Legislator Case Law & Legislation
1350/2015 AI generated

1350/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1350/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1350/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι με αυτήν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά την οριστική διανομή του οικισμού ... του 1967 στον πατέρα των διαδίκων, είχε παραχωρηθεί προς στεγαστική αποκατάσταση το υπ’ αριθμ. ...

Keywords

AI generated
right of deposit archaeological find legacy instituted heir composition request right of access in property
AI generated
482/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1365/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ελένη Διονυσοπούλου και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
1017/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
915/2019
Με την από 9-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων,μετ'αναίρεση εκδοθείσα 48/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης ,που δίκασε ως Εφετείο (τακτικής διαδικασίας) , με την οποία ,έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση του εναγομένου -αναιρεσείοντος κατά της 401/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του επίδικου ακινήτου της αναιρεσίβλητης, στηριζόμενη σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως (έκτακτη χρησηκτησία) .Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 ,569 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου,όπως προκύπτει από την από 9- 7-2018 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.
1237/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1350 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1350/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Φ. του Π., Θ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Νικόλαο Ξανάλατο.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Φ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Κώνστα. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω αναφέρεται, ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι, όπως δήλωσε, η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας που χειρίζεται την υπόθεση δεν μπορεί να παρευρεθεί σήμερα στο Δικαστήριο και ο ίδιος δεν έχει ενημερωθεί επί της υποθέσεως. Στο σημείο αυτό έλαβε το λόγο ο πληρεξούσιος της αντιδίκου, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2011 της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...5/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 12-10-2015 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης .

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ...5/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, επιλαμβανόμενο έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δίκασε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τις σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο διεκδικητική κυριότητας και αρνητική αγωγές αυτής, κατά της ήδη αναιρεσείουσας και τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις αγωγές και σε σχέση με τη διεκδικητική αγωγή αναγνώρισε κυρία την ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε την εναγομένη-ήδη αναιρεσείουσα να της το αποδώσει και ως προς την αρνητική αγωγή υποχρέωσε την τελευταία να άρει την προσβολή της κυριότητας της ενάγουσας με την ακύρωση του βόθρου που είχε κατασκευάσει σε τμήμα του μείζονος επιδίκου ακινήτου της, διάφορου εκείνου που αποτέλεσε αντικείμενο της διεκδικητικής αγωγής .

Ειδικότερα όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι με αυτήν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά την οριστική διανομή του οικισμού ... του 1967 στον πατέρα των διαδίκων, είχε παραχωρηθεί προς στεγαστική αποκατάσταση το υπ’ αριθμ. ...

οικόπεδο εμβαδού 1.034 τ.μ. στην ... της ομώνυμης Κοινότητας Ν. ..., στο όνομα του οποίου εκδόθηκε και ο .../21-3-1975 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας ..., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Το έτος 1983 ο Π. Φ. προέβη στην κατάτμηση του άνω οικοπέδου του σε δύο τμήματα δηλαδή το ...α έκτασης 608,40 τ.μ.

και του ...β έκτασης 425,60 τ.μ.,......... Ακολούθως, την 6.6.1983 με το ταυτόχρονο ...1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου........, που νόμιμα μεταγράφηκε........ ο Π. Φ., από τα παραπάνω διαιρετά τμήματα του αρχικού οικοπέδου του, μεταβίβασε στην εναγόμενη θυγατέρα του, λόγω δωρεάς, το από τα ανωτέρω τμήματα υπ’ αριθμ. ...β έκτασης 425,60 τ.μ., Την 7/6/1983, μετά από αίτηση της εναγόμενης εκδόθηκε η .../1983 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας ..., που προέβλεπε την ανέγερση επί του άνω διαιρετού τμήματος οικοπέδου ισόγειας κατοικίας εμβαδού 99,55 τ.μ.

και βόθρου διαστάσεων 2,5X2,5X2,5 τ .μ. στο εμπρόσθιο τμήμα του οικοπέδου, Το Σεπτέμβριο του 1991, ο σύζυγος της εναγόμενης Θ. Κ., ενεργώντας για λογαριασμό του πεθερού του Π. Φ., ζήτησε από τον παραπάνω μηχανικό να προχωρήσει σε περαιτέρω κατάτμηση του υπ’ αριθμ. ... διαιρετού τμήματος οικοπέδου σε δύο τμήματα, προκειμένου ο Π.

Φ. να τα μεταβιβάσει στα άλλα δύο τέκνα του. Πράγματι ο Σ. Γ. προέβη σε νέα κατάτμηση του ...α οικοπέδου σε δύο μερικότερα τμήματα, εμβαδού 212,80 τ.μ. και 395,20 τ.μ., αντίστοιχα, καθενός. Ακολούθως, προέβη στη συνένωση του εμβαδού 212,80 τ.μ. τμήματος με το όμορο υπ’ αριθμ. ... οικόπεδο κυριότητας του ίδιου ανωτέρω Π. Φ., από την οποία προέκυψε το υπ’ αριθμ. ...Α εν ι α ίο οικόπεδο, το οποίο, στη συνέχεια, μεταβίβασε με το .../1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου.......

νόμιμα μεταγραφέντος, στον υιό του Χ. Φ.. Το άνω αυτοτελές και διαιρετό τμήμα οικοπέδου με στοιχεία ... εμβαδού 395,20 τ.μ. που έλαβε αριθμό ...γ, ο Π. Φ., την 27/9/1991, δυνάμει του ταυτόχρονου .../1991 συμβολαίου της άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην ενάγουσα θυγατέρα του. Σύμφωνα με τον παραπάνω τίτλο, που νόμιμα μεταγράφηκε είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.

Έκτοτε και μέχρι λίγους μήνες πριν την άσκηση της αγωγής, η ενάγουσα που δεν είχε αποφασίσει να προβεί στην ανοικοδόμηση του οικοπέδου της, δεν είχε προβεί στην καταμέτρηση αυτού. Καθ’ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, στην ... ... η ενάγουσα μετέβαινε μόνο για να επισκεφθεί τους γονείς της και την εναγόμενη αδελφή της με την οποία, μέχρι τότε, διατηρούσε άριστες σχέσεις.

Μετά το θάνατο του πατέρα των διαδίκων την 14/10/2010, η ενάγουσα αρχές του 2011, έχοντας σκοπό να αξιοποιήσει το οικόπεδο της, προέβη με μηχανικό στην καταμέτρηση αυτού, δοθέντος μάλιστα ότι γνώριζε πως η εναγόμενη αδελφή της, ήδη από τα έτη 2000-2001 περίπου, είχε επεκταθεί σε τμήμα αυτού εμβαδού 118 τ.μ. Κατά την καταμέτρηση του οικοπέδου της ενάγουσας διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη, κατά ην περίφραξη του όμορου οικοπέδου της με τοιχίο από τσιμεντόλιθους [στην εσωτερική πλευρά της οποίας καθ’ όλο το μήκος της, πρόσφατα, τοποθετήθηκε διακοσμητική πέτρα], είχε καταλάβει και περικλείσει τμήμα του δικού της [ενάγουσας] οικοπέδου εμβαδού 92,89 τ.μ., εντός του οποίου είχε κατασκευάσει υπόστεγο εμβαδού 30,36 τ.μ.

για τη στέγαση των αυτοκινήτων της οικογένειας της, καθώς και αποθήκη 7,11 τ.μ. Στην προβαλλόμενη, με την παραπάνω από 6/5/2011 εξώδικη διαμαρτυρία της ενάγουσας προς απόδοση του καταληφθέντος τμήματος του οικοπέδου της, που έτσι καθίστατο μη άρτιο και οικοδομήσιμο, που επιδόθηκε στην εναγόμενη την 12/5/2011, η τελευταία δεν συμμορφώθηκε και έτσι ασκήθηκε σε βάρος της η κρινόμενη αγωγή.

Βέβαια η εναγόμενη αναφορικά με το άνω μέρος της αγωγής, αρνούμενη αυτή, προέβαλε ότι κατά το χρόνο περίφραξης με τοιχίο περιμετρικά του οικοπέδου της το έτος 1985, ο πατέρας της Π. Φ. της παραχώρησε άτυπα λόγω δωρεάς το προπεριγραφόμενο τμήμα, το οποίο αποτελούσε μέρος του αρχικού υπ’ αριθμ. ...α μεγαλύτερου οικοπέδου εμβαδού 608,40 τ.

μ. που τότε του ανήκε κατά κυριότητα, προκειμένου αυτή να κατασκεύασε ι διάδρομο με πόρτα, για να διέρχεται με άνεση το αυτοκίνητο της στον αύλειο χώρο της οικίας της. Ότι στο τμήμα αυτό στην πάνω πλευρά του αυτή κατασκεύασε υπόστεγο για το αυτοκίνητο της και μικρή αποθήκη, έκτοτε δε νεμόταν και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2011, δηλαδή για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, οπότε κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Η ακρίβεια όμως του ισχυρισμού της αυτού δεν προέκυψε από τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι το παραπάνω τμήμα είχε παραχωρήσει στην εναγόμενη με άτυπη δωρεά ο πατέρας της Π. Φ. το 1985 κατά το χρόνο περίφραξης του δικού της οικοπέδου, στην οποία [περίφραξη] και το συμπεριέλαβε και ότι σ’ αυτό από τότε ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής.

Ουδεμία εξήγηση δίνεται για ποιο λόγο, αν πράγματι συνέβαινε αυτό, η παραπάνω μεταβίβαση δεν έγινε εγγράφως, με τη σύνταξη δηλαδή ιδιωτικού ή συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως άλλωστε είχε γίνει και με τη μεταβίβαση στην εναγόμενη του υπ’ αριθμ. ...β οικοπέδου, ούτε είναι λογικά νοητό ο πατέρας των διαδίκων, το έτος 1985 να μεταβιβάζει άτυπα το τμήμα αυτό στην εναγόμενη και ακολούθως το 1991 με το ταυτόχρονο υπ’ αριθμ. ...

συμβόλαιο, το ίδιο οικοπεδικό τμήμα να το μεταβιβάζει ως μέρος του υπ’ αριθμ. ...γ οικοπέδου στην ενάγουσα θυγατέρα του, όπως άλλωστε αυτό αποτυπώθηκε κατά όρια και έκταση στο από 6/9/1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Γ.. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη τη μόνιμη διαμονή της ενάγουσας αδελφής της στην Αθήνα και την εμπιστοσύνη που εκείνη έτρεφε στο πρόσωπο της, το έτος 2000 κατά την περίφραξη του οικοπέδου της, κατέλαβε και περιέφραξε και το παραπάνω τμήμα του οικοπέδου εκείνης.........

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα ανταπόδειξης, συζύγου της εναγόμενης και των υπέρ αυτής βεβαιωσάντων παραπάνω τριών μαρτύρων, που δεν κρίνονται πειστικές αφού δεν επιβεβαιώθηκαν από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο. Έτσι, εφόσον από τον παραπάνω χρόνο που η εναγόμενη με την κατάληψη και περίφραξη του παραπάνω οικοπεδικού τμήματος [έτος 2000], έλαβε στη νομή και κατοχή της, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία επιδόθηκε σ’ αυτή την 30/9/2011, δεν μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, ο σχετικός ισχυρισμός αυτής περί κτήσης της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ήταν απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος........

Η ισόγεια κατοικία την οποία, βάσει της παραπάνω .../1983 οικοδομικής άδειας, ανήγειρε στο προπεριγραφόμενο οικόπεδο της η εναγόμενη, αποπερατώθηκε περί το τέλος του 1984, ενώ την ίδια χρονιά εντός του οικοπέδου της στο εμπρόσθιο τμήμα αυτού, κατασκευάστηκε και ο προβλεπόμενος στην άδεια βόθρος διαστάσεων 2,5X2,5X2,5 τ.μ.

Αυτός λειτούργησε μέχρι το 2002, οπότε η εναγόμενη σταμάτησε να τον χρησιμοποιεί και προέβη στην κατασκευή του επιδίκου εντός του υπ’ αριθμ. ...γ όμορου οικοπέδου της ενάγουσας αδελφής της....... Στην κατασκευή αυτή είχε συναινέσει η ενάγουσα, μετά τη διαβεβαίωση της εναγόμενης αδελφής της ότι θα ακυρώσει το βόθρο όταν αυτή [ενάγουσα] αποφασίσει να ανοικοδομήσει το οικόπεδο της.

Αρχές Μαΐου του 2011 η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγόμενη ότι προτίθεται να αξιοποιήσει το οικόπεδο της και της ζήτησε να παύσει να χρησιμοποιεί το βόθρο και να τον ακυρώσει, πλην εκείνη δεν συμμορφώθηκε, ενώ το ίδιο έπραξε και μετά την επίδοση, την 12/5/2011, σ’ εκείνη, της ανωτέρω από 6/5/2011 εξώδικης διαμαρτυρίας της, με αποτέλεσμα η εξακολούθηση της διατήρησης και λειτουργίας από την εναγόμενη του βόθρου στο οικόπεδο της ενάγουσας, να συνιστά προσβολή της κυριότητας της τελευταίας σ’ αυτό.

Η εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση του άνω δικαιώματος της ενάγουσας παρίσταται καταχρηστική, διότι ο εν λόγω βόθρος αποτελεί κατασκευή από μπετόν και σίδερα που κατασκευάστηκε σε βάθος 3-4 μέτρων το έτος 2002 στο οικόπεδο της ανωτέρω με τη συναίνεση της, μόνιμα, προκειμένου να εξυπηρετεί και το δικό της ακίνητο [ενάγουσας] όταν αποφάσιζε να το ανοικοδομήσει και όχι για ορισμένο χρόνο, όπως αβάσιμα προβάλλει εκείνη.

Ότι ενόψει της συμφωνίας τους αυτής και της επί δεκαετία αδράνειας της ενάγουσας, εύλογα δημιουργήθηκε σ’ αυτή η πεποίθηση ότι εκείνη δεν θα προβάλει οποιοδήποτε δικαίωμα στο μέλλον, η άσκηση του οποίου θα έχει επαχθείς γι ‘ αυτήν οικονομικές συνέπειες. Όμως, η επικαλούμενη συμφωνία για μόνιμη διατήρηση του βόθρου στο οικόπεδο της ενάγουσας δεν αποδείχθηκε.

Ο μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε ότι το 2002 η ενάγουσα δεν είχε καν αποφασίσει για τον τρόπο αξιοποίησης του οικοπέδου της και συνεπώς δεν είχε κανένα λόγο να συμφωνήσει για τη μόνιμη διατήρηση του, επιβαρύνοντας έτσι το οικόπεδο της, η έκταση του οποίου, όπως εκτέθηκε, είναι μικρότερη εκείνης του οικοπέδου της εναγόμενης.

Το γεγονός ότι η κατασκευή του βόθρου αυτού εξυπηρετούσε αποκλειστικά και μόνο τα συμφέροντα της εναγόμενης προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Θ. Κ., συζύγου αυτής. ο οποίος εξεταζόμενος πρωτοδίκως κατ έθεσε ότι, επειδή ο βόθρος που το 1984 είχε κατασκευασθεί στο οικόπεδο της εναγόμενης δεν ήταν" λειτουργικός και δημιουργούσε με τα νερά λόγω και του επικλινούς του εδάφους του οικοπέδου της, η σύζυγος του [εναγόμενη] αναγκάστηκε να τον καταργήσει και να προβεί στην κατασκευή του επιδίκου στο οικόπεδο της ενάγουσας, επειδή στο δικό της δεν είχε αρκετό χώρο.

Εξάλλου, οι οποιεσδήποτε οικονομικές επιπτώσεις θα επιφέρει η ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης, με την ακύρωση του βόθρου και των συνδεομένων μ’ αυτόν αποχετευτικών σωλήνων, οποίες πάντως δεν αποδείχθηκαν, είναι λιγότερο επαχθείς σε συνάρτηση με τις συνέπειες που μπορεί να επέλθουν; σε βάρος της δικαιούχου ενάγουσας από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος της, αφού έτσι αυτή στερείται της δυνατότητας της ακώλυτης αξιοποίησης του.

Ενόψει των ανωτέρω, το αξιούμενο με την αγωγή δικαίωμα της ενάγουσας δεν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος αυτού, αλλά αποτελεί στοιχειώδη εκδήλωση του από την κυριότητα πηγάζοντος δικαιώματος της να αποκλείει κάθε ενέργεια τρίτου πάνω σ’ αυτό." Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο και να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε 1)τις 19 και 20/2013 και 96/2014 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη ... 2)την κατάθεση του συζύγου της που εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα 122/2013 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και 3)δέκα φωτογραφίες.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν από τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας παραπάνω αποδεικτικά μέσα και αν αυτός είναι ουσιώδης, ούτε επίσης αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της μέχρι του πέρατος της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητη, επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα ίδια έγγραφα.

Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος καθ’ όσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τις ρητώς μνημονευόμενες και αξιολογούμενες κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και τις φωτογραφίες που αναφέρονται στον αναιρετικό λόγο παρά τη μη ειδική αναφορά του σ’ αυτές..

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για παράβαση των ορισμών του νόμου σε σχέση προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσον μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει δεσμευτικά γιαυτό (δικαστήριο) ο νόμος και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (αρ.340 Κ.Πολ.Δ.) έδωσε η δεν έδωσε πίστη στις καταθέσεις των μαρτύρων ή απέδωσε σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νομό την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από αυτά τα άλλα, καθ’ όσον η εκτίμηση αυτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς η διατυπούμενη με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αιτίαση ότι το Εφετείο θεώρησε αξιόπιστο μάρτυρα της αναιρεσίβλητης που εξετάσθηκε κατά πρότασή της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη που προσκόμισε η τελευταία και απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα σ’ αυτά τα αποδεικτικά μέσα σε σχέση με την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τις καταθέσεις των μαρτύρων στις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη που και αυτή προσκόμισε και στέρησε οποιαδήποτε αποδεικτική δύναμη από τις καταθέσεις αυτές, δεχόμενο ότι δεν ενισχύονται και από άλλα αποδεικτικά μέσα, δε θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απέδωσε ανελέγκτως στις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας μικρότερη βαρύτητα σε σχέση με αυτήν που απέδωσε στα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης και όχι διαφορετική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει γιαυτό ο νόμος.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 561 τταρ.1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δε συντρέχει καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ’ όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προς στήριξη του βασικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με τη διεκδικητική αγωγή, με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα τούτο πλέον της εικοσαετίας από το 1985, που συνιστούν αντίθετα επιχειρήματα αυτής ως προς τα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και βρίσκεται κατ’ αυτήν σε αντίθεση με το αποδεικτικό υλικό πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, στην οποία υπέπεσε το Εφετείο με το να απορρίψει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης της αρνητικής αγωγής ενώ από τις αποδείξεις προέκυψαν αντίθετα περιστατικά που θεμελίωναν την ουσιαστική της βασιμότητα.

Οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα, που είναι κατά την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας αντίθετο με το αποδεικτικό υλικό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς είναι απαράδεκτος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2015 αίτηση της Ε. Φ. του Π. περί αναιρέσεως της ...5/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ