1350/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3656/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1826/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1350/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1350 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1350/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Ν. Γ., το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Λιόση-Πενταβάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταματία Μάρκου-Νικοπούλου, που ανακάλεσε την από 17/2/2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3656/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1826/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρα 592 επ. ΚΠολΔ), υπ’ αριθμ.1826/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δεχόμενο την από 29-8-2014 έφεση της αναιρεσείουσας, αφού εξαφάνισε την ερήμην αυτής εκδοθείσα εκκαλούμενη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δικάζοντας την υπόθεση κατ’ ουσία, δέχτηκε την από 21-9-2012 αγωγή διαζυγίου του αναιρεσίβλητου συζύγου της και κήρυξε λυμένο το μεταξύ των διαδίκων γάμο, λόγω του τεκμαιρόμενου από τη διετή διάσταση αυτών ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσής τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005". 7/2006". 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, n απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 26/2004’ ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΕλλΔνη 2006.1324).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Εξάλλου, στο άρθρο 1439 παρ. 3 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008, ορίζεται ότι: "Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου της διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων".
Από τις διάταξες αυτές, που καθιερώνουν ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο κατ’ ουσίαν συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο συμφωνά με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ, κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζυγών και το δικαστήριο χωρεί, μετά και τη διαπίστωση της πρόθεσης για διάσταση, στη λύση του γάμου.
Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο), που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης, ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης, ενώ κατά μείζονα λόγο δεν ελλείπει η διάσταση, όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ’ άλλων λόγων, που δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού.
Η επίκληση της διετούς, διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, διότι αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι ένσταση.
Κατά συνέπεια, τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, εφόσον δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης. (ΑΠ 242/2015, 1068/2014, 55/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 56 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχτηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 1/5/1967, από τον οποίο απέκτησαν δύο ήδη ενήλικα τέκνα.
Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διεκόπη το Σεπτέμβριο του έτους 2008. Έκτοτε οι διάδικοι διαμένουν σε χωριστές οικίες, έχοντας οριστική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης τους. Συγκεκριμένα η εναγομένη - εκκαλούσα παρέμενε στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου επί της οδού ... στην Αθήνα, το οποίο ήταν η οικογενειακή στέγη των διαδίκων, (πλήρους κυριότητας τότε του ενάγοντα - εφεσίβλητου και ήδη, από τον Μάιο του 2010 επικαρπίας του ενάγοντα και ψιλής κυριότητας του υιού του Ε.), ενώ ο ενάγων - εφεσίβλητος εγκαταστάθηκε στην ισόγεια οικία επί της οδού ..., κυριότητας της εναγομένης - εκκαλούσας, που ήταν η εξοχική οικία των διαδίκων.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (10-2-2014), αλλά και της κρινόμενη έφεσης δηλαδή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τη διετία και, ως εκ τούτου, τεκμαίρεται αμάχητα ότι ο γάμος τους έχει κλονισθεί σοβαρά.
Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η έγγαμη συμβίωσή τους, διασπάστηκε οριστικά από την επίδοση της από 21/9/12 αγωγής του συζύγου της και ότι ως εκ τούτου δεν έχει συμπληρωθεί η απαιτούμενη από το νόμο διετής διάσταση, δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων.....".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 του ΑΚ, αλλά ούτε εκείνη του άρθρου 871 ΑΚ, που δεν εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της συμπλήρωσης της διετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 2008 μέχρι την 10-2-2014, που συζητήθηκε κατ’ ουσία η αγωγή στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της διετούς διάστασης και δικαιολογούν την απόρριψη των αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ενώ οι ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα διάταξης του άρθρου 871 ΑΚ.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησής της με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Παράλληλα, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοστέα διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 1439 του ΑΚ, κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθεσίμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες επιπλέον αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχτηκε.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επιπλέον, οι ως άνω πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, αλλά και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (αρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11, περ. γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 253/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μονό από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072- 3/2005, ΑΠ 798/2010). Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ’ ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μονό από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από του αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπερδιετούς διάστασης αυτής με τον αντίδικο σύζυγό της, δεν έλαβε καθ’ ολοκληρίαν υπόψη του το νομίμως προσκομιζόμενο ενώπιόν του, με επίκληση από την ίδια, αντίγραφο του από 8-10-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου, το οποίο έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την επισκόπηση όμως της προβαλλομένης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, με ρητή αναφορά όλων των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, προς άμεση και έμμεση απόδειξη", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπέρ διετούς διάστασης των διαδίκων συζύγων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, με τα υπόλοιπα μέσα, το προαναφερόμενο έγγραφο που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή του.
Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.8, περ.β’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε η απλή ή αιτιολογημένη άρνησή τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 586/2009, 55/2013, 1068/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ.8 (περ.β) ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της ότι η διάστασή της με τον αναιρεσίβλητο σύζυγό της επήλθε μετά την επίδοση της από 21-9-2012 αγωγής του τελευταίου εναντίον της, δηλαδή την 21-9-2012, καθόσον την 8-10-2012 συνυπέγραψαν, το από 8-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ρύθμισαν τις μεταξύ τους σχέσεις από το γάμο τους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη δίκη διαζυγίου λόγω υπερ διετούς διάστασης των διαδίκων, ο ισχυρισμός της εναγομένης συζύγου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, δεν συνιστά ένσταση και συνακόλουθα "πράγμα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ.8β ΚΠολΔ, όμως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά αρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής κατά τα στοιχεία της, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη διάσταση.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ....2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2016 αίτηση της Ε. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.1826/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου