κοινοποιήθηκε στις 18-11-2008, της δήλωσε ότι ασκεί το δικαίωμα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση, διότι το έργο έχει ουσιώδη ελαττώματα, τα οποία το καθιστούν άχρηστο.

Πλην, όμως, και ανεξάρτητα από τη βασιμότητα των λόγων για τους οποίους το εναγόμενο, νόμιμα εκπροσωπούμενο προέβη στην άσκηση του παραπάνω διαπλαστικού του δικαιώματος, το τελευταίο, κατά τον χρόνο που ασκήθηκε είχε ήδη αποσβεσθεί, καθόσον από τον χρόνο παράδοσης του έργου και προσκόμισης του τιμολογίου παροχής υπηρεσιών εκ μέρους της ενάγουσας (Μάιος 2007) έως τον χρόνο άσκησης του υπό κρίση διαπλαστικού δικαιώματος είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών (άρθρα 689 και 693 ΑΚ).

Συνεπώς, η προβαλλόμενη από το εναγόμενο ένσταση περί ανυπαρξίας εκ μέρους του υποχρέωσης να καταβάλει την αμοιβή της ενάγουσας, λόγω της ανατροπής του μεταξύ τους συμβατικού δεσμού, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της περί παρόδου της αποσβεστικής προθεσμίας του δικαιώματος σχετικής αντένστασης της ενάγουσας ως ουσιαστικά βάσιμης.

Επομένως, και δεδομένου ότι το εναγόμενο ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην εξ έγκυρης σύμβασης αναληφθείσα εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του υποχρέωση να καταβάλει την αμοιβή της ενάγουσας και δη παρά το γεγονός ότι η τελευταία προέβη στην παράδοση του έργου και την έκδοση και προσκόμιση του σχετικού παραστατικού για την πληρωμή της, το δε ΤΠΟΕΚΕ, νόμιμα εκπροσωπούμενο, παρέλαβε και ενέκρινε το έργο, πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 41.947,50 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 11-5-2007, επόμενη ημέρα της προσκόμισης σε αυτό του με αριθμό …/….04.2007 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, παρελκομένης της εξέτασης στην ουσία της επικουρικώς προβαλλόμενης αγωγικής βάσης περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, νόμιμα εκπροσωπούμενο, να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των σαράντα μίας χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (41.947,50 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο από την 11-5-2007, επόμενη ημέρα της προσκόμισης σε αυτό του με αριθμό …/….04.2007 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου περί υπαναχώρησης του από την ένδικη σύμβαση έργου, άλλως μείωσης του τιμήματος λόγω ουσιωδών ελαττωμάτων του επίδικου έργου ως παραγεγραμμένη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 693 ΑΚ, δεχόμενο την αντένσταση παραγραφής του εν λόγω δικαιώματος του εναγομένου, προβληθείσα από την ενάγουσα ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις,...".

Με βάσης τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως, είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 694 ΑΚ και 8 παρ. 1 Ν. 2042/1992, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της εγκυρότητας της ένδικης σύμβασης έργου με πρόχειρο διαγωνισμό, και της εκτέλεσης και παράδοσης του συμφωνηθέντος έργου.

Ειδικότερα, α) με την υπ' αριθμ. …/5-5-2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος" (ΤΠΟΕΚΕ), συστήθηκε Τριμελής επιτροπή για τη διενέργεια του επίδικου πρόχειρου διαγωνισμού, β) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υπέβαλε σχετική προσφορά, η οποία εγκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο του ΤΠΟΕΚΕ στην 7η συνεδρίαση της 17-7-2006, μετά από σχετική εισήγηση της προαναφερόμενης τριμελούς επιτροπής, γ) με την υπ' αριθμ.

Φ 20103/19427/1286/25-8-2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας εγκρίθηκε η άνω με αριθμό …/17-7-2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΤΠΟΕΚΕ, δ) η κατακύρωση του πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού υπέρ της προσφοράς της ενάγουσας δεν προσβλήθηκε ως προς την εγκυρότητά της, ε) το έργο που συμφωνήθηκε, εκτελέσθηκε από την ενάγουσα και παραδόθηκε στην τριμελή επιτροπή παραλαβής του έργου, η οποία το παρέλαβε ανεπιφύλακτα την 8-2-2007.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν μνημονεύονται τα επιπλέον περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση και μάλιστα ποιο είναι το αναγκαίο στοιχείο για την επάρκεια των αιτιολογιών, το οποίο ελλείπει, ούτε και ποιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντιφατικές.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση απόδειξη και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ολΑΠ 2/2008, ολΑΠ 42/2002, ΑΠ 1049/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη νόμιμα επικληθέντος και προσκομισθέντος εγγράφου, που αποδεικνύει τη βασιμότητα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της ένδικης σύμβασης και συγκεκριμένα της υπ' αριθμ.

…/2008 πράξης του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης, στις οποίες γίνεται ρητή αναφορά στο ως άνω έγγραφο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το ως άνω, φερόμενο ως αγνοηθέν, έγγραφο.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ολΑΠ 12/2000, ΑΠ 1432/2022).

Εξάλλου, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής (ΑΠ 1432/2022, ΑΠ 2090/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της κήρυξης απαραδέκτου του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της ένδικης σύμβασης έργου, είναι απαράδεκτος, αφού πρόκειται περί αρνητικού της αγωγής και όχι περί αυτοτελούς ισχυρισμού, τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε διαπιστώνοντας την εγκυρότητα της ένδικης σύμβασης έργου, κατ' εφαρμογή των ως άνω αναφερόμενων διατάξεων, οι οποίες είναι ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, η παραβίασή τους δεν επάγεται δικονομική ακυρότητα.

Με το Π.Δ. 166/2003 "προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2000/35 της 29-6-2000 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές", (το οποίο καταργήθηκε με την υποπαρ. Ζ 14 του άρθρου πρώτου του Ν. 452/2013 ΦΕΚ Α 107/9-5-2013, σύμφωνα με την οποία όμως οι διατάξεις του παραμένουν ισχυρές για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του), προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία στην Οδηγία 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29-6-2000 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές.

Κατά το άρθρο 2 του άνω π.δ., οι διατάξεις του εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, κατά δε το άρθρο 3 αρ. 1 του ίδιου διατάγματος, "εμπορική συναλλαγή" είναι κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής.

Το ίδιο άρθρο 3 αρ. Ια' αυτού διαλαμβάνει ότι "δημόσια αρχή" είναι κάθε αναθέτουσα αρχή, όπως ορίζεται στα αναφερόμενα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις. Εξάλλου, στο άρθρο 4 του π.δ/τος 166/2003, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού, καταλαμβάνει τις συμβάσεις που καταρτίζονται από την ημερομηνία ισχύος του (5-6-2003) και στο εξής, ορίζεται, ότι: "1.

Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους: α) Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών β) Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας, γ) Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου, δ) Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παρ.

Ια του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3. Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4.

Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς) προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση.

Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες ...". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι για τις οφειλές Ν.Π.Δ.Δ., όπως το αναιρεσείον, από εμπορική συναλλαγή κατά την έννοια του ως άνω διατάγματος, ήτοι από συναλλαγή με επιχείρηση που του παρέδωσε αγαθά ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, σε εκτέλεση σύμβασης που καταρτίστηκε μετά την 05-06-2003, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του π.δ. 166/2003 και καθ' όσο χρονικό διάστημα αυτό ίσχυε (ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 4152/ 2013, με τον οποίο καταργήθηκε το ως άνω άρθρο 4 παρ. 2), το ν.π.δ.δ.

καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας εξήντα ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή υπηρεσιών ή την τυχόν προβλεπόμενη για την προμήθεια διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου και όχι από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής ή αγωγής της οποίας το αρχικώς καταψηφιστικό αίτημα τράπηκε σε αναγνωριστικό, εκτός αν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής (άρθρο 4 παρ. 2 εδ.

α του ΠΔ 166/2003), το δε οφειλόμενο ποσό τόκων υπερημερίας υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που προβλέπεται στο ίδιο παραπάνω προεδρικό διάταγμα (βλ. και ΟλΑΠ 10/2013, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 766/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι με την από 1-9-2006 έγκυρη σύμβαση μεταξύ του Ταμείου Προνοίας Ορθόδοξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος (στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο αναιρεσείον) και της αναιρεσίβλητης, είχε ορισθεί ρητά ότι η αμοιβή της τελευταίας ήταν καταβλητέα μετά την παράδοση του έργου σε τριμελή επιτροπή και την προσκόμιση του σχετικού τιμολογίου παροχής υπηρεσιών και ότι το έργο παραδόθηκε στο Ταμείο και παραλήφθηκε στις 2-2-2007 και, ακολούθως, λόγω άρνησης της επιτροπής να το παραλάβει, τελικά επαναπαραδόθηκε και παραλήφθηκε από το Ταμείο στις 8-2-2007, το δε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών με αριθμό …/…4-2007 υποβλήθηκε στο Ταμείο με το από …/…-5-2007 έγγραφο της αναιρεσίβλητης και παραλήφθηκε από το Ταμείο στις 10-5-2007.

Ακολούθως, το Εφετείο, δέχθηκε ότι το εναγόμενο ΤΠΟΕΚΕ, που ενέκρινε και παρέλαβε το έργο, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 41.947,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 11-5-2007, επομένη ημέρα της προσκόμισης σε αυτό του με αριθμό …/…-4-2007 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών και μέχρι την εξόφληση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 εδ.

α' του ΠΔ 166/2003 και ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. β' περ. γ' και δ' του ίδιου Π.Δ., που προβλέπουν την τοκογονία από την 60η ημέρα από την επομένη της παραλαβής του τιμολογίου, οι οποίες εφαρμόζονται μόνον όταν δεν υπάρχει άλλη ειδική συμφωνία προθεσμίας πληρωμής, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση που υπήρχε ρητή ειδική συμφωνία τοκοδοσίας από την παραλαβή του έργου και την προσκόμιση του σχετικού τιμολογίου παροχής υπηρεσιών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το άρθρο 62 παρ.3 περ.θ'ν.4387/2016 και 22 παρ.1 ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-4-2021 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ e - ΕΦΚΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2559/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ