Legislator Case Law & Legislation
1350/2012 AI generated

1350/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1350/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1350/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στην οποία εργαζόταν ο ενάγων, (σημ. εδώ αναιρεσίβλητος) αυτός ήλθε σε επαφή με τον εναγόμενο, κατά το μήνα δε Νοέμβριο του έτους 1998 ο ενάγων, ο οποίος ενθουσιάστηκε από τα σεμινάρια αυτά, έδειξε ενδιαφέρον για συμμετοχή στην εν λόγω εταιρεία και ζήτησε από τον εναγόμενο να του παραδώσει το υλικό αυτής, ήτοι το καταστατικό και άλλα έγγραφα, προκειμένου να ενημερωθεί για τον κύκλο των εργασιών της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1350 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1350/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πατεραντωνάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 477/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8083/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 15-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ ελέγχεται το δικαστήριο της ουσίας αν στήριξε την απόφαση του σε μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι μαρτυρικές καταθέσεις που χρησιμοποιήθηκαν προς απόδειξη σύμβασης, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το προβλεπόμενο στο άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ όριο. Η απαγόρευση αυτή αίρεται σε περίπτωση συνδρομής κάποιας από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 394 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, δηλαδή, μεταξύ άλλων, α) ..., β) αν υπήρχε ηθική αδυναμία κτήσεως έγγραφης απόδειξης, γ) ... Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση μιας από τις ως άνω εξαιρέσεις, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικού ζητήματος, δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 487/1982, ΑΠ 1616/2008, 1402/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα (κατά λέξη) "... Ο εναγόμενος (σημ εδώ αναιρεσείων) είναι κύριος του 80% των εταιρικών μεριδίων της ΕΠΕ "GROUP DYNAMIC SELECTIONS ..." Ειδικότερα διαθέτει στην κυριότητα, νομή και κατοχή του τα 240 από τα συνολικά 300 εταιρικά μερίδια της άνω εταιρείας ... (η οποία) οργανώνει επιμορφωτικά σεμινάρια, στο πλαίσιο δε τέτοιου σεμιναρίου μάρκετινγκ που έκανε περί τα μέσα του 1998 προς την εταιρεία ...

στην οποία εργαζόταν ο ενάγων, (σημ. εδώ αναιρεσίβλητος) αυτός ήλθε σε επαφή με τον εναγόμενο, κατά το μήνα δε Νοέμβριο του έτους 1998 ο ενάγων, ο οποίος ενθουσιάστηκε από τα σεμινάρια αυτά, έδειξε ενδιαφέρον για συμμετοχή στην εν λόγω εταιρεία και ζήτησε από τον εναγόμενο να του παραδώσει το υλικό αυτής, ήτοι το καταστατικό και άλλα έγγραφα, προκειμένου να ενημερωθεί για τον κύκλο των εργασιών της.

Πράγματι ο εναγόμενος του παρέδωσε τα εν λόγω έγγραφα, ενώ παράλληλα ήρθε σε συνεννόηση με τους λοιπούς μετόχους της εταιρείας για την περίπτωση συμμετοχής του ενάγοντα σ' αυτήν. Κατόπιν τούτου εναγόμενος ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι θα μπορούσε να αγοράσει απ' αυτόν το 10% των εταιρικών μεριδίων της άνω εταιρίας, αντί του συνολικού τιμήματος των 15.000.000 δραχμών, προς το σκοπό δε αυτό ο ενάγων, συνεπικουρούμενος από τον εναγόμενο, πούλησε στις 18-12-1998 το 50% ενός ταξί που του ανήκε αντί του συνολικού τιμήματος των 14.300.000 δρχ.

Έκτοτε και μέχρι τις 23-12-1998 ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο, το συνολικό ποσό των 9.000.000 δρχ., το δε υπόλοιπο ποσό των 6.000.000 δρχ., θα καταβάλλονταν στον εναγόμενο ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων και την υπογραφή του σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου. Για την είσπραξη των ως άνω τμηματικών καταβολών ο εναγόμενος δεν έδινε σχετικές αποδείξεις στον ενάγοντα, παρόλο που αυτός τις ζητούσε, επικαλούμενος την εμπιστοσύνη που έπρεπε να υπήρχε μεταξύ τους, ενόψει του ότι σύντομα θα ήταν εταίροι της ως άνω εταιρείας και διαβεβαιώνοντας τον ότι στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη που θα καταρτιζόταν συντόμως θα αναγραφόταν οι ως άνω καταβολές, με αποτέλεσμα ο ενάγων να περιέλθει σε ηθική αδυναμία κτήσης εγγράφων αποδείξεων καταβολής.

Η μεταβίβαση όμως των ως άνω εταιρικών μεριδίων δεν επακολούθησε, στις διαρκείς δε οχλήσεις του ενάγοντος ο εναγόμενος επικαλούνταν διάφορες προφάσεις. Έτσι ο ενάγων με την από 28-2-2000 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση -δήλωση, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 6-3-2000 και την παρέλαβε ο ίδιος ... ζήτησε να του επιστρέψει αυτός, εντός προθεσμίας πέντε εργασίμων ημερών, το ποσό των 9.000.000 δρχ., που του είχε καταβάλλει, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν είχε πλέον κανένα συμφέρον προς εκπλήρωση της παροχής του εναγομένου.

Στην ως άνω εξώδικη δήλωση ουδόλως απήντησε ο εναγόμενος, κατόπιν δε αυτού ο ενάγων άσκησε κατά του εναγομένου.. την από 14-9-2000 ... αίτηση με την οποία ζητούσε τη συντηρητική κατάσχεση μέχρι του ποσού των 14.000.000 δρχ., πάσης κινητής και ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εις χείρας του ή εις χείρας τρίτου και κυρίως των 240 εταιρικών μεριδίων που ανήκουν σ' αυτόν, εις χείρας της ΕΠΕ ...

επ' αυτής δε εκδόθηκε η 11453/2000 απόφαση του Δ/ρίου με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση πάσης κινητής ή ακινήτου περιουσίας του ... εναγομένου ... μέχρι του ποσού των 12.000.000 δραχμών για την εξασφάλιση της (ως άνω) απαίτησης του ... ενάγοντος. Στη συνέχεια ... κατασχέθηκαν συντηρητικώς όλα τα εταιρικά μερίδια του εναγομένου στην άνω εταιρεία ...

Μετά τα παραπάνω, η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στα πλαίσια της άνω συμφωνίας κατέβαλε στον εναγόμενο το ... ποσό των 9.000.000 δρχ., και για το λόγο αυτό απέρριψε την αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει οι σχετικοί λόγοι της έφεσης να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι ...".

Με το να λάβει υπόψη μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκη βεβαίωση (και συνακόλουθα, τις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων προσκομισθείσες έγγραφες αποδείξεις του αναιρεσίβλητου), το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψη ανεπίτρεπτων κατά νόμο αποδεικτικών μέσων. Και τούτο, διότι, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αφορώσα εκτίμηση πραγμάτων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής ηθικής αδυναμίας προς απόκτηση εγγράφου στην συγκεκριμένη περίπτωση, (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 487/1982, ΑΠ 1004/05,1402/2008, 1616/2008). Επομένως, οι περί του αντιθέτου, (εκ του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους) πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, και τέταρτος, κατά το τελευταίο σκέλος του, είναι αβάσιμοι.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των έγγραφων ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι "προς αντίκρουση της έφεσης" του ήδη αναιρεσίβλητου προσκόμισε μεταξύ άλλων επικυρωμένο αντίγραφο της από 24-4-2001 μηνύσεως του κατά του αντιδίκου του για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημίσεως "την οποία ανεκάλεσε κατόπιν θερμής παράκλησης του πατέρα του εκκαλούντος". Η επίκληση και προσαγωγή του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, δεν εμπίπτει , με βάση τα προεκτεθέντα στην, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., έννοια των "πραγμάτων", και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον 3ο λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα.

Ο από το άρθρο 559 αρ.11γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το Νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το 2ο λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, την άνω από 24-4-2001 μήνυση του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, η οποία αν ελαμβάνετο υπόψη, θα οδηγούσε, κατά τον ισχυρισμό του, στην αβασιμότητα κατ' ουσία της ένδικης αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη (και) "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν ..., στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τη φερόμενη ως αγνοηθείσα μήνυση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Λόγος αναίρεσης για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984, 30/1997, 28/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, υπό τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την καταβολή εκ μέρους του ήδη αναιρεσίβλητου στον ήδη αναιρεσείοντα του συνολικού ποσού των 9.000.000 δραχμών, για την προεκτεθείσα αιτία και την ερειδόμενη στην παραδοχή αυτή βασιμότητα της ένδικης αγωγής. Έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου των διατάξεων των άρθρων 197, 198, 297, 298 και 361 ΑΚ, τις οποίες -και μόνον- εφήρμοσε το Εφετείο και τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του λόγο του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμα. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 22-2-2009 αίτηση του Δ. Λ. του Κ. για αναίρεση της 8083/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

- Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ