Supreme Court refers labor dispute regarding dual salary cuts to Full Bench for constitutional review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision ordering the employer to pay back wages due to illegal double salary reductions. The court found the lower court correctly identified that applying two consecutive 25% cuts violated the statutory cap of 25% under Law 4024/2011. Consequently, the case was referred to the Full Bench for a final ruling on the constitutionality of the relevant laws.
Legislator headnote
AI generatedArticles 29(2) of Law 4024/2011; Article 31 of Law 4024/2011; Article 31 of Law 4354/2015; Article 25(1) of the Constitution; Article 1 of Protocol 1 of the ECHR: The Supreme Court established that applying two consecutive statutory salary reductions exceeding the 25% cap constitutes an unconstitutional violation of the principle of proportionality and property rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1350 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1350/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - Ο.Α.Σ.Α. Α.Ε" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μητρούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Α. του Μ., κατοίκου ..., 2)Λ. Α. του Δ., κατοίκου ... 3)Ε. Α. του Ι., κατοίκου ..., 4)Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., 5)Κ. Α. του Ν., κατοίκου ... 6)Κ. Α. του Φ., κατοίκου ..., 7)Θ. Α. του Α., κατοίκου ... 8)Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 9)Π. Α. του Δ., κατοίκου ..., 10)Κ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 11)
Α. Β. του Μ., κατοίκου ..., 12)Γ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 13)Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., 14)Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 15)Κ. Δ. του Ε., κατοίκου ... 16)Ο. Δ. του Γ., κατοίκου ... 17)Γ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 18)Π. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 19)Χ. Θ. του Γ., 20)Μ. Θ. του Θ., κατοίκου ..., 21)Ε. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 22)Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ... 23)Π. Κ.-Μ. του Σ., κατοίκου ..., 24)Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 25)Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 26)Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 27)Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 28)Γ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 29)Π. Λ. του Ν., κατοίκου ... 30)Π. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 31)Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 32)Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 33)Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 34)Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 35)Χ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 36)Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 37)Γ. Π. του Α., κατοίκου ... 38)Π. Π. του Φ., κατοίκου ..., 39)Σ. Ρ. του Δ., κατοίκου ... 40)Α. Ρ. του Σ., κατοίκου ... 41)Χ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 42)Ν. Τ. του Β., κατοίκου ... 43)Δ. Τ. του Χ., κατοίκου ... 44)Ν. Φ. του Π., κατοίκου ... 45)Ε. Φ. του Χ., κατοίκου ... 46)Γ. Φ. του Μ., κατοίκου ... και 47)Χ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριλένα Τσακίρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 316/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 19/2/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 19ης Φεβρουαρίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 12/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αρχικώς οι αναιρεσίβλητοι και άλλοι, μη διάδικοι στην προκειμένη δίκη, άσκησαν κατά της αναιρεσειούσης την από 2ας Μαρτίου 2015 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά. Εξεδόθη η υπ' αριθμόν 316/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απερρίφθη ως μη νόμιμη. Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 15ης Δεκεμβρίου 2016 έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε ως προς τους αναιρεσιβλήτους δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν. Εν συνεχεία, η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, ο Ν. 4024/2011, "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 - 2015", ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις", στα άρθρα 4 παρ. 1 και 6 παρ. 1, αντιστοίχως, τα εξής: "Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ):
α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπερι-λαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α) ..." και "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (Υ- Ε) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής:
Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ". Περαιτέρω, στα άρθρα 12 και 14 του ιδίου Νόμου καθορίζονται αντιστοίχως το σύστημα μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων του άρθρου 4 και οι μηνιαίες αποδοχές εκάστου μισθολογικού κλιμακίου, ενώ στα άρθρα 29 παρ. 2, 31 παρ. 1 εδ. α', 3 εδ. α', β', 4 και 7 "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" και 32 παρ. 4 του αυτού Νόμου ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: (...) Εφόσον προκύπτει μείωση η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:
α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου", "Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314) όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα Ν.Π.Ι.Δ.
του ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους...", "Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.
Για τα διευθυντικά στελέχη των ως άνω φορέων που εργάζονται σε θέσεις ευθύνης, αντίστοιχες των θέσεων Τμηματάρχη, Διευθυντή και Γενικού Διευθυντή του παρόντος Κεφαλαίου, το ανώτατο όριο μηνιαίων τακτικών αποδοχών ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους κατέχοντες θέση Τμηματάρχη, Διευθυντή ή Γενικού Διευθυντή στο Δημόσιο", "Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα.
Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%", "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29" και "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011".
Αφ' ετέρου, ο Ν. 4093/2012, "Έγκριση Μεσοπρό-θεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρό-θεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016", ορίζει στην παράγραφο Γ', υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημόσιου Τομέα", περιπτώσεις 3 και 12, αντιστοίχως, τα εξής: "Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226).
Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012" και "Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212).
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Περαιτέρω, ο Ν. 4354/2015, "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων", ορίζει στο άρθρο 31 παρ. 1 τα εξής: "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαρα-γράφου Γ1 της παρ.
Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: "Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013"". Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 Ν. 3429/2005, όπως η περίπτωση δ' προσετέθη δια του άρθρου 42 Ν. 3891/2010, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής 1.
Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2. Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:
α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό. 3.
Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 4. Το Κεφάλαιο Α' του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμ-βάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το Κεφάλαιο Β'. 5.
Το Κεφάλαιο Β' του νόμου αυτού εφαρμόζεται: α) στις ανώνυμες εταιρείες των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο), εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής, β) στις ανώνυμες εταιρείες που είναι συνδεδεμένες με τις εισηγμένες εταιρείες της προηγούμενης περίπτωσης, κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, γ) στις ανώνυμες εταιρείες ως προς τις οποίες έχει αποφασιστεί η έναρξη διαδικασιών αποκρατικοποίησης δια της εισαγωγής μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002 (ΦΕΚ 212 Α'), δ) στις ανώνυμες εταιρίες των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης της διαχείρισης της επιχείρησης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους που δεν αποτελούν πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002 (ΦΕΚ 212 Α') εφόσον το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής".
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 2 παρ. 1, 2, 3 Ν. 2175/1993, αντιστοίχως, "1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που είναι δημόσια επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας και την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.)" με έδρα την Αθήνα.
Ο Ο.Α.Σ.Α. διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρίες, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στο νόμο αυτόν, τα προεδρικά διατάγματα και λοιπές κανονιστικές πράξεις, που εκδίδονται σε εκτέλεσή του και εποπτεύεται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. 2. Σκοπός του Ο.Α.Σ.Α. είναι η διεξαγωγή του συγκοινωνιακού έργου με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στην περιοχή Αθηνών - Πειραιώς και Περιχώρων, με ιδιαίτερη μέριμνα για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και την ποιότητα ζωής στην περιοχή της αρμοδιότητάς του" και "1.
Το μετοχικό κεφάλαιο του Ο.Α.Σ.Α. αποτελείται από τα περιουσιακά στοιχεία του καταργούμενου Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών (Ο.Α.Σ.), όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά τη μεταβίβαση στον Ο.Α.Σ., με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 2078/1992 (ΦΕΚ 139 Α'), της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Επιχείρησης Αστικών Συγκοινωνιών (Ε.Α.Σ.).
Τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία περιέρχονται αυτοδικαίως στον Ο.Α.Σ.Α. από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών ρυθμίζονται τα σχετικά με τον υπολογισμό, την εκτίμηση, τον καθορισμό του ύψους του μετοχικού κεφαλαίου του Ο.Α.Σ.Α.
και των εταιριών που αυτός ιδρύει, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. 2. Το μετοχικό κεφάλαιο του Ο.Α.Σ.Α. διαιρείται σε ονομαστικές μετοχές ίσης αξίας, που αντιστοιχούν σε ισάριθμες ψήφους. Οι μετοχές αυτές ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. 3. Το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να μεταβιβάζει έως το 40% των μετοχών της προηγούμενης παραγράφου σε Οργανι-σμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού της περιοχής αρμοδιότητας του Ο.Α.Σ.Α..
Έως το 40% των μετοχών των θυγατρικών εταιριών που ιδρύονται, κατά το άρθρο 1 παρ. 4 του παρόντος νόμου, δύνανται να μεταβιβαστούν σε Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού της περιοχής αρμοδιότητας του Ο.Α.Σ.Α.. Οι μετοχές του Ο.Α.Σ.Α. ή των εταιριών που ιδρύει κατά το άρθρο 1 παρ. 4 δεν μεταβιβάζονται εκτός Δημοσίου και Ο.Τ.Α.".
Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 Ν. 3429/2005 και 2 παρ. 2 Ν. 2175/1993, το Ελληνικό Δημόσιο ασκεί αποφασιστική επιρροή επί του Ο.Α.Σ.Α., η οποία τεκμαίρεται, καθ' όσον είναι κύριο του συνόλου των μετοχών του μετοχικού κεφαλαίου αυτού, και επομένως ο Ο.Α.Σ.Α. έχει τον χαρακτήρα δημοσίας επιχειρήσεως, υπαγόμενος στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3429/2005, και υπόκειται στις ρυθμίσεις των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 31 Ν. 4024/2011 (Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα) και της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου Ν. 4093/2012.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, "Τα δικαιώματα του ανθρώ-που ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.
Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο εκυρώθη δια του άρθρου πρώτου Ν.Δ. 53/1974, "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προααναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Όπως προκύπτει από τις προπαρα-τεθείσες διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 2, 31 παρ. 1 εδ. α', 3 εδ. α', β', 4 και 7 Ν. 4024/2011, πρώτου υποπαράγρ. Γ1 περ. 12 Ν. 4093/2012 και 31 παρ. 1 Ν. 4354/2015, το προσωπικό του Ο.Α.Σ.Α. υπέστη δύο μειώσεις των αποδοχών αυτού, την 1η Νοεμβρίου 2011, δια της εισαγωγής του ορίου των 1900 ευρώ κατά μέσον όρο ως προς έκαστον εργαζόμενο, και την 1η Ιανουαρίου 2013, δια της υπαγωγής στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου.
Ανακύπτει εντεύθεν το ζήτημα εάν, βάσει των εν λόγω διατάξεων, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών του προσωπικού του Ο.Α.Σ.Α. κατά ποσοστό μέχρι 25% αμέσως, ετεροχρονιζομένη μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά το τυχόν υπερβάλλον, ως έχει γίνει δεκτό δια των υπ' αριθμούς 1189/2018 και 113/2017 αποφάσεων του Αρείου Πάγου ως προς το προσωπικό δημοτικής επιχειρήσεως, ή είναι εφαρμοστέες δύο μειώσεις, μία την 1η Νοεμβρίου 2011 κατά ποσοστό μέχρι 25% και μία την 1η Ιανουαρίου 2013 κατά ποσοστό πάλιν μέχρι 25% επί των προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενες αμφότερες μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσοστά, ως επίσης εάν η εν λόγω διπλή μείωση τυγχάνει συμβατή προς τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (Ε.Σ.Δ.Α.).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 Ν. 1756/1988, όπως η τελευταία έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 2331/1995, προκύπτει ότι δύναται το δικάζον την αίτηση αναιρέσεως Τμήμα να παραπέμψει ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας ορισμένους ή όλους τους λόγους αναιρέσεως, εάν κρίνει ότι γεννώνται ζητήματα γενικωτέρου ενδιαφέροντος ή ότι είναι αναγκαίο τούτο χάριν της ενότητος της νομολογίας.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη τα εξής: "Οι ενάγοντες και ήδη τινές εξ αυτών εκκαλούντες έχουν προσληφθεί από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία με συμβάσεις εργασίας εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες και με τις αντίστοιχες αναφερόμενες αποδοχές και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους μέχρι την ημέρα άσκησης της αγωγής.
Η εναγομένη, αν και ανώνυμη εταιρεία, ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Δ.Ε.Κ.Ο.). Ενώ μέχρι το Νοέμβριο 2011 οι αποδοχές των εναγόντων διέπονταν από τις οικείες σ.σ.ε., με το ν. 4024/2011 εντάχθηκαν από το Νοέμβριο 2011 στο ενιαίο μισθολόγιο των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα, με αποτέλεσμα τη μείωση των αποδοχών τους.
Στη συνέχεια, με το ν. 4093/2012 και την δυνάμει αυτού εκδοθείσα υπ' αριθμ. πρωτ. οικ. 2/85127/0022- 22.11.2012 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών, που εφάρμοσε και η εναγομένη, οι αποδοχές τους υπέστησαν δεύτερη μείωση από 1-1-2013. Σύμφωνα με τα άρθρα 29 και 31 παρ. 7 ν. 4024/2011, σε περίπτωση μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων του δημοσίου τομέα από 1-1-2013 κατά ποσοστό πλέον του 25%, αυτή περικόπτεται άμεσα και η τυχόν προ-κύπτουσα υπερβάλλουσα μείωση εξακολουθεί να καταβάλλεται μέχρι τις 31-12-2016.
Επειδή οι μισθοί που οι ενάγοντες ελάμβαναν ήταν μεγαλύτεροι του ανωτάτου ορίου που θεσπίστηκε με το άρθρο 31 παρ. 4 ν. 4024/2011, οι απολαβές τους μειώθηκαν από το Νοέμβριο 2011, ενώ η περαιτέρω μείωση για το ποσοστό που υπερβαίνει το 25% δεν εφαρμόστηκε λόγω της ρήτρας του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 29 παρ. 2 ν. 4024/2011, που προέβλεπε τη μείωση ποσοστού πλέον του 25% για διάστημα 2 ετών και επεκτάθηκε με το ν. 4093/2012 μέχρι τις 31-12-2016.
Σύμφωνα με την υποπαράγραφο Γ1.12 ν. 4093/2012 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου δευτέρου του ν. 4024/2011 έχουν ανάλογη εφαρμογή από 1-1-2013 και στο προσωπικό των ν.π.ι.δ. που ανήκουν στο Κράτος. Με βάση την ως άνω εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών, που εφάρμοσε και η εναγομένη, η ένταξη μεταξύ άλλων των εργαζομένων της εναγομένης στον κορμό του ενιαίου μισθολογίου είχε ως συνέπεια την εκ νέου μείωση κατά 25% του μισθού τους με την εκ νέου εφαρμογή του άρθρου 29 ν. 4024/2011 για τη μείωση σε ποσοστό 25% του μισθού τους.
Αυτή η ερμηνεία του νόμου 4093/2012 αντίκειται στο Σύνταγμα, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, καθόσον το άρθρο 29 ν. 4024/2011 για τις μειώσεις σε ποσοστό 25% των μισθών απαιτεί για τον υπολογισμό της μείωσης το ποσοστό αυτό να βρεθεί από τον μισθό που καταβαλλόταν κατά την έναρξη ισχύος της διάταξης, ήτοι στις 27-10-2011, και όχι στις 31-12-2012, όπως ερμηνεύεται ο νόμος στην εγκύκλιο.
Εξάλλου, η υπερβάλλουσα μείωση του ποσοστού πλέον του 25% αναστέλλεται για όλους όσον αφορά το ενιαίο μισθολόγιο μέχρι τις 31-12-2016. Με βάση την ερμηνεία της εγκυκλίου, που εφάρμοσε και η εναγομένη, εάν ορισθεί κρίσιμος χρόνος για τη σύγκριση των αποδοχών η 31η-12-2012, τότε η προκύπτουσα μείωση, αθροιζόμενη με την ήδη επιβληθείσα από το Νοέμβριο 2011 μείωση κατ' άρθρον 31 ν. 4024/2011, υπερβαίνει κατά πολύ το ανώτατο ποσοστό του 25% του άρθρου 29 ν. 4024/2011, η δε επιβολή της υπερβάλλουσας του 25% μείωσης αναστέλλεται μέχρι τις 31-12-2016 δυνάμει του ν. 4094/2012, ενώ η έως το ως άνω ποσοστό άμεση περικοπή είχε ήδη επέλθει ως προς τους ενάγοντες από το Νοέμβριο 2011.
Εφόσον, λοιπόν, η ανωτέρω διπλή περικοπή των αποδοχών τους είναι παράνομη, καθόσον συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας τους, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών τις προκύπτουσες διαφορές από τη διπλή περικοπή των αποδοχών τους, που έλαβε χώρα την 1η-1-2013, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-9-2015".
Εν συνεχεία, το Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, επιδίκασε τις προκύπτουσες διαφορές των αποδοχών κατά το επίδικο διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2013 έως 30ής Σεπτεμβρίου 2015, δεχόμενο ότι παρανόμως είχε εφαρμοσθεί επί των αποδοχών των εναγόντων διπλή μείωση, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί μόνον μία ενιαία μείωση.
Με τον μόνο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 29 παρ. 2 Ν. 4024/2011, πρώτου υποπαράγρ. Γ1 περ. 12 Ν. 4093/2012, 31 παρ. 1 Ν. 4354/2015, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως "για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (Ε.Σ.Δ.Α.).
Ανακύπτει εντεύθεν το προαναφερόμενο ζήτημα εάν, βάσει των οικείων διατάξεων, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών του προσωπικού του Ο.Α.Σ.Α. κατά ποσοστό μέχρι 25% αμέσως, ετεροχρονιζομένη μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά το τυχόν υπερβάλλον, ή είναι εφαρμοστέες δύο μειώσεις, μία την 1η Νοεμβρίου 2011 κατά ποσοστό μέχρι 25% και μία την 1η Ιανουαρίου 2013 κατά ποσοστό πάλιν μέχρι 25% επί των προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενες αμφότερες μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσοστά, ως επίσης εάν η εν λόγω διπλή μείωση τυγχάνει συμβατή προς τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (Ε.Σ.Δ.Α.).
Το εν λόγω ζήτημα είναι γενικωτέρου ενδιαφέροντος, διότι αφορά σημαντικό αριθμό εκκρεμουσών αγωγών.
Συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να παραπεμφθεί ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου τον μόνο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 12/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ