Legislator Case Law & Legislation
1350/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim due to insufficient evidence of asset transfer.

Case Number 1350/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final decision rejecting her claim for unjust enrichment. The appellant argued that the defendant's out-of-court declaration implied a transfer of assets constituting unjust enrichment, but the court found no factual basis for this assertion. Consequently, the court ruled that the lower court correctly evaluated the evidence and the appeal was legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 904 et seq. of the Civil Code; The Supreme Court held that an out-of-court declaration by a third party does not establish unjust enrichment absent proof of actual asset transfer to the claimant.

Keywords

AI generated
unjust enrichment asset transfer out-of-court declaration insufficient evidence civil appeal factual assessment legal sufficiency

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 904 et seq. of the Civil Code
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1350 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1350/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Η. Δ. Π. συζύγου Ν. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τζιομάκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Μαΐου 2002 αγωγή τής ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5175/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5366/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5366/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 15.1.2004 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 5175/2003 οριστικής απόφασης του ΠολΠρωτΑθηνών, που είχε απορρίψει την από 10.5.2002 αγωγή της με κύριο αίτημα να καταδικασθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη σε δήλωση βούλησης αναφορικά με την έκδοση των εκεί αναφερόμενων ασφαλιστήριων συμβολαίων, διαφορετικά να υποχρεωθεί η αντίδικός της να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 83.639,03 ευρώ, κατά το οποίο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007).

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ως αόριστη η κύρια βάση της ένδικης αγωγής και απορρίφθηκε έτσι ο αντίστοιχος πρώτος λόγος της από 15.1.2004 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 5175/2003 οριστικής απόφασης του ΠολΠρΑθηνών, που είχε επίσης απορρίψει ως αόριστη την ίδια αγωγική βάση και το συνακόλουθο αίτημά της για καταδίκη της αναιρεσίβλητης σε δήλωση βούλησης.

Στην κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει, κατέληξε με βάση τις ακόλουθες παραδοχές: "Η εκκαλούσα-ενάγουσα (αναιρεσείουσα) με την από 10.5.2002 αγωγή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ζήτησε κυρίως μεν την καταδίκη της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας (αναιρεσίβλητης) σε δήλωση βουλήσεως, ώστε να εκδώσει τα αναφερόμενα σ' αυτή ασφαλιστήρια συμβόλαια, για την έκδοση των οποίων υπέβαλε τις σχετικές αιτήσεις και κατέβαλε τα ασφάλιστρα, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού για αιτία που δεν επακολούθησε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό καταβληθέν σ' αυτή ποσό των 83.639,03 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση που την απέρριψε ως αόριστη κατά την κύρια βάση της και ως ουσία αβάσιμη κατά την επικουρική ... Ειδικότερα η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της ότι με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία είχε συνάψει από πολλών ετών αυτή και η οικογένειά της σωρεία ασφαλιστικών συμβάσεων, κυρίως μέσω του υποκαταστήματος ...

και με τη διαμεσολάβηση του ασφαλιστικού συμβούλου της Δ. Π.. Ότι αυτός, τον Δεκέμβριο του έτους 2000, της συνέστησε να συνάψει νέες συμβάσεις για ασφάλιση εθνικής σύνταξης και για επενδυτικό ομόλογο της εναγομένης, για το σκοπό δε αυτό υπέγραψε σχετικές αιτήσεις ασφάλισης και κατέβαλε στον ως άνω διαμεσολαβητή ασφαλιστικό σύμβουλο τα ποσά των 21.000.000 και 7.000.000 δραχμών αντίστοιχα, κατόπιν και της διαβεβαίωσής του ότι θα εκδοθούν τα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια.

Όμως με αυτό το περιεχόμενο και το παραπάνω αίτημα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά το κύριο αίτημά της για καταδίκη της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως, αφού από τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν προκύπτει πόθεν απορρέει υποχρέωση αυτής να προβεί στην αξιούμενη δήλωση. Συγκεκριμένα δεν εκτίθεται αν υπήρξε αποδοχή της πρότασης για σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως και αν η ρητή αυτή αποδοχή περιήλθε στην προτείνασα, όπως απαιτείται κατ' άρθρ. 198 ΑΚ, ώστε να συντελεσθεί η σύμβαση (άρθρ. 192 ΑΚ).

Δεν εκτίθεται επίσης αν ο εν λόγω ασφαλιστικός σύμβουλος είχε (και με ποιο τρόπο απέκτησε) εξουσία εκπροσώπησης της εναγομένης, δεδομένου ότι τέτοια εξουσία (καθώς και δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστήριων συμβολαίων) δεν του παρέχουν οι σχετικές διατάξεις του άρθρ. 16 του ν. 1569/1985, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 36 του ν. 2496/1997.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με επιλεκτική αναφορά σε ένα απόσπασμα εξώδικης δήλωσης της εναγομένης, δήλωση μάλιστα που ανασκευάσθηκε ριζικά με μεταγενέστερη". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται, μεταξύ άλλων, την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι με το να κρίνει η απόφαση αυτή ως αόριστη την ένδικη αγωγή της κατά την κύρια βάση της και να απορρίψει επομένως τον αντίστοιχο πρώτο λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει με τον ίδιο τρόπο, έσφαλε, παραβιάζοντας "σαφείς διατάξεις ουσιαστικού δικαίου".

Έτσι διατυπωμένος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το αντίστοιχο μέρος του, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει, όπως θα έπρεπε, με αναφορά σε συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, το σφάλμα της εφετειακής απόφασης σε σχέση με την αξιολόγηση της ένδικης αγωγής της ως αόριστης, εκθέτοντας γιατί κατά την άποψή της οι επισημαινόμενες με την προσβαλλόμενη απόφαση ελλείψεις της αγωγής της δεν ήταν κρίσιμες και δεν αφορούσαν σε στοιχεία αναγκαία κατά το νόμο για τη θεμελίωση με πληρότητα της κύριας βάσης της και του συνακόλουθου αιτήματός της (ΟλΑΠ 32/1996, ΕλλΔνη 1997.33).

Κατά τα λοιπά με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με την αυτή κύρια βάση της αγωγής πλημμέλειες από τους αριθμούς 12 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι αν και από την από 30.5.2001 εξώδικη απάντηση-δήλωση της αναιρεσίβλητης προς αυτή παράγεται πλήρης απόδειξη και ομολογία ως προς την αποδοχή από την αντίδικό της των αιτήσεών της για σύναψη μεταξύ τους νέων ασφαλιστικών συμβάσεων παροχής εθνικής σύνταξης και επενδυτικού ομολόγου, ωστόσο η προσβαλλόμενη απόφαση αγνόησε το ως άνω αποδεικτικό στοιχείο, παραβιάζοντας τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική του δύναμη (άρθρ.445-447 ΚΠολΔ) και αντιφατικά προς τις διατάξεις των άρθρ. 189 και 192 ΑΚ δέχθηκε ότι δεν προκύπτει δήθεν κατάρτιση των κρίσιμων ασφαλιστικών συμβάσεων με αποδοχή της σχετικής πρότασής της (αιτήσεών της) από την αντίδικό της, μολονότι με την ως άνω από 30.5.2001 εξώδικη απάντηση-δήλωσή της η τελευταία υποσχέθηκε ότι θα προβεί στην έκδοση των αντίστοιχων ασφαλιστήριων συμβολαίων.

Εξ άλλου με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β και 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ σε σχέση και πάλι με την κύρια αγωγική βάση και συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθ. 9507/2005 και 9508/2005 προηγούμενες αποφάσεις του μεταξύ αυτής και της αντιδίκου της, τις οποίες η ίδια η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέσθηκε προς απόδειξη του κρίσιμου ισχυρισμού της ότι ο ασφαλιστικός σύμβουλος της αντιδίκου της Δ.

Π. ήταν δεκτικός καταβολής αντ' αυτής (άρθρ. 417§1 ΑΚ) και έτσι, παραβλέποντας ουσιαστικά τον εν λόγω ισχυρισμό της, κατέληξε εσφαλμένα στο συμπέρασμα ότι τα ποσά που κατέβαλε σ' αυτόν για τη σύναψη με την αντίδικό της νέων ασφαλιστικών συμβάσεων παροχής εθνικής σύνταξης και επενδυτικού ομολόγου δεν αποτέλεσαν τελικά καταβολές προς την αντίδικό της.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος του και εν όλω ο δεύτερος λόγος της αίτησης αυτής, με τους οποίους αποδίδονται στην εφετειακή απόφαση οι παραπάνω πλημμέλειες σε σχέση με την κύρια αγωγική βάση στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού οι παραπάνω πλημμέλειες προϋποθέτουν την κατ' ουσίαν έρευνα της κύριας αγωγικής βάσης, η οποία όμως απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ως αόριστη. 3.Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β, 12 (και όχι 10, όπως εσφαλμένα αναγράφεται), 11γ και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ σε σχέση με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και συγκεκριμένα με το λόγο αυτό, σε συνδυασμό και με τα όσα διαλαμβάνονται στον παραπάνω δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση, ότι μολονότι η υπόσχεση της αναιρεσίβλητης, που δόθηκε με την από 30.5.2001 εξώδικη προς αυτή απάντηση-δήλωση της αντιδίκου της, ότι θα εκδώσει τα αναγκαία ασφαλιστήρια συμβόλαια για τη σύναψη μεταξύ τους νέων ασφαλιστικών συμβάσεων παροχής εθνικής σύνταξης και επενδυτικού ομολόγου, αποτελεί πλήρη απόδειξη και ομολογία της αντιδίκου της ότι εισέπραξε τελικά τα ως άνω ποσά που της κατέβαλε μέσω του ασφαλιστικού συμβούλου της Δ.

Π., ωστόσο το Εφετείο με αιτιολογία αντιφατική ως προς την αποδεικτική δύναμη του παραπάνω αποδεικτικού στοιχείου, την οποία αγνόησε, κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω ποσά, που κατέβαλε στον ως άνω ασφαλιστικό σύμβουλο της αντιδίκου της, αποδόθηκαν τελικώς απ' αυτόν στην αντίδικό της, ώστε να υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός της τελευταίας σε βάρος της, που προϋποθέτει βέβαια την ανυπαρξία μεταξύ των διαδίκων ανάλογης συμβατικής δέσμευσής τους.

Σχετικά το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά αυτής, τις περιεχόμενες στις προσκομιζόμενες από την εναγομένη 2151 και 2152/4.2.2003 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών καταθέσεις των μαρτύρων της ..., καθώς και από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Μετά από προτροπή του ασφαλιστικού συμβούλου της εναγομένης Δ. Π. η ενάγουσα, στις 23.2.2001, υπέγραψε σχετικές αιτήσεις επί εντύπων που έφεραν την επωνυμία της εναγομένης για σύναψη σύμβασης ασφάλισης εθνικής σύνταξης και σύμβασης για επενδυτικό ομόλογο, αντίστοιχα. Ταυτόχρονα κατέβαλε στο εν λόγω πρόσωπο τα ποσά των 21.000.000 δραχμών (61.628,76 ευρώ) και των 7.500.000 δραχμών (22.010,17 ευρώ), αντίστοιχα, με τη διαβεβαίωσή του ότι θα εκδοθούν από την εναγομένη και θα παραδοθούν στην ενάγουσα τα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια.

Δεν αποδείχθηκε όμως από κανένα στοιχείο ότι ο ως άνω ασφαλιστικός σύμβουλος κατέθεσε όντως στην εναγομένη τις αιτήσεις αυτές και τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε, ώστε αυτή να προβεί σε έκδοση των σχετικών ασφαλιστήριων συμβολαίων. Επί της σχετικής από 15.5.2001 εξωδίκου διαμαρτυρίας της ενάγουσας προς αυτήν, η εναγομένη εξ αρχής αρνήθηκε την κατάθεση των σχετικών αιτήσεων, ανεξάρτητα αν για λόγους ίσως πολιτικής και εν όψει προγενέστερων μεταξύ τους ασφαλιστικών συμβάσεων υποσχέθηκε αρχικά προς την ενάγουσα διευθέτηση του θέματος στα πλαίσια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (βλ.

την από 30.5.2001 εξώδικη απάντηση). Προηγουμένως και εν όψει σειράς καταγγελιών που έγιναν σε βάρος του, η ενάγουσα με την από 28.5.2001 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε τη σύμβαση έργου ασφαλιστικού συμβούλου που είχε με το Δ. Π.. Σημειώνεται μάλιστα ότι σύμφωνα με ρητό όρο της από 12.3.1998 σχετικής σύμβασης (άρθρ. 2 περ.

ε') ο εν λόγω σύμβουλος δεν είχε δικαίωμα είσπραξης ασφαλίστρων, όρος που δεν καταργείται βέβαια από οποιαδήποτε αντίθετη πρακτική μεταξύ της ενάγουσας και αυτού. Κανένα αποδεικτικό στοιχείο λοιπόν δεν προσκομίζεται περί της κατάθεσης των εισπραχθέντων από τον Δ. Π. χρηματικών ποσών στην εναγόμενη εταιρεία και ούτε και ο μάρτυρας της ενάγουσας κατέθεσε σαφώς περί αυτού.

Αποδείχθηκε μάλιστα ότι τόσο για την υπό κρίση υπόθεση όσο και για σωρεία άλλων οικονομικών εγκλημάτων η εναγομένη έχει υποβάλει τις από 20.11.2001 και 29.5.2002 μηνύσεις της εναντίον του Δ. Π. και άλλων προσώπων. Αφού λοιπόν δεν υπήρξε περιουσιακή μετακίνηση προς την εναγομένη, δεν υπήρξε και πλουτισμός αυτής και η αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε στο σύνολό της την από 15.1.2004 έφεση της αναιρεσείουσας, δηλαδή και κατά τον τρίτο λόγο της, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης για την απόρριψη απ' αυτή της επικουρικής βάσης της αγωγής της ως ουσιαστικά αβάσιμης, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού λαμβάνοντας υπόψη του και αξιολογώντας όλα τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα από τις διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως ρητά διαβεβαιώνεται στην απόφασή του και προκύπτει και από το όλο περιεχόμενό της, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιασμούς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρ.904 επ.

ΑΚ), στις οποίες στηρίχθηκε, κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από ελεύθερη κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η από 30.5.2001 εξώδικη απάντηση-δήλωση της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα. Ειδικότερα το Εφετείο ορθά εκτίμησε ελεύθερα και το περιεχόμενο της εξώδικης αυτής απάντησης-δήλωσης, αφού το αντίθετο δεν προκύπτει από τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις των άρθρ. 345-347 ΚΠολΔ.

Η άρνηση συνεπώς του Εφετείου να δεχθεί ότι από την εξώδικη αυτή απάντηση-δήλωση συνάγεται η ύπαρξη πλουτισμού της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, με την έννοια ότι ο Δ. Π. απέδωσε στην αναιρεσίβλητη όσα προηγουμένως κατέβαλε σ' αυτόν η αναιρεσείουσα ή γενικότερα ότι οι καταβολές της αναιρεσείουσας προς το Δ.

Π. αποτελούν καταβολές προς την ίδια την αναιρεσίβλητη για αιτία που δεν επακολούθησε, συνιστά ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης, η οποία ασφαλώς και δεν αντιφάσκει προς την υπόσχεση της αναιρεσίβλητης, που κατά την αναιρεσείουσα περιέχεται στην ίδια εξώδικη απάντηση-δήλωση της αντιδίκου της, ότι δηλαδή θα προβεί αυτή στην έκδοση των αναγκαίων συμβολαίων για τη σύναψη μεταξύ τους νέων ασφαλιστικών συμβάσεων παροχής εθνικής σύνταξης και επενδυτικού ομολόγου.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.6.2008 αίτηση της Η. Π., συζύγου Ν. Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5366/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Αυγούστου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ