Supreme Court reverses appeal court for erroneous application of inheritance law regarding will invalidity due to mistake.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece reversed the appeal court's decision, remanding the case for retrial due to a fundamental error in applying inheritance statutes. The plaintiff argued that the will was void because the testatrix mistakenly believed she owned the property bequeathed to the defendant, a mistake that should have prevented the entire will from taking effect. The court found the lower court erred by applying the wrong articles and failing to recognize that the testatrix's reliance on a false premise regarding her ownership constituted a vitiating mistake under the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1784, 140-143, 181 of the Civil Code: A testamentary disposition is voidable if it results from a mistake regarding the motivating causes of the testator's will, specifically when the testator acted under a false belief about a factual circumstance existing at the time of drafting.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1350 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1350/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Βεργανελάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. χήρας Γ. Γ., 2)Α. Γ. Γ. και 3)Ι. Γ. Γ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του Γ. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Λιαπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/4/2010 αίτηση και τους από 1/3/2013 πρόσθετους λόγους του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 9/4/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1784 ΑΚ η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη αν υπήρξε αποτέλεσμα πλάνης από αίτια που μνημονεύονται στη διαθήκη και ανάγονταν στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, χωρίς τα οποία ο διαθέτης δε θα διατύπωνε τη διάταξη. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 140-143 ΑΚ συνάγεται ότι σε αντίθεση με τις δικαιοπραξίες εν ζωή, η διάταξη της διαθήκης για να είναι ισχυρή πρέπει να είναι απαλλαγμένη από πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης.
Παραγωγικό αίτιο της βούλησης είναι η πραγματική κατάσταση, που ανάγεται στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, υπάρχει κατά την κατάρτιση της διαθήκης και επέδρασε στον προσδιορισμό της βούλησης. Όταν η πραγματική αυτή κατάσταση, που απαραίτητα πρέπει να μνημονεύεται στη διαθήκη δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και επί πλέον επέδρασε στη διαμόρφωση της τελευταίας διάταξης, επειδή ο διαθέτης αγνοούσε την αλήθεια ή είχε εσφαλμένη γνώση γιαυτήν δημιουργείται λόγος ακύρωσής της.
Αντίθετα αν τα αίτια που αναφέρονται στη διαθήκη είναι μεν ψευδή, αλλά ο διαθέτης γνώριζε την αλήθεια, δεν υπάρχει πλάνη στα παραγωγικά αίτια και τα σχετικά γεγονότα δεν έχουν επίδραση στο κύρος της διαθήκης, Αποτέλεσμα της ακυρώσεως είναι κατ' αρχήν η ακύρωση της διάταξης της διαθήκης, στην οποία εμφιλοχωρεί ο σχετικός λόγος ακύρωσης και αφήνει ανέπαφη την υπόλοιπη διαθήκη.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1788 ΑΚ το δικαίωμα για την ακύρωση διάταξης τελευταίας βούλησης παραγράφεται δυο χρόνια μετά τη δημοσίευση της διαθήκης. Η παραγραφή αυτή αναφέρεται αποκλειστικά σε ακυρώσιμη διαθήκη, ενώ η αναγνωριστική της ακυρότητας αγωγή δεν υπόκειται σε καμία παραγραφή και οπωσδήποτε όχι σε μικρότερη από την εικοσαετία.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ που ορίζει ότι η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα της όλης δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι αυτή δεν θα επεχειρείτο χωρίς το άκυρο μέρος και καθιερώνει ερμηνευτικό κανόνα υπέρ της μερικής ακυρότητας κατ' αποδοχή της αρχής του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου utile per inutile, non vitiatur προκύπτει ότι επί ακυρότητας μέρους της δικαιοπραξίας αυτή ισχύει κατά κανόνα κατά το υπόλοιπο μέρος αυτής, εκτός αν κατ' εξαίρεση συνάγεται ότι κατά το χρόνο της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας θέληση του δικαιοπρακτήσαντος θα ήταν αν γνώριζε τη μερική ακυρότητα να μην ισχύει η δικαιοπραξία και κατά το υπόλοιπο μέρος.
Προϋπόθεση της εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι ότι ο δικαοπρακτών αγνοούσε την ακυρότητα του μέρους, διαφορετικά δε θα περιλάμβανε το άκυρο μέρος στην δικαιοπραξία, αν δε παρά ταύτα περιέλαβε τούτο εν γνώσει της ακυρότητας δεν εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη, Από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι στην προβλεπόμενη από αυτήν περίπτωση δεν πρόκειται για την αναζήτηση της πραγματικής βούλησης του δικαιοπρακτούντος γιατί η βούληση αυτή είναι βέβαιον ότι κατευθύνεται εξ' αρχής σε ολόκληρη την δικαιοπραξία, αλλά περί εξακριβώσεως της υποθετικής ή εικαζόμενης βούλησης αυτού, δηλαδή εκείνης που θα είχε αν γνώριζε την ακυρότητα του μέρους.
Έτσι αν υπάρχει ακυρότητα μιας από τις διατάξεις διαθήκης, είναι δυνατόν η μερική αυτή ακυρότητα να επιφέρει την ακυρότητα όλης της διαθήκης κατ' άρθρο 181 ΑΚ, αν συνάγεται ότι ο διαθέτης αγνοούσε τη μερική ακυρότητα και ότι αν τη γνώριζε κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν θα ήθελε να ισχύσει ούτε ως προς το υπόλοιπο έγκυρο μέρος αυτής.
Ο επικαλούμενος την ολική ακυρότητα πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει τη συνδρομή της εξαιρετικής περίπτωσης κατά την οποία συνάγεται ότι η κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης θέληση του διαθέτη αν γνώριζε τη μερική ακυρότητα θα ήταν να μην ισχύσει ούτε κατά το υπόλοιπο μέρος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία ο Άρειος Πάγος εκτιμά κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε στην ένδικη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων αγωγή του τα ακόλουθα: "Στις 22-6-1998 απεβίωσε στο Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας" Αττικής όπου είχε:
εισαχθεί εκτάκτως προς νοσηλεία, η μητέρα μου Μ. συζ. Γ. Γ., κάτοικος εν ζωή Ασπρουλιάνου του Δήμου Γεωργιουπόλεως Χανίων. Η εν λόγω μητέρα μου κατέλιπε κατά τον θάνατο της την υπ' αριθ. 5191 της 16-10-1992 δημόσια διαθήκη της, την οποία συνέταξε η συμβολαιογράφος ...........και η οποία διαθήκη δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. ..........
πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, όπως προκύπτει από την παραπάνω δημοσίευση της έχει επί λέξει ως ακολούθως: "Εγκαθιστώ με τούτη τη διαθήκη μου κληρονόμους μου τα παιδιά μου Γ. Γ. του Γ. και της Μ. και Α. Γ. του Γ. και της Μ. και ορίζω μετά τον θάνατο μου να λάβουν τα παρακάτω ακίνητα μου που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Ασπρουλιάνου της κοινότητας Γεωργιούπολης Αποκορώνου και συγκεκριμένα:
Α) Ο υιός μου Α. θα λάβει στην θέση "Τζούγκαρης" ένα αγρό εκτάσεως είκοσι (20) περίπου στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι ή πλέον ή έλαττον που συνορεύει γύρω με τα κτήματα, βόρεια με συνεχόμενο αγρό του ιδίου Α. Γ. και Μ. Γ., νότια με παλαιά εθνική οδό Χανίων-Ρεθύμνου, δυτικά με κληρονόμους Α. Κ. και ανατολικά με συνεχόμενο αγρό δικό μου, τον οποίο αφήνω με τούτη τη διαθήκη μου στο υιό μου Γ., και ακριβώς όπως χωρίζεται από την πλευρά τούτη με νοητή γραμμή, η οποία αρχίζει από τη νοτιοανατολική γωνία του αγρού που έχει αγοράσει ο υιός, μου Α.
να πάει ευθεία προς νότο μέχρι να συναντήσει την παλαιά εθνική οδό Χανίων-Ρεθύμνου. Β) Ο υιός μου Γ.ς θα λάβει στην ίδια θέση "Τζούγκαρης" ένα αγρό εκτάσεως πενήντα (50) περί που στρεμμάτων ή της εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον, ο οποίος διαχωρίζεται από την νέα εθνική οδό Χανίων Ρεθύμνου σε δύο άνισα τεμάχια που συνορεύουν και τα δύο τεμάχια νότια με παλαιά εθνική οδό Χανίων-Ρέθυμνου, βόρεια με αιγιαλό, δυτικό εν μέρει με τον συνεχόμενο αγρό μου που αναφέρεται παραπάνω, και τον οποίο με τούτη τη διαθήκη μου στο υιό μου Α.
και ακριβώς όπως από την πλευρά τούτη με νοητή γραμμή η οποία αρχίζει από τη νοτιοανατολική γωνία του αγρού που έχει αγοράσει ο υιός μου Α. να πάει ευθεία προς νότο μέχρι να συναντήσει την παλαιά εθνική οδό Χανίων-Ρεθύμνου, και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Γ. Γ., και ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ.
Κ. και εν μέρει με αγροτικό δρόμο ο οποίος αρχίζει από τη νέα εθνική οδό Χανίων-Ρεθύμνου και φθάνει μέχρι τη θάλασσα και ο οποίος ανήκει καθ' ολοκληρίαν στον Γ. Γ. του Μ. και πέραν του αγροτικού δρόμου με ιδιοκτησία Γ. Μ. Γ.. Ανακαλώ δε οποιαδήποτε προγενέστερη διαθήκη μου, οπουδήποτε και αν έχει συνταχθεί και επιθυμώ μετά το θάνατο μου να ισχύσει μόνο παρούσα".
Ανεξαρτήτως της ακυρότητας της ως άνω διαθήκης για άλλους λόγους, αυτή είναι άκυρη με βάση τις ακόλουθες σκέψεις: 1. Όπως προκύπτει από απλή ανάγνωση του περιεχομένου της επίδικης διαθήκης, με αυτήν εγκατασταθήκαμε ως μόνοι κληρονόμοι της μητέρας μας εγώ και ο εναγόμενος αδελφός μου. Στην εγκατάσταση μας μάλιστα αυτή δεν περιλαμβάνεται κάποιος περιορισμός.
Άλλωστε είναι γεγονός ότι η διαθέτιδα μητέρα μας έτρεφε έντονα μητρικά αισθήματα προς αμφότερα τα τέκνα της (εμένα και τον εναγόμενο αδελφό μου) σύμφωνα με τις θεμελιώδες αρχές στις οποίες στηρίζεται παραδοσιακά η Ελληνική οικογένεια και με βάση το γεγονός αυτό θα ήταν αδιανόητο για εκείνη να περιορίσει το κληρονομικό μας δικαίωμα με οποιονδήποτε τρόπο. 2.
Τόσο από το περιεχόμενο της διαθήκης της όσο και οπό τον σκοπό της, που συνίστατο στην κατανομή των περιουσιακών στοιχείων της μητέρας μας μεταξύ εμένα και του εναγόμενου αδελφού μου, καθώς και από το σύνολο των συνθηκών της οικογενειακής μας ζωής, καθίσταται αναμφισβήτητα πρόδηλο ότι η διαθέτιδα μητέρα μας ήθελε να γίνω οπωσδήποτε και εγώ κληρονόμος της.
Εξάλλου, αναμφισβήτητα πρόδηλο καθίσταται πως η μητέρα μου κατά τον χρόνο καταρτίσεως της διαθήκης της πίστευε ότι εγώ πράγματι θα γινόμουν κληρονόμος της, θα αποκτούσα δηλαδή κατά κυριότητα το αναφερόμενο στη διαθήκη ως καταλειπόμενο σε μένα ακίνητο, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της. Εξίσου αναμφισβήτητα πρόδηλο είναι ότι η μητέρα μου δεν θα ήθελε να ισχύει όλη η διαθήκη της, αν λόγω (κάποιας) ακυρότητας εγώ δεν θα γινόμουν κληρονόμος της.
Αφού η διαθέτιδα μητέρα μου ήθελε και τα δύο τέκνα της να καταστούν εκ διαθήκης κληρονόμοι της, δεν θα ήθελε - κατά λογική, πλέον, αναγκαιότητα - να γίνει κληρονόμος της εκ διαθήκης μόνος ο αδελφός μου, όχι όμως εγώ. 3. Το προπεριγραφόμενο εις θέση "Τζούγκαρη" της κτηματικής περιφέρειας του χωριού Ασπρουλιανος του Δήμου Γεωργιουπόλεως ακίνητο των 20 στρεμμάτων που φέρεται ότι καταλείφθηκε σε εμένα από την μητέρα μου με την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη της, δεν ανήκε σ' αυτήν ούτε κατά τον χρόνο του θανάτου της ή τον χρόνο καταρτίσεως της διαθήκης της, ούτε ουδέποτε άλλοτε και με οποιονδήποτε τρόπο.
Συγκεκριμένα η διαθέτιδα μητέρα μου δεν απέκτησε ποτέ το εν λόγω ακίνητο παραγώγως, αφού δεν υφίσταται επ' ονόματι της μεταβιβαστικό συμβόλαιο, νόμιμα μεταγεγραμμένο στο Υποθηκοφυλακείο Βάμου. Επίσης δεν το απέκτησε ούτε πρωτοτύπως καθ' όσον ουδέποτε αυτή εν όσω ζούσε νεμήθηκε το εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίας, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, ή έστω μόνο με διάνοια κυρίας.
Με δεδομένο αυτό και ισχύοντος του κανόνος "ουδείς μετάγει πλέον του ου έχει δικαιώματος", εγώ δεν είναι δυνατόν να καταστώ εκ διαθήκης κληρονόμος της μητέρας μου όπως αυτή αποδεδειγμένα ήθελε. 4. Κατά το άρθρο 181 ΑΚ, "Η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος".
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται: Αφενός μεν ο κανόνας, ότι παρά την ακυρότητα μέρους της η δικαιοπραξία κατά τα λοιπά δεν θίγεται, αλλά ισχύει. Πρόκειται για το γνωστό κανόνα του βυζαντινού - ρωμαϊκού δικαίου "utile per inutile, non vitiatur". Αφετέρου δε η εξαίρεση από τον άνω κανόνα, για την περίπτωση που αποδεικνύεται, ότι ο δικαιοπρακτών δεν θα ήθελε την ισχύ όλης της δικαιοπραξίας, αν γνώριζε την ακυρότητα του μέρους.
Πρόκειται για αναστροφή του παραπάνω κανόνα στον εξαιρετικό κανόνα: "utile per inutile, non vitiatur", την επέκταση της μερικής ακυρότητας σε ολική ακυρότητα της δικαιοπραξίας. Για την επέκταση της μερικής σε ολική ακυρότητα αναζητείται η εικαζόμενη κατά το χρόνο της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας βούληση του δικαιοπρακτούντος, ο οποίος (κατά το χρόνο αυτόν) αγνοούσε την μερική ακυρότητα.
Ερευνάται δηλαδή, εφ' όσον ο δικαιοπρακτών γνώριζε κατά το χρόνο καταρτίσεως της δικαιοπραξίας, ότι ένα μέρος αυτής είναι άκυρο, αν θα προέβαινε παρά ταύτα στην κατάρτιση της δικαιοπραξίας, όπως αυτή εμφανίζεται. Αν συνάγεται από την ίδια τη δικαιοπραξία σε συνδυασμό με το επιδιωκόμενο με αυτήν έννομο αποτέλεσμα και τις συναφείς συνθήκες, ότι ο δικαιοπρακτών δεν θα προέβαινε σε κατάρτιση της δικαιοπραξίας (με το περιεχόμενο που αυτή εμφανίζεται να έχει), η δικαιοπραξία είναι στο σύνολο της άκυρη, η μερική ακυρότητα καθίσταται ολική.
Περαιτέρω αν υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 181 ΑΚ, μόνο επέκταση της μερικής ακυρότητας σε ολική είναι δυνατή όχι όμως και αλλοίωση του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, ώστε αυτό, καθιστάμενο έγκυρο, να ανταποκρίνεται σε ό,τι εικάζεται πως θα ήθελε ο δικαιοπρακτών. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ως προς την δική μου εγκατάσταση, η επίδικη διαθήκη της μητέρας μου είναι άκυρη αφού το καταλειπόμενο με αυτήν σ' εμένα ακίνητο δεν ανήκε στην διαθέτιδα.
Περαιτέρω επειδή η διαθέτιδα μητέρα μου ήθελε εκ διαθήκης κληρονόμοι της να καταστούμε συγχρόνως τόσο εγώ όσο και ο αδελφός μου, είναι πρόδηλο πως, αν η μητέρα μου γνώριζε την ακυρότητα της δικής μου εγκαταστάσεως, δεν θα ήθελε να ισχύει και η εγκατάσταση του αδελφού μου ως εκ διαθήκης κληρονόμου της, δεν θα ήθελε δηλαδή μόνο την εγκατάσταση του αδελφού μου ως εκ διαθήκης κληρονόμου της.
Με άλλα λόγια, η μερική ακυρότητα της διαθήκης της μητέρας μου (ως προς την δική μου εγκατάσταση) καθίσταται, κατά ΑΚ 181, ολική (και ως προς την εγκατάσταση του αδελφού μου). Κατά την κατάρτιση της επίδικης μονομερούς δικαιοπραξίας της (διαθήκης της) η διαθέτιδα μητέρα μου δεν γνώριζε την ακυρότητα αυτής εξ αιτίας του προαναφερόμενου στοιχείου (ότι δηλαδή δεν ήταν κυρία του καταλειπόμενου σ' εμένα ακινήτου) και είναι καταφανές ότι αν την γνώριζε, δεν θα προέβαινε στην εν λόγω κατάρτιση, έτσι ώστε τελικά να με αδικήσει. 6.
Από τα παραπάνω ιστορούμενα προκύπτει ότι εν προκειμένω ευρισκόμεθα προ μιας εξαιρέσεως του κανόνα "utile per inutile, non vitiatur" και σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 181 ΑΧ, όλη η επίδικη διαθήκη της μητέρας μου είναι άκυρη. Εις ενίσχυση των παραπάνω, επάγομαι και τα ακόλουθα: (α) Η εγκατάσταση τόσο εμού όσο και του αδελφού μου είναι εγκατάσταση σε δήλο (ΑΚ 1800). (β) Αυτό σημαίνει, ότι το σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας της μητέρας μου θα πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ εμού και του αδελφού μου κατά την αναλογία (της αξίας) των ρητά καταλειφθέντων δήλων (γ) Λόγω της ανυπαρξίας στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας μου του δήλου, στο οποίο εγώ εγκαταστάθηκα σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το ποσοστό της κληρονομιαίας περιουσίας που αναλογεί σε μένα είναι 0%. (δ) Είναι πρόδηλο και αναμφισβήτητο, ότι η μητέρα μου δεν θα ήθελε να ισχύσει διαθήκη της, στην οποία ουσιαστικά περιέχεται ολοκληρωτική και σε στενή έννοια αποκλήρωσή μου. (ε) Επομένως και από την παραπάνω παραστατικότατα αναφερόμενη παράδοξη κατάσταση, καθίσταται πρόδηλη η εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 181 Α.Κ.
στην υπό κρίση περίπτωση. Αν παρά τα ανωτέρω λεπτομερώς εκτιθέμενα ήθελε γίνει δεκτό ότι η διαθέτιδα μητέρα μου κατά την κατάρτιση της διαθήκης της, αν και γνώριζε την ακυρότητα της δικής μου εγκατάστασης, εν τούτοις αυτή ήθελε να ισχύει η εν λόγω διαθήκη της ως προς την εγκατάσταση του εναγομένου αδελφού μου, και ως εκ τούτου ήθελε προς στιγμήν η επίδικη διαθήκη να θεωρηθεί ισχυρή και έγκυρη - πράγμα που ρητά αρνούμαι - τότε εν όψει του ότι ρε τις διατάξεις της διαθήκης της η μητέρα μου με αποκλήρωσε εν τοις πράγμασι, ασκώ επικουρικά, καθ' ο δικαιούμαι εκ του νόμου, το δικαίωμα μου της νόμιμης μοίρας.
Κατά τα κοινώς γνωστό προκειμένου να συντελεσθεί αποκλήρωση ου κληρονόμου σε στενή έννοια, θα πρέπει να υπάρχει και να αναφέρεται στο κείμενο της διαθήκης του διαθέτη και ποιος από τους λόγους αποκληρώσεως που ρητά προσδιορίζονται στον νόμο, συντρέχει. Κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει, καθ' όσον λόγος αποκληρώσεώς μου δεν περιέχεται σ' αυτήν, ούτε βέβαια υφίσταται.
Επομένως -επικουρικά - και για την απίθανη περίπτωση που η διαθήκη της μητέρας μου ήθελε θεωρηθεί έγκυρη, εγώ με βάση τις περί νομίμου μοίρας διατάξεις του Α.Κ. δικαιούμαι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μου μερίδας, δηλαδή του Α.Κ. της κληρονομίας της μητέρας μου, εξ οιωνδήποτε στοιχείων και ι ν συνίσταται αυτή.
Επειδή έχω έννομο συμφέρον να ζητήσω την αναγνώριση της ακυρότητας της πιο πάνω διαθήκης, καθ' όσον σύμφωνα με τις διατάξεις της, εγώ αποκλείομαι από την μητρική κληρονομία, πράγμα, που ισοδυναμεί με αποκλήρωσή μου, σε κάθε δε περίπτωση θίγεται το δικαίωμα μου της νόμιμης μοίρας." Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε ο ενάγων να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης και επικουρικά να αναγνωρισθεί η εγκατάστασή του ως νομίμου μεριδούχου της θανούσης μητέρας του σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στην κληρονομιαία περιουσία αυτής, Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά η αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, με την οποία ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης δημόσιας διαθήκης λόγω ακυρώσεως διάταξης αυτής, συνιστάμενης σε πλάνη της διαθέτιδος ως προς τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεώς της σε σχέση με το καταληφθέν με αυτήν (διαθήκη) στον ενάγοντα ακίνητο, που δεν ανήκε στην κυριότητά της κατά το χρόνο σύνταξης αυτής, όπως πεπλανημένα πίστευε, η οποία ακυρότητα της διάταξης επέφερε την ακυρότητα του συνόλου αυτής, αφού κατά την υποθετική βούληση της διαθέτιδος αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ότι δηλαδή δεν ήταν κυρία του παραπάνω ακινήτου, δε θα ήθελε να ισχύσει η διαθήκη αυτή και για το υπόλοιπο έγκυρο μέρος, ήταν νόμιμη θεμελιούμενη στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 1784, 140-143, 181 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά και το αίτημα αυτής και δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις οι των άρθρων 1783 και 1788 ΑΚ που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο ακολούθως με την εσφαλμένη αυτή υπαγωγή, κατά παραδοχή της προβληθείσας προς απόκρουση της αγωγής ένστασης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, λόγω παρέλευσης διετίας από τη δημοσίευση της διαθήκης, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή και στη συνέχεια απέρριψε κατά' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που έκρινε ομοίως παρά την ύπαρξη ειδικού λόγου έφεσης, που έβαλε κατά του πρωτοδίκως γενομένου σφάλματος.
Συνεπώς ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν με εσφαλμένη εφαρμογή τους, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες και δια της παραλείψεως εφαρμογής εκείνων που ήταν εφαρμοστέες, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 118/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κρήτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ