Supreme Court dismisses appeal on traffic accident damages, ruling evidence evaluation is non-appealable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding traffic accident damages. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence and applying common sense, but the court held that evidence assessment is non-appealable under Article 561 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: Appeals against judgments in traffic accident cases are inadmissible if they challenge the court's evaluation of evidence or the application of common sense, as these constitute non-appealable matters of fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1350 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1350/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "Ι. Α.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 13-5-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: L. Q. του J., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21127/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 455/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 1-7-2016 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1220/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1616/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται προς συζήτηση η από 4-11-2019 (με αριθ. έκθεσης καταθ. Γ.Α.Κ. 3207/ Ε.Α.Κ. 356/ 5-11-2019 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης) με αριθμό δικογραφίας 395/11-06-2020 αίτηση αναίρεσης της υπ' αρ.1616/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), που έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974, το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών (ΟΛ.ΑΠ.4/2020).
Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ` αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες.
Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.
Κ.Πολ.Δ.ικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ` αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).
Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ` επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ` όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.
Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δεσμεύσεως και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δηλαδή όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, αναγνωρίζεται, δηλαδή, η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως, πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει, καθ` όσον η τοιαύτη απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής αποδείξεως, αλλά και κατά το άρθρο 62 Κ.Π.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξεως δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μία κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι το ίδιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζονταν και οι καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, πράγμα, όμως, που επίσης δεν συμβαίνει, καθ` όσον αυτές εκτιμώνται ελεύθερα, ως τεκμήρια, με αποτέλεσμα, υπό την εκδοχή αυτή (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα δημιουργούνταν δύο κατηγορίες διαδίκων, τους οποίους τα πολιτικά δικαστήρια θα αντιμετώπιζαν διαφορετικά.
Στη μία κατηγορία (της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως) το δικαστήριο θα έπρεπε να συμμορφωθεί με την ποινική απόφαση και στη δεύτερη κατηγορία (της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως), τούτο (το δικαστήριο) θα την εκτιμούσε ελεύθερα, αν και πρόκειται για δικαιοδοτική κρίση από όμοιο (ποινικό) δικαστήριο.
Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης. Συγκεκριμένα το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την ερμηνεία αμέλειας, στο ποινικό δίκαιο, για την διάγνωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε", αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο" (το ατομικό "δύνασθαι" του δράστη), η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό δίκαιο [άρθρο 330 Α.Κ., "(......) η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές] διαφέρει.
Η τοιαύτη αντικειμενικοποίηση της αμέλειας είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο πρόσωπο να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη, επειδή απουσιάζει το στοιχείο του ατομικού "δύνασθαι", και να καταγνωστεί η ευθύνη του από το πολιτικό δικαστήριο, διότι λ.χ. τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε ήταν ανύπαρκτα ή ελλιπή, κρινόμενα με βάση την αντικειμενική αμέλεια και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως.
Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ` άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δ.ικ., θα καθίστατο κενό γράμμα.
Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ.ικ.).
Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου.
Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ` εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.
Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολ. Δικονομίας, ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.
Δηλαδή, αν η "δέσμευση" αυτή ήθελε νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, ανακύπτει συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Σε κάθε περίπτωση πάντως εφόσον ήθελε να γίνει δεκτή η "δέσμευση" του πολιτικού δικαστηρίου να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα "συμβατό με την αθωωτική απόφαση", και, επομένως, "να αποκλείσει την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αμετακλήτως αθωωθέντος κατηγορουμένου", διότι διαφορετικά "η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", δεν έχει, κατ` αποτέλεσμα, καμιά διαφοροποίηση από το δεδικασμένο, καθ` όσον, άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, όπως ακριβώς θα έπραττε και υπό προϋποθέσεις δεδικασμένου.
Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και προσβάσεως στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:
α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.
Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.
ΑΠ.4/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση: Α) αφενός (με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης) την αιτίαση από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το πιο κάτω έγγραφο, που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την, με επίκληση προσκομισθείσα, υπ'αριθμ. 10374/17 ποινική απόφαση του Β'Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος Κ.
Κ. [ ως προς τον οποίο ο ενάγων - ήδη αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής του και ο οποίος (συνακόλουθα) δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη], του οποίου το εμπλακέν στο ένδικο τροχαίο ατύχημα Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, ήταν, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ασφαλισμένο στην τώρα αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, κηρύχτηκε αθώος του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια με παθόντα τον τώρα αναιρεσίβλητο -οδηγό του υπ'αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου και Β) αφετέρου (με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης) την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω αθωωτική ποινική απόφαση, το ως άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του οδηγού του εμπλακέντος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και αποδυνάμωσε την ως άνω αθωωτική ποινική απόφαση.
Ειδικότερα με τους ως άνω πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, παρότι από την ως άνω υπ'αριθμ. 10374/17 ποινική απόφαση του Β'Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι , για το επίδικο ατύχημα , που έγινε στην Επαρχιακή Οδό … - … στις 10-6-2012, ο πρώτος εναγόμενος Κ.
Κ. (που όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη), του οποίου το Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ήταν ασφαλισμένο στην τώρα αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, κηρύχτηκε αθώος του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια με παθόντα τον τώρα αναιρεσίβλητο - οδηγό του υπ'αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, εν τούτοις το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα αυτοκινήτων και συγκεκριμένα ότι ο προαναφερθείς Κ. Κ. ήταν συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 60%, ο δε ενάγων - τώρα αναιρεσίβλητος ήταν συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 40%, δεχόμενο εν μέρει την ένσταση συνυπαιτιότητας που είχε προτείνει η τρίτη εναγομένη - τώρα αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία Α) χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη του την ως άνω αθωωτική για τον προαναφερθέντα Κ.
Κ. υπ'αριθμ. 10374/17 ποινική απόφαση του Β'Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, για την οποία δεν γίνεται καμμιά απολύτως μνεία στην προσβαλλόμενη, όπως επίσης δεν γίνεται μνεία της ποινικής εξέλιξης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, δεν σχολιάζεται η εν λόγω ποινική απόφαση και δεν αιτιολογείται η απόκλιση από αυτήν του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου και Β) παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας του ως άνω αθωωθέντος κατηγορουμένου Κ.
Κ., καθώς, ενώ το ως άνω αστικό δικαστήριο επελήφθη μεταγενεστέρως των αστικών αξιώσεων, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα τα οποία εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του ως άνω ασφαλισμένου στην τώρα αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία οδηγού.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλόμενη απόφαση Εφετείου από 4-3-2019 προτάσεων της τότε εφεσίβλητης (τώρα αναιρεσείουσας), και των εντός αυτών καταλόγου των μετ'επικλήσεως προσκομιζόμενων σχετικών της, όπου αναφέρεται (συγκεκριμένα στην σελίδα 49 των ενώπιον του Εφετείου από 4-3-2019 προτάσεων της τότε εφεσίβλητης - τώρα αναιρεσείουσας), ως σχετικό Νο 18 "Απόσπασμα της με αριθμό 10374/2017 του Β' Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ασφαλισμένος μας κρίθηκε ΑΘΩΟΣ ", σε συνδυασμό και με το σώμα του εν λόγω, προσκομισθέντος στο παρόν δικαστήριο, αποσπάσματος της ως άνω υπ'αρ. 10374/2017 απόφασης του Β' Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο αναγράφεται ότι το προαναφερθέν Δικαστήριο, κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαΐου 2017, δικάζοντας "με παρόντα μετά πληρεξουσίου (Μακρής Δημήτριος ΑΜ 3565) τον κατηγορούμενο Κ. Κ. του Μ. και Σ., κάτοικο ....
Κηρύσσει αυτόν αθώο για 1. σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή και 2. παράβαση του άρθρου 42 παρ.7γ Ν2696/1999, πράξεις που φέρεται να τελέστηκαν στην Επαρχιακή οδό … στις 10-6-2012.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση Θεσσαλονίκη 29-6-2017 Η ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (ακολουθούν υπογραφές). Ακριβές υπηρεσιακό απόσπασμα Θεσσαλονίκη 27-6-2017 Γραμματέας ..." με σφραγίδα φέρουσα την ως άνω ημερομηνία (27-6-2017) και υπογραφή της Γραμματέως, προκύπτει ότι στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο προσκομίστηκε με επίκληση ,σε ακριβές αντίγραφο, το προαναφερθέν απόσπασμα της ως άνω υπ'αρ. 10374/2017 απόφασης του Β' Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και δη χωρίς μνεία περί του τελεσιδίκου ή αμετακλήτου της ως άνω απόφασης, δεν προσκομίστηκε δε ολόκληρο το σώμα της εν λόγω ποινικής απόφασης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσής της.
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και το Εφετείο έλαβε υπόψη, για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και προς τούτο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το προαναφερθέν απόσπασμα της υπ'αρ. 10374/2017 απόφασης του Β' Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ,ανεξαρτήτως του ότι δεν προέκυπτε από το σώμα του εν λόγω αποσπάσματος εάν η ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου είχε ή όχι καταστεί τελεσίδικη ή αμετάκλητη.
Ειδικότερα στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς τα ζητήματα των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας (ή μη) των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 10-6-2012 και ώρα 19:50', ο Κ.
Κ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου Ζ. Τ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ι. Α.Ε.Γ.Α." και εκινείτο στην οδό …. Η προαναφερόμενη οδός, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το πλάτος του οδοστρώματος είναι 6,10 μ., ευθεία, οριζόντια, ασφαλτοστρωμένη και συμβάλλεται με την επαρχιακή οδό ….
Την ίδια χρονική στιγμή, ο ενάγων L. Q., αλβανικής υπηκοότητας, οδηγούσε στην επαρχιακή οδό ..., το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, με κατεύθυνση από … προς …. Η οδός αυτή στη συμβολή της με την οδό ... είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε ρεύμα πορείας, έχει πλάτος οδοστρώματος 7,20 μέτρα και ερείσματος 0,20 εκ., ευθεία οριζόντια και ασφαλτοστρωμένη.
Πριν τη διασταύρωση υπήρχε τοποθετημένη ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-2 (STOP) στην οδό .... Κατά την προαναφερόμενη ημέρα επικρατούσε καλοκαιρία με φως ημέρας, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική και η ορατότητα δεν περιορίζονταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Ο οδηγός του υπ'αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου Κ. Κ., προτιθέμενος να εισέλθει στην επαρχιακή οδό ... για να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί προς …, μόλις έφθασε στη διασταύρωση, διέκοψε την πορεία του οχήματός του, πριν από την πινακίδα "STOP", χωρίς όμως να ελέγξει επιμελώς την κίνηση των οχημάτων στην επαρχιακή οδό με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το υπ'αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγων και πλησίαζε προς τη διασταύρωση. Έτσι εισήλθε στην επαρχιακή οδό, με ταχύτητα 40 χλμ./ώρα, όπως προκύπτει από την ένδειξη του ταχογράφου και αφού διέσχισε το ένα ρεύμα πορείας προς ... και εισήλθε στο ρεύμα πορείας προς …, επιχείρησε να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή, με αποτέλεσμα να καταλάβει με το φορτηγό που οδηγούσε, μήκους 8 μέτρων, το μεγαλύτερο μέρος της επαρχιακής οδού και να αποκλείσει την πορεία του επιβατηγού αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου (ενάγων), για να αποφύγει τη σύγκρουση τροχοπέδησε, σε μήκος 42 μέτρων και έκανε ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθόσον προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στην αριστερή εμπρόσθια γωνία του φορτηγού.
Για την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος ευθύνεται ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου διότι δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή. Ειδικότερα δε συμμορφώθηκε στη ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα "STOP" που υπήρχε στην πορεία του και δεν έλεγξε επιμελώς την κίνηση των οχημάτων στην ανωτέρω επαρχιακή οδό, ενώ είχε τη δυνατότητα να την ελέγξει, αφού η ορατότητά του δεν περιορίζονταν από κανένα εμπόδιο και η επαρχιακή οδός ήταν ευθεία σε μεγάλη απόσταση από το σημείο της διασταύρωσης, αλλά βεβιασμένα εισήλθε σε αυτήν με σκοπό να στρίψει αριστερά, με αποτέλεσμα να παραβιάσει την προτεραιότητα του υπ'αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και να επέλθει το προπεριγραφόμενο τροχαίο ατύχημα. Στην πρόκληση όμως της σύγκρουσης ευθύνεται και ο οδηγός του επιβατηγού, διότι οδηγούσε με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, ανερχόμενη σε 100 χιλ/ώρα, καθ'υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπτού ορίου στην περιοχή (50 χιλ/ώρα ), και μάλιστα υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθόσον στο αίμα του, κατόπιν διπλής μέτρησης, βρέθηκε οινόπνευμα σε περιεκτικότητα 1,60‰ ανά λίτρο αίματος.
Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, επηρέασε την οδηγική του συμπεριφορά και συνδέεται αιτιωδώς με το προκληθέν ατύχημα, καθόσον δεν ήταν νηφάλιος, είχε μειωμένα αντανακλαστικά, προσοχή και συγκέντρωση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον κίνδυνο από το διερχόμενο τη διασταύρωση φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο είχε διανύσει το μεγαλύτερο μέρος αυτής και είχε φθάσει στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της επαρχιακής οδού (προς ...), όπου τοποθετείται το σημείο πρόσκρουσης των οχημάτων σύμφωνα και με την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας .
Επίσης, ενόψει του ότι πλησίαζε σε διασταύρωση δε ρύθμισε την ταχύτητά του στο όριο εκείνο που θα του έδινε τη δυνατότητα να εκτελέσει με αποτελεσματικότητα τους αναγκαίους ελιγμούς για να αποφύγει τη πρόσκρουση στο αυτοκίνητο. Αντιθέτως, συνέχισε να οδηγεί με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, που εκτιμάται βάση τα ίχνη τροχοπέδησης, τη μεγάλη έκταση των υλικών ζημιών, παραμορφώσεων και στρεβλώσεων που προκλήθηκαν σε ολόκληρο το εμπρόσθιο τμήμα του επιβατικού αυτοκινήτου (προφυλακτήρας, καπώ, φανοί, δεξιό φτερό κλπ )σε 100 χιλ/ώρα (βλ.....το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο δελτίο ιχνών τροχοπέδησης οδικού τροχαίου ατυχήματος στο οποίο αναφέρεται ότι η ταχύτητα του επιβατικού αυτοκινήτου ανήρχετο σε 80 χιλ/ωρα, η οποία όµως δεν ανταποκρίνεται στην πραγµατική, διότι δεν υπολογίζεται η ταχύτητα που απορροφήθηκε κατά τη σύγκρουση).
Ο ενάγων, οδηγούσε το υπ'αριθµ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατέχοντας αλβανικό δίπλωµα οδήγησης, χωρίς να έχει εκδοθεί ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης, το γεγονός όµως αυτό, το οποίο συνιστά παράβαση του ΚΟΚ, δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς µε την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήµατος, λαµβανοµένου υπόψη ότι ο ενάγων επι σειρά ετών οδηγούσε αυτοκίνητο στο πλαίσιο της επαγγελµατικής και κοινωνικής του ζωής.
Τα παραπάνω αναφερόµενα πραγµατικά περιστατικά αποδεικνύονται από τη νοµίµως επικαλούµενη και προσκοµιζόµενη έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραµµα, που συνέταξαν τα αρµόδια αστυνοµικά όργανα του Α. Τ ..., τα οποία µετέβησαν στον τόπο του ατυχήµατος, τις προσκοµιζόµενες φωτογραφίες, χωρίς να απαιτείται η διενέργεια πραγµατογνωµοσύνης για την εξακρίβωση του µήκους των ιχνών τροχοπέδησης του επιβατικού αυτοκινήτου, καθόσον το µήκος αυτών εξακριβώθηκε µετά από επανειληµµένες επισκέψεις και µετρήσεις των οργάνων της τροχαίας στον τόπο του ατυχήµατος, όπου βρέθηκαν 42 µέτρα, απορριπτομένου του ισχυρισµού του ενάγοντος - εκκαλούντος, ότι ανέρχονται σε 18 µέτρα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το επίδικο τροχαίο ατύχηµα οφείλεται στη συγκλίνουσα αµέλεια αµφοτέρων των οδηγών των εµπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οχηµάτων και προσδιορίζεται σε 60% για τον οδηγό του ασφαλισµένου στην εναγοµένη εταιρεία φορτηγού αυτοκινήτου και σε 40% για τον ενάγοντα, οδηγό του επιβατικού αυτοκινήτου, γενοµένης δεκτής της ένστασης;
συνυπαιτότητας, που νοµότυπα προτάθηκε από την εναγοµένη ασφαλιστική εταιρεία κατά την διάρκεια της πρωτόδικης δίκης και επαναφέρεται µε τις προτάσεις. Οι ισχυρισµοί του εκκαλούντος - ενάγοντος, που στοιχειοθετούν τους αντίστοιχους λόγους έφεσης, ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήµατος είναι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος παρεβίασε το ΣΤΟΠ και ότι η ύπαρξη αλκοόλ στο αίµα του δεν επηρέασε την οδηγική του συµπεριφορά, ούτε η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, συνδέεται αιτιωδώς µε το τροχαίο ατύχηµα, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να αποφευχθεί και στην περίπτωση που η ταχύτητά του ανήρχετο στο νόµιµο όριο των 50 χιλ/ωρα, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιµοι.....".
Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης δεν δημιουργείται οιαδήποτε αμφιβολία ότι η υπ'αριθμ. 10374/2017 απόφαση του Β' Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, μαζί με όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους στο ως άνω δικαστήριο έγγραφα, παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται κάποια ειδικότερη μνεία της εν λόγω ποινικής απόφασης ή του περιεχομένου των ταυτάριθμων πρακτικών της στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη και ότι η εν λόγω απόφαση είχε προσκομιστεί μετ'επικλήσεως στο Εφετείο μόνο σε απόσπασμα, χωρίς το σκεπτικό και (χωρίς) τα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά της, αλλά και, λαμβανομένου επίσης υπόψη και ότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και η ως άνω της υπ'αρ. 10374/2017 απόφαση του Β' Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ,δεν συνάγεται μη λήψη υπόψη της απόφασης αυτής.
Επομένως, εν όψει των προεκτεθέντων, ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών αυτής και των πραγματικών περιστατικών που αυτή δέχθηκε, δεν υφίσταται, στην προκείμενη περίπτωση, θέμα παραβιάσεως, με την προσβαλλόμενη, του τεκμηρίου αθωότητας του προαναφερθέντος οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΦ αυτοκινήτου Κ.
Κ. και αποδυνάμωσης της ως άνω αθωωτικής υπ'αρ. 10374/2017 απόφασης του Β' Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, λαμβανομένης υπόψη τόσο της αυτοτέλειας των αρμοδιοτήτων της ποινικής και της πολιτικής, αντίστοιχα, δικαιοδοσίας, που έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική, όσο και του ότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις, καθώς η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και προσβάσεως στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσας αναλυτικά εκτεθέντα.
Επομένως, εν όψει των πραναφερόμενων, και ο προαναφερθείς τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 670 Κ.Πολ. Δικ., (όπως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το Ν. 4335/2015) που εφαρμόζεται και στην προκείμενη διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρο 681 ΑΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν καταργηθεί σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), στην εν λόγω ειδική διαδικασία "οι διάδικοι προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα έως το τέλος της συζήτησης", κατά δε το άρθρο 671, παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, (όπως επίσης ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το Ν. 4335/2015 ) που εφαρμόζεται και στην προκείμενη διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν καταργηθεί σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) στη διαδικασία αυτή, λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, που δίδονται ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες ( ΑΠ 911/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 591 παρ. 1, περ. δ`, ΚΠολΔ. [όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρ.19 Ν.2915/2001,ΦΕΚ Α 106/29.5.2001 και άρθρ.15 Ν.2943/2001 (έναρξη ισχύος από 1.1.2002) και πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015] στις ειδικές διαδικασίες, "οι διάδικοι μπορούν, έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση, να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390, μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, μέσα στο προβλεπόμενο από το άρθρο 591 παρ. 1δ` ΚπολΔ. τριήμερο, οι διάδικοι μπορούν, νόμιμα, να προσαγάγουν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και ένορκες βεβαιώσεις, με την προϋπόθεση ότι με αυτές επιδιώκεται η αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. ( ΑΠ 911/2013 ).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 παρ. 5 του Ν. 2915/2001 (η οποία δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015) και η οποία εφαρμόζεται κατά την προκείμενη διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν καταργηθεί σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015,) κατά το άρθρο 591 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, [όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρ.19 Ν.2915/2001,ΦΕΚ Α 106/29.5.2001 και άρθρ.15 Ν.2943/2001 (έναρξη ισχύος από 1.1.2002) και πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015] αφού δεν αντίκειται στις ειδικές ρυθμίσεις της εν λόγω διαδικασίας, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου (ΑΠ 484/2019), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήσαν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.
Η προαναφερθείσα διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ.
αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1107/2008, ΑΠ 221/1993). Τέλος, κατά το άρθρο 559, αριθ. 11 ΚΠολΔ., η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν".
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.11 περιπτ. α' ΚΠολΔ., ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση που, έλαβε παρά το νόμο υπόψη την υπ'αρ. ... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία είναι ανυπόστατη:
α) διότι λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντα μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όχι, όμως, για την υποστήριξη ή την αντίκρουση προταθέντων κατά την συζήτηση της υπόθεσης ισχυρισμών, αφού η (μόνη παρασταθείσα πρωτοδίκως εκ των εναγομένων) τώρα αναιρεσείουσα - τότε τρίτη εναγομένη δεν πρότεινε κατά την συζήτηση πρωτοδίκως κανένα νέο και άγνωστο στον ενάγοντα ισχυρισμό, και β) διότι λήφθηκε χωρίς την υπό του ενάγοντος κλήτευση προ 24 ωρών των αντιδίκων του και τούτο διότι δήλωσε μεν ο ενάγων κατά τη συζήτηση της αγωγής του ότι προτίθεται να προβεί σε ένορκη εξέταση μαρτύρων, όμως αυτό δεν συνιστά κλήτευση για τους απολειπόμενους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, με αποτέλεσμα, συνεπεία της εν λόγω έλλειψης κλήτευσης, να καθίσταται άκυρη η ως άνω ένορκη βεβαίωση ως προς όλους τους διαδίκους.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο από τον αριθμό 11 περιπ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον , από την παραδεκτή επισκόπηση των από 4-12-2013 πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει Α) αφενός ότι, πριν χωρήσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντα δήλωσε παραδεκτά ότι παραιτείται του δικογράφου της αγωγής του ως προς τους απολειπόμενους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων , με αποτέλεσμα να θεωρείται η αγωγή ως μηδέποτε ασκηθείσα ως προς αυτούς και να θεωρείται η δίκη καταργημένη ως προς τους διάδικους αυτούς (βλ.
και τις σελίδες 2 και 11 της υπ'αρ. 2117/2014 πρωτόδικης απόφασης), με συνακόλουθο αποτέλεσμα ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ότι έχει ληφθεί εγκύρως η ως άνω υπ'αρ. ... ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λαγκαδά, δεν απαιτείται η κλήτευση των απολειπόμενων πρώτου και δεύτερου των εναγομένων, ως προς τους οποίους είχε ήδη καταργηθεί η δίκη, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσείουσας , που ισχυρίζεται ότι έπρεπε να κλητευτούν, Β ) αφετέρου ότι η τώρα αναιρεσείουσα - εναγομένη πρότεινε πρωτοδίκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τους αναλυτικά καταχωρηθέντες στο 3ο πρόσθετο φύλλο των ταυτάριθμων με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικών ισχυρισμούς και ενστάσεις της, μεταξύ των οποίων ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντα κατά ποσοστό 95% διότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και διότι είχε στον χώρο των επιβατών τα αναφερόμενα στο 3ο φύλλο των πρακτικών εργαλεία, σημαντικού βάρους, καθώς και ισχυρισμούς αμφισβήτησης των σωματικών βλαβών του ενάγοντα και της μονιμότητάς τους, απορριπτομένων ως αβάσιμων των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, που ισχυρίζεται ότι δεν πρότεινε νέους ισχυρισμούς στο ακροατήριο.
Προς αντίκρουση των προταθέντων υπό της εναγομένης - τώρα αναιρεσείουσας ως άνω ισχυρισμών και ενστάσεων, τους οποίους αρνήθηκε ο ενάγων, με δήλωσή του, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δήλωσε στο ακροατήριο ο ενάγων ότι θα εξετασθεί ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λαγκαδά, την Παρασκευή 6-12-2013 και ώρα 10π.μ. ,ως μάρτυρας, ο ιδιοκτήτης της γεφυροπλάστιγγας Δ.
Π.. Τα παραπάνω προκύπτουν και από το περιεχόμενο της πρωτόδικης υπ'αρ. 21127/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στην οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναφέρει (βλ. σελίδα 5 της εν λόγω απόφασης) ότι έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος του ενάγοντος "που παραδεκτώς προσκομίστηκε μέχρι την δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς αντίκρουση των ισχυρισμών της τρίτης εναγομένης και η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση αυτής, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως και αφού παρήλθε διάστημα τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από την εν λόγω κλήτευση", αλλά και από το γεγονός ότι, μεταξύ των με επίκληση προσκομισθέντων στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης σχετικών, στις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου από 7-3-2019 προτάσεις του ενάγοντος - εκκαλούντος - ήδη αναιρεσίβλητου (σελ.25, παρ. 7 επ. ) αναφέρονται "7) Τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία προσκόμισα με επίκληση Πρωτόδικα νόμιμα προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων μου με την Προσθήκη Αντίκρουσή μου ,αλλά και στο Εφετείο , ήτοι :
α) ......β)......γ) υπ'αρ. ... Ένορκη Βεβαίωση ......". Αυτά δε, ανεξάρτητα με το γεγονός ότι , σύμφωνα και με τα παραπάνω στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων (νέων αποδεικτικών μέσων) και εκείνων που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήσαν απαράδεκτα, ώστε σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν η ως άνω ένορκη βεβαίωση είχε προσκομιστεί απαραδέκτως πρωτοδίκως (γεγονός που όπως ανωτέρω εκτέθηκε δεν συνέβη) θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο εγκύρως ως νέο αποδεικτικό μέσο, εκτός εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την είχε αποκρούσει θεωρώντας ότι ο ενάγων - εκκαλών δεν την είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ισχυρισμός που δεν υποστηρίχτηκε καθόλου από την αναιρεσείουσα).
Επομένως, εν όψει των προαναφερόμενων, και ο προαναφερθείς δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας (το παράνομο της πράξης ή παράλειψης του οδηγού) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού (της πράξης ή της παράλειψης) και της επελθούσας ζημίας (βλ.
ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019). Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).
Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018].
Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018].
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς [ΑΠ 270/2018]. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018].
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014].
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020 ,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών (ΑΠ 12/2020).
Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ) (ΑΠ 40/2020).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟΛ.
Α.Π. 2/2019, βλ. και ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 2/2019). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 2102/2014). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 549/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ.α και β` και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα αφενός ότι "το Εφετείο στο θέμα της υπαιτιότητας του ασφαλισμένου σ'αυτήν και της ελλείψεως (όπως δέχθηκε) συνυπαιτιότητος (συντρέχοντος πταίσματος) του ενάγοντος, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με την απόφασή του παραβιάζει ευθέως άλλως εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330 και 914 ΑΚ., σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 4, άρθρου 6 παρ. 1β και 3, άρθρου 12, άρθρου 19, άρθρου 20 ν.2696/1999, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας", αφετέρου ότι η προσβαλλόμενη έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές στο ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου δεν έχει νόμιμη βάση .Σε σχέση με τον ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης ρητέα ειδικότερα τα εξής:
I) Κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση ότι παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330 και 914 ΑΚ., σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 4, άρθρου 6 παρ. 1β και 3, άρθρου 12, άρθρου 19, άρθρου 20 ν.2696/1999, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενη αποκλειστικά υπαίτιο για το ένδικο ατύχημα τον οδηγό του ασφαλισμένου σε αυτήν αυτοκινήτου και δεχόμενη έλλειψη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος για το ένδικο ατύχημα,ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε συνυπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος τον ενάγοντα κατά ποσοστό 40% και επίσης έκρινε ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) αυτοκινήτου ήταν συνυπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 60% (βλ. 12η σελίδα αυτής) και δεν έκρινε τον οδηγό του ασφαλισμένου στην εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) αυτοκινήτου αποκλειστικά υπαίτιο για το ένδικο ατύχημα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον ως άνω λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα.
II) Κατά τα λοιπά και συγκεκριμένα κατά το μέρος που με τον ίδιο τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από τον αριθμό 1β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., στο ζήτημα της (συν)υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, με τους ειδικότερους ισχυρισμούς ότι: 1) η προσβαλλόμενη, δεχόμενη αντιφατικά, σε σχέση με την συμπεριφορά του Κ.
Κ., οδηγού του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, αφενός ότι ο ως άνω Κ. Κ. διέκοψε την πορεία του οχήματός του, πριν την πινακίδα "SΤΟΡ", αφετέρου ότι ο ανωτέρω δεν συμμορφώθηκε στην πινακίδα "SΤΟΡ", που υπήρχε στην πορεία του και εισήλθε στην επαρχιακή οδό με ταχύτητα 40 χιλ/ώρα, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον ολόκληρο το πλάτος της επαρχιακής οδού, στην οποία εισήλθε το φορτηγό, ήταν 7,20 μέτρα, ώστε τούτο (φορτηγό αυτοκίνητο) που, κατά την ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης είχε μήκος 8 μέτρων, εάν είχε διακόψει την πορεία του πριν την πινακίδα "SΤΟΡ", σε τόσο μικρή απόσταση, δεν προλάβαινε να αναπτύξει ταχύτητα 40 χιλ/ώρα, 2) η προσβαλλόμενη, δεχόμενη αντιφατικά ότι ο ενάγων έβαινε με ταχύτητα 100 χλμ/ώρα και μετά από 42 μ.
πέδησης συγκρούστηκε με το Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία από τη διάγνωση του κινδύνου μέχρι την έναρξη της πέδησης απαιτείται για τον μέσο οδηγό ελάχιστος χρόνος 1'', αφού δε ο ενάγων ήταν σε κατάσταση μέθης ο χρόνος αντίδρασής του ήταν ασφαλώς 2'', στην διάρκεια των οποίων θα διένυε 55,56 μέτρα με 100χιλ/ώρα , ενώ ταυτόχρονα σε 2''το Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο θα είχε διανύσει, με 40 χιλ/ώρα, 22,22 μέτρα και όχι το πλάτος της επαρχιακής οδού ... (ήτοι 7,2 μέτρα), άρα θα είχε απομακρυνθεί και η σύγκρουση δεν θα μπορούσε να έχει επέλθει, 3) η προσβαλλόμενη έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν έχει καμιά παραδοχή σε σχέση με την απόσταση από την οποία ο ενάγων μπορούσε να διαπιστώσει την είσοδο του Ι.Χ.Φ αυτοκίνητου στην διασταύρωση, ενώ υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές της, με μαθηματικό υπολογισμό, η απόσταση από την οποία ήταν ορατό από τον ενάγοντα το Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο ήταν 98 μέτρα, ώστε ο ενάγων κινούμενος με την ως άνω ταχύτητα δεν προλάβαινε να φθάσει στον κόμβο και η διέλευση του καθέτως κινούμενου ΙΧΦ ήταν ασφαλής, 4) η προσβαλλόμενη έχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον δέχεται ότι το Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο εισήλθε στην διασταύρωση για να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί προς …, εν συνεχεία όμως δέχεται ότι είχε φθάσει στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της επαρχιακής οδού (προς ...), όπου τοποθετεί το σημείο σύγκρουσης, 5) η προσβαλλόμενη έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι δεν διευκρινίζει αν με την πραγματοποίηση δεξιού και όχι αριστερού ελιγμού από τον ενάγοντα θα είχε αποφευχθεί η σύγκρουση, αφού κατά τις παραδοχές της τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν με το εμπρόσθιο αριστερό τους μέρος, αν όμως το Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, είχε καταλάβει όλο το οδόστρωμα δεν θα είχε προβάλει το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, αλλά θα δεχόταν το χτύπημα στα πλάγια.
Εν όψει του προαναφερόμενου περιεχομένου του ο πιο πάνω τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που βάλλει κατά της προσβαλλόμενης με την επίκληση της παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η ως άνω επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το μέρος, εξάλλου, που με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη για ανεπαρκείς και αντιφατικές (αντιστοίχως) αιτιολογίες, λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι με τις προαναφερθείσες αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, όπως αυτό παραπάνω (σχετικά με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης) αυτολεξεί παρατέθηκε, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη έχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, τα δε εκτιθέμενα στο σκεπτικό της πραγματικά περιστατικά καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου σε σχέση με τη καταγνωσθείσα με αυτήν συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των διαδίκων για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Επομένως, με και ο προαναφερθείς τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη από 4-11-2019 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο Αθηνών με ΓΑΚ 3207/ΕΑΚ 356/5-11-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αρ.1616/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα (άρθρ. 681 Α ΚΠολΔ.), κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. του ΚΠολΔ. όπως ισχύει). Τέλος η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη αυτή, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-11-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αρ. 1616/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΦΛΟΥΡΗ - ΧΑΛΕΒΙΔΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ