Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and inadmissibility of new defenses in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The appellant argued for the admissibility of a new defense regarding the suspension of property rights, which had not been properly raised in the lower court. The court ruled that this defense was inadmissible because it was not formally proposed during the proceedings and did not meet statutory requirements for new arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 559 no. 14, 559 no. 19, 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; A new defense regarding the suspension of property rights is inadmissible if not properly proposed in the lower court proceedings or falls outside the exceptions for new arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1350 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1350/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελ-λόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γαβριήλ Ντούγια.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ συζ. Ζ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 337/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-3-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 15-9-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Από τις ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και της από 10-9-2009 κλήσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης αυτής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην απολειπόμενη αναιρεσίβλητη. Επομένως παρά την απουσία της η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει.
II. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, όταν, η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και η εξ αυτής δημιουργηθείσα κατάσταση, δεν δικαιολογεί και καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ιδίως εφόσον εκ τούτων δημιουργήθηκε εύλογα στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση επιφέρει σ' αυτόν επαχθείς συνέπειες, δημιουργώντας του εύλογα αίσθημα αδικίας (Ολ ΑΠ 17/1995). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 3/1997).
Συνεπώς δεν είναι πράγματα με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Περαιτέρω, επί ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος, κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό με την έννοια της λέξεως πράγμα, και για τη θεμελίωση αυτή της ενστάσεως λαμβάνεται υπόψη, προκειμένης μεταβιβάσεως του ακινήτου, και η συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου του αποκτώντος, η δε παράλειψη της έρευνας των περιστατικών αυτών θεμελιώνει τον λόγο αυτόν αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα περιστατικά της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που ο αναιρεσείων είχε προτείνει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ήτοι των από 8-4-2005 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και του από 10-12-2005 δικογράφου έφεσης του αναιρεσείοντος τα περιστατικά που πρόβαλλε ο αναιρεσείων προς αντίκρουση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής για τη στοιχειοθέτηση ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ είναι τα εξής: "Μετά τον θάνατο του πατέρα μας Δ κατά το έτος 1950 και εφόσον η μεγαλύτερη αδελφή μας Λ είχε παντρευτεί, πριν από τον θάνατο του πατέρα μας, κατά το έτος 1946, εγώ σε ηλικία 19 περίπου ετών αναγκάστηκα να γίνω ο αρχηγός της οικογενείας μας και ασχολούμενος με αγροτικές κυρίως εργασίες συντηρούσα την μητέρα μας Τ αλλά και την αντίδικο - μικρότερη αδελφή μου Ψ.
Κατά το έτος 1959 και πριν από τον γάμο της αδελφής μου, ο σύζυγός της Ζ ζήτησε επιτακτικά προίκα, αποτελούμενη τόσο από κινητή όσο και από ακίνητη περιουσία, σε περίπτωση δε που δεν ικανοποιείτο, απειλούσε ότι θα ματαιώσει τον γάμο με την αδελφή μου. Έτσι εγώ και η μητέρα μας Τ - και ύστερα από την αφόρητη πίεση της αδελφής μου που φοβόταν την ματαίωση του γάμου της και απειλούσε ότι θα αυτοκτονήσει - προβήκαμε με την αντίδικο σε μία άτυπη συμφωνία και διανομή - ανταλλαγή της περιουσίας μας και έτσι πριν από τον γάμο της η αντίδικος έλαβε σε πλήρη και ολοσχερή ικανοποίησή της και με ταυτόχρονη δήλωση παραίτησής της από την πατρική περιουσία αλλά και από το εξ' αδιαίρετου μερίδιό της στα επίδικα κληροτεμάχια:
Α) Πέραν του απαραίτητου ρουχισμού και διαφόρων οικιακών σκευών, που εκείνη την εποχή κόστιζαν μία περιουσία και για την εξόφληση της αξίας τους η οικογένεια είχε χρεωθεί ένα σημαντικό ποσό, η αντίδικος έλαβε από εμένα προσωπικά το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών, Β) Ένα αγροτεμάχιο (σήμερα οικόπεδο), από την πατρική περιουσία, εκτάσεως τριών (3) περίπου στρεμμάτων, ευρισκόμενο στην θέση ...
της κτηματικής περιφέρειας ... και Γ) ένα κληροτεμάχιο της ιδιοκτησίας μου, και συγκεκριμένα τον υπ' αριθμ. τεμαχίου 205 αγρό ξηρικό, εκτάσεως 1.250 τ.μ., ο οποίος σήμερα είναι οικόπεδο, εντός σχεδίου πόλεως ... και σε απόσταση 50 περίπου μέτρων από την παραλία της ..., ακίνητα τα οποία έκτοτε και μέχρι σήμερα έχει στην νομή και κατοχή της η αντίδικος και τα εκμεταλλεύεται μέχρι σήμερα.
Από εκείνη την εποχή λοιπόν μέχρι και σήμερα, ήτοι για σαράντα πέντε (45) και πλέον χρόνια, η αντίδικος ουδέποτε έχει ασκήσει οποιαδήποτε διακατοχική πράξη στα επίδικα, τα οποία εγώ περιποιούμαι και εκμεταλλεύομαι και συγκεκριμένα: Όσον αφορά το ακίνητο στην θέση ...των 15.563 τ.μ., το καλλιεργούσα από το 1957 και μετά, φύτευα βρώμη, σιτάρι και τριφύλλι, το περιποιούμουν και το είχα συνεχώς περιφραγμένο, παλιότερα με παλιούρια και κλαδιά και αργότερα με σύρμα και σιδηροπασσάλους.
Κατά το έτος 1971, χρησιμοποιώντας οδηγό με σκαπτικό μηχάνημα δημιούργησα περιμετρική αποστράγγιση το χωραφιού για να μην πλημμυρίζει κατά την διάρκεια του χειμώνα και καταστρέφονται τα δημητριακά. Κατά τα τελευταία δέκα πέντε (15) χρόνια περίπου, που η ηλικία μου δεν μου επιτρέπει την αυτοπρόσωπη ενασχόλησή μου με την περιποίηση του ως άνω χωραφιού, το νοικιάζω σε διάφορους βοσκούς και συγκεκριμένα παλαιότερα στους κ.κ. ...
και ..., σήμερα δε η έκταση των 15.563 τ. μ. είναι νοικιασμένη στον κ. ..., βοσκοί οι οποίοι νοίκιαζαν το χωράφι για να το χρησιμοποιήσουν για την βοσκή των αιγο- προβάτων τους.
Όσον αφορά τον ελαιώνα στην θέση ... των 2.812 τ.μ., όλα τα ως άνω χρόνια ασχολούμαι συστηματικά με τον καθαρισμό και την περιποίηση των 16 ελαιοδένδρων, την συλλογή του καρπού τους και τον καθαρισμό του από τα άγρια χόρτα. Ακόμα, λόγω του επικλινούς εδάφους της περιοχής στις αρχές της δεκαετίας του 1970, χρησιμοποιώντας ειδικό προς τούτο μηχάνημα, προέβην στην κατασκευή δύο αναβαθμίδων στο επίδικο.
Όλες αυτές τις αξιοποιήσεις τις γνώριζε και τις έβλεπε η αντίδικος - αδελφή μου, η οποία άλλωστε είναι και αυτή όλα αυτά τα χρόνια κάτοικος ..., και ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε αξίωσε κάποιο δικαίωμα. Αν και η αντίδικος - αδελφή μου με έβλεπε συνεχώς από το 1957 μέχρι και σήμερα να ασκώ διακατοχικές πράξεις στα επίδικα με διάνοια κυρίου, ουδέποτε προέβαλλε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή εναντίωση γι' αυτές τις πράξεις.
Με δεδομένες μάλιστα τις ως άνω, διαταρακτικές της συννομής της αρχικά και αργότερα της συγκυριότητάς της, πράξεις διακατοχής από πλευράς μου, αδράνησε να ασκήσει τις προστατευτικές της συννομής και συγκυριότητάς της εξουσίες, καίτοι ήταν απόλυτα ενήμερη των ενεργειών μου. Υπό αυτές τις συνθήκες όμως δημιουργήθηκε σε μένα δικαιολογημένα η πεποίθηση ότι ποτέ η αντίδικος - αδελφή μου δεν θα ασκούσε κατ' εμού το δικαίωμα συγκυριότητας επί των επιδίκων, ώστε η με την κρινόμενη αγωγή άσκηση αυτού του δικαιώματος να μου προκαλεί σίγουρα τουλάχιστον δυσμενείς για τα συμφέροντά μου επιπτώσεις και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού σκοπού του εν λόγω δικαιώματος.
Επομένως, η αγωγή της αντιδίκου θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της". Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Το έτος 1959, κατά το οποίο η ενάγουσα παντρεύτηκε, έλαβε ως προίκα ένα αγρό, εκτάσεως τριών περίπου στρεμμάτων, στη θέση ... ή ... της ίδιας πιο πάνω κτηματικής περιφέρειας, που ανήκε στην αδιανέμητη πατρική περιουσία (δηλαδή, του Δ, που πέθανε το 1950) και το οποίο της παραχώρησαν άτυπα οι κληρονόμοι, κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, καθένας τους (δηλαδή, η μητέρα και τα τέκνα της).
Επιπλέον, η ίδια έλαβε από τον εναγόμενο αδελφό της, ένα κληροτεμάχιο, που βρίσκεται στην ίδια περιοχή, εκτάσεως 1250 τ.μ., (με αριθμό 205), το οποίο ανήκε στη νομή του εναγόμενου αδελφού της και το οποίο της παραχώρησε άτυπα για τον ίδιο σκοπό (προίκα). Τέλος, δε έλαβε από τον ίδιο και ποσό 10.000 δρχ. Ισχυρίζεται, λοιπόν, ο εναγόμενος, ότι ενόψει των πιο πάνω παροχών προς την ενάγουσα έλαβε χώρα άτυπη διανομή της περιουσίας, ότι η τελευταία παραιτήθηκε των κληρονομικών της δικαιωμάτων και συνεπώς, δεν της ανήκουν τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στα προαναφερόμενα παραχωρητήρια.
Κάτι τέτοιο, όμως, δεν αποδείχθηκε, όπως δέχονται σχετικά και οι προγενέστερες αποφάσεις, που προαναφέρθηκαν, σε σχέση με την αντιδικία που ανέκυψε κατ' αρχήν, μεταξύ του εναγομένου και της μεγαλύτερης αδελφής του Λ (η οποία σημειωτέον είχε παντρευτεί το 1946, χωρίς να λάβει προίκα από τον πατέρα της). Εξάλλου, οι επικαλούμενες από τον εναγόμενο συμφωνίες για παραίτηση της ενάγουσας από τα κληρονομικά της δικαιώματα θα έπρεπε να καταχωρηθούν σε συμβολαιογραφικό έγγραφο, καθώς και οι σε εκτέλεση των εν λόγω συμφωνιών αντίστοιχες μεταβιβαστικές συμβάσεις που αφορούσαν τα επίδικα ακίνητα και τέλος, να υποβληθούν σε μεταγραφή τα σχετικά συμβόλαια, ώστε να παράγουν έννομα αποτελέσματα.
Για τον λόγο αυτό, εξάλλου και δεν προβάλλει σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας, όσον αφορά το πρώτο κληροτεμάχιο (15.563 τ.μ.). Αλλά και ως προς το δεύτερο κληροτεμάχιο (2.812 τ.μ.), ως προς το οποίο ο εναγόμενος προβάλλει ένσταση ιδίας κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) δεν προέκυψαν περιστατικά τέτοια που να δικαιολογούν την ευδοκίμηση του σχετικού ισχυρισμού.
Και τούτο γιατί, ο τελευταίος, περί το έτος 1960, μετανάστευσε στη ..., όπου και παρέμεινε εργαζόμενος μέχρι το έτος 1975, οπότε και επέστρεψε στην πατρίδα του, εγκατασταθείς μόνιμα στην .... Κατά το διάστημα της παραμονής του στο εξωτερικό έστελνε τακτικά χρήματα στη μητέρα του για τη συντήρησή της, ενώ ερχόταν, επίσης, τακτικά στην Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, όμως, στη ..., την εκμετάλλευση των επιδίκων δύο ακινήτων, όσο και των ελαιοδέντρων και λοιπών οπωροφόρων δέντρων, που υπήρχαν στο δεύτερο ακίνητο, είχε αναλάβει η ενάγουσα αδελφή του και η μητέρα του (βοηθούμενες και από τον σύζυγο της πρώτης), ασκώντας τις σχετικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου.
Για το λόγο αυτό και εκδόθηκε στη συνέχεια, το 1981 στο όνομα της ενάγουσας και της μητέρας της, κατ' ισομοιρίαν, το σχετικό παραχωρητήριο, που αφορούσε το πιο πάνω ακίνητο, χωρίς ν' αντιδράσει ο εναγόμενος. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το 1990, οπότε ο εναγόμενος κατέλαβε τα επίδικα ακίνητα, θεωρώντας εαυτόν φυσικό και μοναδικό κληρονόμο των γονέων του, ειδικότερα, μάλιστα, μετά την προβολή σχετικών αξιώσεων από την αδελφή των εναγομένων Λ, η οποία διεκδικούσε το μερίδιο της από την αδιανέμητη πατρική περιουσία και την έναρξη της σχετικής μετ' αυτής αντιδικίας.
Με βάση, λοιπόν, τα πιο πάνω αποδεικτικά που έγιναν δεκτά, πρέπει ν' απορριφθούν σε σχέση με το δεύτερο ακίνητο, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, οι προβληθείσες από τον εναγόμενο ενστάσεις: 1) ιδίας κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) και 2) παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής. Ενώ, περαιτέρω, τα επικαλούμενα από μέρους του περιστατικά, δηλαδή, ότι, όλα αυτά τα χρόνια (δηλαδή, μετά το 1990) καλλιεργούσε τα επίδικα ακίνητα και συνέλεγε τους καρπούς ή εκμίσθωνε αυτά σε τρίτους, καθώς και ότι χρησιμοποιούσε ειδικό μηχάνημα για την κατασκευή αναβαθμίδων στο δεύτερο ακίνητο, δεν αρκούν, αναμφίβολα, για τη θεμελίωση σχετικού περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ισχυρισμού (AK 281) και συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθεί.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα συγκροτούμενα την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος πιο πάνω περιστατικά και την απέρριψε. Επομένως ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
III. Η από το άρθρο 325 ΑΚ (αναβλητική) ένσταση του εναγομένου-αναιρεσείοντος για επίσχεση των επιδίκων ακινήτων μέχρις ότου η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη του αποδώσει το από άτυπη μεταξύ τους ανταλλαγή περιελθόν σ' αυτήν ακίνητό του, προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο, όπως ομολογείται από τον αναιρεσείοντα και απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτη. Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της πιο πάνω ένστασης είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επειδή ο ισχυρισμός που στηρίζει τον πιο πάνω λόγο ούτε προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και στις εξαιρέσεις του παραπάνω άρθρου (562 παρ. 2 ΚΠολΔ) υπάγεται.
IV. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 44/90).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο τμήμα του, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, απέρριψε ως απαράδεκτη την πιο πάνω ένσταση επισχέσεως, είναι επίσης απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.3.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 337/2006 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ