1350/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1350/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ε’ ΚΠοινΔ). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει.
Full text
Απόφαση 1350 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1350/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A’ Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 60/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με κατηγορούμενο τον K. M. του S., κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Eφετών Δωδεκανήσου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 3/10 Μαρτίου 2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου Δέσποινας Μαυροειδή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 569/2016.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 551 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι κατά της αποφάσεως, με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή (συγχωνευτικής) επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον καταδικασμένο και στον εισαγγελέα για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και αυτός της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.
Ε’ ΚΠοινΔ). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει.
Επομένως η κρινόμενη από 10-3-2016 (υπ’ αριθμ. 3/2016) αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, κατά της υπ’ αριθμ. 60/3-2-2016 συγχωνευτικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, η οποία έχει ασκηθεί νομοτύπως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκαννήσου και μέσα στη νόμιμη (δεκαήμερη) προθεσμία από, της κατά την 10-3-2016, καταχωρήσεως της εν λόγω ανέκκλητης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ανωτέρω δικαστηρίου, με λόγο την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι παραδεκτή (άρθρα 551 παρ. 3 εδ.
τελευτ. σε συνδ. με άρθρ. 473 παρ. 1, 3, 4, 507 παρ 1 εδ. α και 509 παρ 1 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, σαν να ήταν παρών και ο αιτών κατάδικος K. M. του S., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο αυτό κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασή του, κατά την οποία εκφωνήθηκε με τη σειρά της η υπόθεση και έγινε η συζήτηση της αν και είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο όπως προκύπτει από το από 25-5-2016 αποδεικτικό επιδόσεως του Χ.
Χ., υπαλλήλου του Καταστήματος Κράτησης Πατρών.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 108, και 109 του ΠΚ αν από την απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για τη έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη ή αν περάσουν τρία έτη χωρίς ανάκληση, η ποινή αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη, για την οποία απαιτείται να περάσουν δέκα χρόνια, θεωρείται ότι έχει εκτιθεί.
Ανόμως μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο για το οποίο του επιβλήθηκε αμετάκλητος οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από ένα (1) έτος, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως.
Η απόλυση, δηλαδή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή αλλά στάδιο της εκτελέσεως της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 97 ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, για τον καθορισμό ως εκτιτέας μιας συνολικής ποινής σε περίπτωσης συρροής στερητικών της ελευθερίας ποινών, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη οποτεδήποτε, και αν τελέσθηκε αυτή.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η οποία ορίζει ότι αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού κώδικα για τη συρροή, συνάγεται ότι αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υφ’ όρον συμπέσει ποινή ανώτερη του ενός (1) έτους για άλλη, από δόλο, πράξη παρόλον ότι η ποινή που έχει ανασταλεί και νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μια συνολική ποινή, αποτελούμενη από τη βαρύτερη τούτων επαυξανόμενη από την άλλη που συντρέχει αλλά η νέα θα αποτιθεί χωριστά, μετά την έκτιση ολοκλήρου του υπολοίπου της προηγουμένης ποινής που είχε ανασταλεί και έπρεπε ο κατάδικος να εκτίσει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 ΠΚ αποκλείοντος έτσι τη συγχώνευση αθροιστικά με την νέα ποινή.
Η αυτοδίκαιη άρση της υφ’ όρον απολύσεως και η εκτέλεση της ποινής και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, για το οποίο χορηγήθηκε, δεν εμποδίζονται από το γεγονός ότι δεν επήλθε το αμετάκλητο της νέας καταδίκης για το έγκλημα που τέλεσε ο καταδικασμένος με δόλο, μέσα στο χρόνο της δοκιμαστικής ελευθερίας κατά για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πάνω από (1) έτος και τούτο, διότι ο καθορισμός της συνολικής ποινής συγχωρείται και πριν επέλθει το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων, που προκύπτει να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 551 Κ.Ποιν.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του υπό κρίση αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής: α) ο αιτών K. M. του S. και της N., με την με αριθμό 146/9-7-2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου Κακουργημάτων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ για την πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών που έγινε στην Ρόδο από την 14-10-2010 μέχρι και 28-12-2010.
Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής ο εν λόγω κατάδικος φυλακίσθηκε από 26-2-2011 έως 23-2-2012 και από 16-3-2012 έως 29-9-2014, αποφυλακίσθηκε δε, με ευεργετικό υπολογισμό 570 ημερομισθίων, την 29-9-2014, αφού έτυχε υφ’ όρον απόλυσης κατά τα άρθρα 105-110 ΠΚ δυνάμει της με αριθμό 128/24-9-2014 Διάταξης της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πατρών με ανασταλέν υπόλοιπο ποινής τέσσερα (4) έτη, δέκα (10) μήνες και είκοσι πέντε (25) μέρες.
Ακολούθως κατόπιν εφέσεως, που άσκησε ο ανωτέρω κατάδικος κατά της ως άνω αποφάσεως εκδόθηκε η με αριθμό 131/11-11-2014 απόφαση του πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου με την οποία ο κατάδικος αυτός καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ. β) εντός του χρόνου της δοκιμαστικής αποτίσεως της ανωτέρω ποινής του, για την οποίαν απολύθηκε υφ’ όρο, που καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από 29/9/2014 μέχρι 23/8/2019 ο ανωτέρω κατάδικος τέλεσε νέο εκ δόλο πηγάζον αδίκημα και καταδικάστηκε με την με αριθμό 241/11-11-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου Κακουργημάτων για διακίνηση ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της αποθήκευσης από κοινού και της πώλησης κατά μόνας, πράξης που τελέστηκε στις 26/2/2015 τη Ρόδο, σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ.
Σε εκτέλεση της νέας αυτής ποινής ο εν λόγω κατάδικος φυλακίσθηκε στο κατάστημα κράτησης Κορυδαλλού και κρατείται μόνο με αυτή, από την 11/11/2015, από δε την ποινή αυτή αφαιρετέος είναι ο χρόνος της προσωρινής του κράτησης από 27/02/2015 έως 11/11/2015, ήτοι οκτώ (8)μήνες και δεκατέσσερις (14) ημέρες, η οποία του επιβλήθηκε σε εκτέλεση του με αριθμό 19/2015 εντάλματος του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ρόδου, γ) Με την από 30/11/2015 αίτηση του ο ανωτέρω κατάδικος ζήτησε την συγχώνευση των ποινών που του επιβλήθηκαν με της προαναφερόμενες αποφάσεις ήτοι των με αριθμούς 131/11-11-2014 του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και 241/11- 11-2015 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου Κακουργημάτων και τούτο έγινε δεκτό, εκδοθείσης της αριθμό 60/3-2-2016 συγχωνευτικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου Κακουργημάτων με την οποίαν επιμετρήθηκε συνολική εκτιτέα υπό του καταδίκου αυτού ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και συνολική χρηματική ποινή 60.000 ευρώ.
Επομένως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, ότι αν και ο εν λόγω κατάδικος είχε τύχει υφ’ της όρον απόλυσης για το ανωτέρω τμήμα της ποινής που του είχε επιβληθεί με την αριθμό 146/9-7-2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου Κακουργημάτων και υπέπεσε εντός του χρόνου της δοκιμασίας σε νέο εκ δόλου αδίκημα, για το οποίο τιμωρήθηκε με την με αριθμό 241/11-11-2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου Κακουργημάτων στην ως άνω ποινή κάθειρξης, με συνέπεια να συντρέχει περίπτωση άρσης της κατά τα ως άνω αναστολής κατ’ άρθρο 108 ΠΚ και μετά τούτο αθροιστικής εκτίσεως του ανασταλέντος μέρους της ποινής του επεβλήθη με την με αριθμό 131/11- 11-2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, παρά ταύτα με την αριθμό 60/3-2-2016 συγχωνευτική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, κατά παραδοχή της ως άνω αιτήσεως του καταδίκου αυτού, έγινε συγχώνευση και των δύο ως άνω ποινών και καθορισμός συνολικής ποινής.
Κρίνοντας όμως έτσι το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα προεκτεθέντα ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ 1 97, 108 του ΠΚ. και 551 παρ. 1 του ΚΠΔ και αναιρετέα κατέστησε την απόφαση του, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ.
Μετά από αυτά, κατά παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως στο Δικαστήριο της ουσίας δεν συντρέχει, αφού δεν υπάρχει λόγος περαιτέρω εκδικάσεως της και, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., πρέπει η αίτηση για τον καθορισμό συνολικής ποινής, για την οποία έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί από το Άρειο Πάγο, ως απαράδεκτη (βλ. Α.Π. 562/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 60/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Απορρίπτει την από 30-11-2015 αίτηση του K. M. του S., για καθορισμό συνολικής ποινής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2016. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Σεπτεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ