Legislator Case Law & Legislation
1350/2022 AI generated

1350/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1350/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1350/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1350 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 1350/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "…..Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…. A.E." και τον διακριτικό τίτλο "….", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "…….ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….. A.E.".

Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…." και τον διακριτικό τίτλο "….", πρώην με την επωνυμία "…..", η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2018 ανακοπή και τους από 18-10-2018 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 14/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 5909/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-11-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσίβλητη και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσίβλητη αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στο οποίο περιλαμβάνονται 1) η από 15/9/2021 παραγγελία του καταθέσαντος την αίτηση αυτή πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Παύλου Χατζηγεωργίου προς αρμόδιο δικαστικό επιμελητή να επιδώσει την αίτηση στην αναιρεσίβλητη, με κλήση να παραστεί στην συζήτηση αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 22/11/2021, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης και 2) η από 16/9/2021 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Θεοδώρου Μουντρίχα, από την οποία αποδεικνύεται ότι αυτός εκτέλεσε την ανωτέρω παραγγελία και επέδωσε την αίτηση αναίρεσης στην αναιρεσίβλητη με κλήση για συζήτησή της στις 22/11/2021, συνάγεται ότι η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης γίνεται με επιμέλεια των αναιρεσειόντων.

Όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν στη τελευταία αυτή μετ' αναβολήν δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 22/11/2021 και η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, δικάζοντας σαν να ήταν παρόντες και αυτοί (άρθρο 576 παρ. 1 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στον φάκελλο της δικογραφίας υπάρχει 1) το υπ.

αριθμ. 5016/27-11-2019 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σωτηρίας Δέδε, με το οποίο οι αναιρεσείοντες παρέσχον την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Γεώργιο Διαμαντόπουλο, που υπογράφει την αίτηση αναίρεσης, να ασκήσει αναίρεση κατά της ένδικης απόφασης, να την προσδιορίσει στο δικαστήριο τούτο και να παραστεί κατά την συζήτησή της και 2) η από 27-1-2019 έγγραφη εξουσιοδότηση του δικηγόρου αυτού προς τον ανωτέρω δικηγόρο Π.

Χατζηγεωργίου να ασκήσει και προσδιορίσει την αίτηση αναίρεσης υπογράφοντας αντί για εκείνον και καταθέτοντας οποιοδήποτε έγγραφο, δήλωση ή βεβαίωση. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021 , ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.

Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 267/2021).

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία <…..>>, με το από 20/9/2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13/10/2021, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "…..", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).

Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Α2` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 22/11/2021, από την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για ως άνω αναφερόμενη (17/1/2022)δικάσιμο με προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Όμως, η πρόσθετη παρέμβαση δεν κοινοποιήθηκε ούτε στους αναιρεσείοντες ούτε στην αναιρεσίβλητη, αφού δεν προσκομίζονται από την προσθέτως παρεμβαίνουσα οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως αντιγράφου της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης προς αυτούς, ούτε η παριστάμενη αναιρεσίβλητη προσκομίζει το τυχόν επιδοθέν σ` αυτή αντίγραφο της ως άνω παρέμβασης.

Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης στους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 267/2021 ,πρβλ. ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ. "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", ενώ κατά την παρ.. 2 του ίδιου άρθρου "Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1β'εδαφ.

α' του ιδίου Κώδικα, όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο όγδοο παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται όταν, όπως στην κρινόμενη υπόθεση, η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016 (παρ. 3 του άρθρου ένατου του αυτού άρθρου 1 και νόμου), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης".

Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1β' του ΚΠολΔ τροποποιήθηκε και πάλι με το άρθρο 59 του Ν. 4842/2021και ορίστηκε ότι "στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση ...β) δεν επιτρέπεται η ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο", όμως, κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 6β' του ιδίου νόμου η διάταξη αυτή, όπως τροποποιείται, εφαρμόζεται για τις αποφάσεις, που θα δημοσιευθούν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, η οποία, κατά το άρθρο 120 του νόμου αυτού, ορίστηκε για το άρθρο 116 να είναι η 1/1/2022.

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο ν. 4335/2015, με την ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 937 παρ. 1β' του ΚΠολΔ, περιόρισε με ρητή διάταξη και σε σημαντικό βαθμό, τα ένδικα μέσα, επιλέγοντας να υπηρετήσει κατά προτεραιότητα την αξία της γρήγορης περάτωσης των δικών περί την εκτέλεση στην πλειοψηφία των δικών, που ανοίγονται με ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., στις περιπτώσεις, όπου η αναγκαστική εκτέλεση θεμελιώνεται στους συχνότερα εφαρμοζόμενους εκτελεστούς τίτλους, και ειδικότερα σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, ορίζοντας ότι η απόφαση που εκδίδεται θα μπορεί να προσβάλλεται μόνο με έφεση.

Συνεπώς, για απόφαση, που εκδόθηκε επί ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με εκτελεστό τίτλο διαταγής πληρωμής, στην οποία η επίδοση της επιταγής εκτελέσεως έγινε μετά την 1/1/2016 και η δημοσίευση της απόφασης έγινε πριν την 1/1/2022 (όταν αρχίζει η εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 937 παρ. 1β'), αποκλείονται, εκτός βέβαια από την ανακοπή ερημοδικίας, και τα έκτακτα ένδικα μέσα, δηλαδή η αναίρεση και η αναψηλάφηση, και συνεπώς αν ασκηθούν αυτά είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς το παραδεκτό της αναίρεσης: Με την υπ' αριθ. 962/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης, υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν το ποσό των 4.000.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο αποτελεί τμήμα του καταλοίπου του λογαριασμού της υπ' αριθ. 43/244/12-9-2002 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των προσθέτων πράξεων αυτής, που έκλεισε στις 6/10/2015, με την οποία σύμβαση η αναιρεσίβλητη χορήγησε στην πρώτη αναιρεσείουσα, με την εγγύηση του δευτέρου αναιρεσείοντος, πίστωση μέχρι του ποσού των 15.700.000 ευρώ Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη επέδωσε νόμιμα στους αναιρεσείοντες την από 14/5/2018 επιταγή εκτελέσεως, κάτω από ακριβές αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω 962/2016 διαταγής πληρωμής και ακολούθως με επίσπευσή της και με τις 1389/6-6-2018, 2271/8-6-2018 και 2272/8-6-2018 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης αρμοδίων δικαστικών επιμελητών κατασχέθηκαν αναγκαστικά τα αναφερόμενα στις εκθέσεις αυτές ακίνητα ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας.

Κατά των ανωτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 9/7/2018 ανακοπή και τους από 18/10/2018 πρόσθετους λόγους ανακοπής ζητώντας την ακύρωσή τους, επί των οποίων εκδόθηκε η 14/2019 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε τόσο την ανακοπή, όσο και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 9/1/2019 έφεση και τους από 25/2/2019 πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 5909/2019 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πλην του πρώτου και του δεύτερου τούτων, έγιναν δεκτοί κατ' ουσίαν ο πρώτος και ο δεύτερος των προσθέτων λόγων έφεσης, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτους τους από 18/10/2018 πρόσθετους λόγους ανακοπής, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση ως προς τους πρόσθετους λόγους αυτούς, οι οποίοι και απορρίφθηκαν.

Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία όμως είναι απαράδεκτη σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, γιατί αφορά σε ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με εκτελεστό τίτλο διαταγή πληρωμής, η δε επίδοση της επιταγής εκτελέσεως έγινε μετά την 1/1/2016 και συνεπώς δεν επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1164/2021).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ως προς την πρόσθετη παρέμβαση δεν θα περιληφθεί στην απόφαση διάταξη για τα δικαστικά έξοδα, γιατί οι αναιρεσείοντες, που νικούν ως προς αυτήν, δεν παραστάθηκαν και συνεπώς δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 180 παρ.2 ,182 παρ. 2 και 3, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 20/9/2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της αναιρεσίβλητης, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…." -

Απορρίπτει την από 27/11/2019 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…." και 2) Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5909/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ