Legislator Case Law & Legislation
1350/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership dispute, upholding lower court's evaluation of evidence.

Case Number 1350/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued that the lower court erred by considering unproposed facts and failing to address a specific objection to ownership. The court ruled that the lower court properly evaluated the evidence and that the alleged procedural errors were unfounded or irrelevant to the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1045 A.C.; Art. 559 para. 8 C.P.D.: Ownership by twenty-year possession is established; appeals based on consideration of unproposed facts or evaluation of evidence are inadmissible if the lower court acted within its discretion.

Keywords

AI generated
ownership by twenty-year possession appeal admissibility consideration of unproposed facts evaluation of evidence property ownership dispute procedural error costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 1045 A.C.
ac
Art. 559 para. 8 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
AP 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1350 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1350/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τσιχλάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ...χας Θ2 και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καλλίγερο.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αντιδίκων, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 285/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-11-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα, κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Οι ενάγοντες και τώρα εκκαλούντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ' αδιαιρέτου η πρώτη και 3/4 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος από αυτούς, ενός ακινήτου συνολικής έκτασης 102,19 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στον οικισμό ...

της κτηματικής περιφέρειας του ... και αποτελείται από δύο τμήματα, το νότιο, έκτασης 60,48 τ.μ. και το βόρειο, έκτασης 41,71 τ.μ., στο οποίο βρίσκεται παλαιά διώροφη οικία, μεταξύ των οποίων διέρχεται δημοτική οδός. Ειδικότερα, α) το νότιο τμήμα αυτού, εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Α και τον αριθμό (1) στο από 18-7-2003 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού ... , το οποίο έχει ενσωματωθεί στην κρινόμενη αγωγή, ....

και β) το βόρειο τμήμα του, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, εμφαίνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Ε-Ζ-Ι-Η-Θ-Ε και τον αριθμό (2), έχει έκταση 41,71 τετραγωνικών .....Στο βόρειο τμήμα του ακινήτου, βρίσκεται παλαιά διώροφη οικία, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού 18,56 τετραγωνικών μέτρων καθενός από αυτούς.

Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά από κληρονομιά του Θ2, ο οποίος ήταν σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου και πέθανε την 1η Μαΐου 1997 χωρίς να αφήσει διαθήκη και αυτοί ήταν οι μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκαν με την ...πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Μανούτσου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί .....

Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχο των εναγόντων Θ2από άτυπη δωρεά εν ζωή, που συστήθηκε μεταξύ των ετών 1961 έως 1964 από τον πατέρα του Π1, ο οποίος πέθανε το έτος 1964 και είχε ήδη διανείμει πριν από το θάνατο του την περιουσία του στα παιδιά του, άφησε όμως και διάφορες διαθήκες, οι οποίες ουδέποτε δημοσιεύθηκαν.

Με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, ο Π1, κοινός απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων (ήταν πατέρας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου του εναγομένου, δηλαδή παππούς του δεύτερου ενάγοντος και του εναγομένου), όριζε ότι "το μικρό σπίτι θα μείνει με την προέκταση του στον υιό μου Θ2 (δικαιοπάροχο των εναγόντων)".

Με την έκφραση "προέκταση" ο Π1 εννοούσε το προπεριγραφόμενο νότιο τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων, διότι κάποια άλλη "προέκταση" δεν μπορούσε να έχει το κτίσμα, που υπήρχε στο βόρειο τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων. Από το χρόνο της σύστασης της κατά τα άνω άτυπης δωρεάς, μεταξύ των ετών 1961 - 1964 προς τον Θ2, μέχρι το χρόνο του θανάτου του το έτος 1997, ο εν λόγω δικαιοπάροχος των εναγόντων νεμόταν και κατείχε, συνεχώς και αδιαλείπτως το ακίνητο αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου ασκώντας σε αυτό ανεμπόδιστα και φανερά όλες τις πράξης εξουσίασης, νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του και τον προορισμό του, ως αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος, χωρίς ποτέ να εμποδιστεί από κανέναν και αναγνωριζόμενος πάντοτε ως κύριος αυτού από όλους.

Ειδικότερα, κατοικούσε στο σπίτι όταν επισκεπτόταν τον ... κατά τακτά χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο για τη συλλογή του ελαιοκάρπου, τον Ιούλιο και Αύγουστο για θερινές διακοπές κλπ, με την οικογένεια του, το συντηρούσε και το επέβλεπε και χρησιμοποιούσε το νότιο τμήμα του ακινήτου πάντοτε ως προέκταση - αυλή της οικίας του και για βοηθητική χρήση, όπως για τη στάθμευση του αυτοκινήτου του, το άπλωμα ρούχων, την τοποθέτηση διαφόρων αντικειμένων (ξύλων για το τζάκι, καθισμάτων κλπ).

Επίσης, το καθάριζε, το επέβλεπε, διατηρούσε υλοποιημένα τα όρια του και το δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. με τη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9), που υπέβαλε το έτος 1997. Κατά τα διαστήματα της απουσίας του και δεδομένου ότι δεν κατοικούσε μόνιμα εκεί, επέτρεπε στον αδελφό του Θ1, πατέρα και δικαιοπάροχο του εναγομένου, με τον οποίο διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις, να χρησιμοποιεί αυτός το τμήμα του ακινήτου του με αριθμό 1 (την εν λόγω "προέκταση") για να εξυπηρετείται τοποθετώντας διάφορα αντικείμενα.

Μετά το θάνατο του Θ2 το έτος 1997, οι ενάγοντες ασκούσαν ως κληρονόμοι αυτού, όλες τις προαναφερόμενες πράξεις εξουσίασης, νομής και κατοχής στα δύο τμήματα του ακινήτου τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από οποιονδήποτε και χωρίς κανένας να αμφισβητεί την νομή και το δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας τους.

Έτσι, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων απέκτησε την κυριότητα επί του άνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου αυτού ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού (του Θ2). Ο κοινός απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Π1, με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του (μη δημοσιευθείσα), όρισε ότι ο δικαιοπάροχος του εναγομένου Θ1, θα λάβει "...

το σπίτι με το σταύλο και το ήμισυ του οικοπέδου". Τα τμήματα αυτά του ακινήτου, είχε ήδη παραχωρήσει σ' αυτόν, με άτυπη δωρεά πριν από το θάνατο του και έκτοτε ο δικαιοπάροχος του εναγομένου ασκούσε σ' αυτά όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου. Το έτος 2002 πέθανε ο Θ1, ο οποίος, με την από ...ιδιόγραφη διαθήκη του όρισε, μεταξύ άλλων, να περιέλθει στον εναγόμενο "...μία ημιερειπωμένη οικία...

καθώς και το ήμισυ του παρακείμενου αυτών οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει μία πασχαλιά...". Η εν λόγω διαθήκη δημοσιεύθηκε με το 27/2002 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και ο εναγόμενος αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα του με τις ... και ... πράξεις δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Βοιών Λακωνίας Ελένης - Παρασκευής Κοκκινάκη.

Επίσης ο εναγόμενος, τον Απρίλιο του έτους 2003 κατέλαβε μέρος του νότιου τμήματος του ακινήτου των εναγόντων, επιφάνειας 6,16 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο τσιμεντόστρωσε. Το τμήμα αυτό συνορεύει ανατολικά, σε πλευρά 7,70 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων, νότια, σε πλευρά 0,80 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων ...

και ..., δυτικά, σε πλευρά 7,70 μέτρων με ιδιοκτησία του εναγομένου και βόρεια, σε πλευρά 0,80 μέτρων, επίσης με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων. Ακόμη, ο εναγόμενος κατασκεύασε στο όμορο ακίνητο του οικίσκο -γκαράζ και χρησιμοποιεί ολόκληρο το με τα στοιχείο 1 τμήμα του οικοπέδου των εναγόντων για να εισέρχεται ελεύθερα μέσω του ακινήτου των εναγόντων σ' αυτόν (στον οικίσκο).

Δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το τμήμα του ακινήτου που διεκδικούν οι ενάγοντες απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, από άτυπη δωρεά εκ μέρους του πατέρα του, ο οποίος επίσης το είχε αποκτήσει με άτυπη δωρεά από τον Π1 το έτος 1954 και έκτοτε αρχικά ο δικαιοπάροχος πατέρας του και στη συνέχεια ο ίδιος ασκούσαν σ' αυτό διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου.

Ειδικότερα, ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων Π1, ο οποίος συνέταξε πολλές ιδιόγραφες διαθήκες, όρισε, όπως προαναφέρεται, στις από ... και από ...διαθήκες του, ποία τμήματα του ακινήτου του ήθελε να αφήσει στα άρρενα τέκνα του και στο δικαιοπάροχο των εναγόντων άφησε το μικρό σπίτι με την προέκταση του και στο δικαιοπάροχο των εναγομένων το σπίτι με το σταύλο και το ήμισυ του οικοπέδου.

Εάν ήθελε να αφήσει στο γιο του Θ1 και το υπόλοιπο οικόπεδο, ασφαλώς δεν είχε λόγο να το κάνει με άτυπη δωρεά, αλλά θα το περιελάμβανε στην ανωτέρω διαθήκη του ή σε κάποια άλλη, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως όλοι οι μάρτυρες αναφέρουν, ήταν σε άριστη πνευματική κατάσταση μέχρι το τέλος της ζωής του. Από το χρόνο της άτυπης προς αυτούς παραχώρησης των ανωτέρω ακινήτων, αλλά και μετά το θάνατο του Π1, τα δύο αδέλφια Θ2 και Θ1, τα οποία είχαν πάντοτε άριστες σχέσεις με τον πατέρα τους και μεταξύ τους, ασκούσαν διακατοχικές πράξεις ο καθένας στο εδαφικό τμήμα που του είχε παραχωρηθεί, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από οποιονδήποτε τρίτο αλλά και χωρίς να αμφισβητήσουν ο καθένας τα δικαιώματα του άλλου.

Ο Θ1, κατ' αντιγραφή της ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα του, όρισε ότι αφήνει στο γιο του Χ1 το ήμισυ του οικοπέδου, το οποίο μάλιστα προσδιόρισε με την αναφορά της ύπαρξης μιας πασχαλιάς, διότι γνώριζε ότι αυτού του τμήματος ήταν κύριος και όχι του υπολοίπου, το οποίο δεν είχε λόγο να μην περιλάβει στη διαθήκη του, αν το είχε αποκτήσει με χρησικτησία, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος - εφεσίβλητος.

Ο μάρτυρας απόδειξης με τη σαφή κατάθεση του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επιβεβαίωσε τα ανωτέρω. Ειδικότερα κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι "το σπίτι (η κυριότητα των εναγόντων δεν αμφισβητείται σε αυτό) έχει μία προέκταση απέναντι και ένα παρτεράκι 3-4 τετραγωνικά μέτρα. Υπάρχει απέναντι οικόπεδο που αποτελεί προέκταση του σπιτιού.

Περίπου το ίδιο του αφήνει, το μισό οικόπεδο, οριοθετεί μάλιστα με την πασχαλιά που είναι εκεί. Το άλλο μισό είναι αυτό που άφησε στον άλλο του γιο. Έβλεπα που έμεναν, μάζευαν τις ελιές τους.... Το πρόβλημα δημιουργήθηκε αφού πέθανε ο ιερέας Θ1. Τα προβλήματα δημιούργησε ο γιος του και διεκδικεί το επίδικο και λέει ότι είναι δικό του.

Δεν μπορούσε να λέει προέκταση κάτι άλλο, παρά αυτό που είναι απέναντι". Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, αδελφού του εναγομένου, ως και τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων, όπως αυτές δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Βοιών Ελένης- Παρασκευής Κοκκινάκη και συντάχθηκαν οι προσκομιζόμενες ..., ...και ...ένορκες βεβαιώσεις......Τέλος, το γεγονός ότι όλοι έβλεπαν τον πατέρα του εναγομένου να χρησιμοποιεί την επίδικη έκταση, δεν αποδεικνύει ότι ασκούσε επί αυτής διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, δεδομένου ότι όπως οι ίδιοι οι διάδικοι ισχυρίζονται και οι μάρτυρες καταθέτουν, υπήρχαν πάντοτε άριστες σχέσεις μεταξύ των δύο αδελφών και, επομένως, ήταν λογικό να χρησιμοποιεί ο πατέρας του εναγομένου την εν λόγω έκταση, αφού διέμενε εκεί, κατά παραχώρηση του αδελφού του, δικαιοπαρόχου των εναγόντων, εφόσον ο τελευταίος δεν διέμενε στο χωριό, λόγω της εργασίας του.

Συνεπώς, το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων στην επίδικη έκταση αποδεικνύεται βάσιμο, ενώ η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου ελέγχεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...". Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, εκτός άλλων και ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Θ2 από άτυπη δωρεά εν ζωή, που συστήθηκε μεταξύ των ετών 1961 έως 1964 από τον πατέρα του Π1, από της συστάσεως δε της δωρεάς αυτής ο ως άνω Θ2εξουσίαζε με διάνοια κυρίου την επίδικη εδαφική λωρίδα, ως τμήμα του προαναφερομένου ακινήτου, ενεργώντας σ' αυτό ανάλογα με την φύση του διακατοχικές πράξεις μέχρι το έτος 1997, όταν περιήλθε, κατά τα προαναφερόμενα στη νομή και κατοχή των αναιρεσιβλήτων.

Οι παραδοχές αυτές συνιστούν πλήρη αιτιολογία όσον αφορά την βάση της ένδικης αγωγής την στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, ως τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με την έννοια ότι αναφέρονται όσα περιστατικά είναι αναγκαία κατά νόμο για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως που εφαρμόστηκε δηλαδή του άρθρου 1045 ΑΚ ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν αυτή εφαρμόσθηκε σωστά.

Το εάν το Εφετείο παρέλειψε, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 του Α.Κ., για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δηλώσεως του κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων στην από ... ιδιόγραφη διαθήκη του και έτσι οδηγήθηκε σε εσφαλμένη εκτίμηση ως προς την ταυτότητα του επιδίκου, αυτό δεν ενδιαφέρει, με την έννοια ότι δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.

β, εφόσον οι ανωτέρω ελλείψεις αναφέρονται στην κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) ή τακτική χρησικτησία, που όμως δεν απετέλεσε βάση της ένδικης αγωγής. Ύστερα απ' αυτά ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, περί της ύπαρξης αμφιβολίας ή κενού ως προς την έννοια της βούλησης του διαθέτη Π1, σχετικά με την ακριβή έννοια των λέξεων που χρησιμοποίησε για την περιγραφή του επιδίκου στην από ...

διαθήκη, το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες προς εξεύρεση της αληθινής (πραγματικής ή ακόμη και εικαζόμενης) βούλησης του διαθέτη, κάνοντας χρήση ακόμη και στοιχείων κειμένων εκτός της διαθήκης, είναι αλυσιτελής και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. II). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

Κ.Πολ.Δ αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ... ιδιόγραφης διαθήκης του Θ1, ως προς την ταυτότητα του επιδίκου, δεχόμενο ότι το επίδικο τμήμα αποτελεί τμήμα του ανήκοντος σε μείζονα έκταση ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα, ως προς την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων επί του διεκδικουμένου απ' αυτούς τμήματος του προπεριγραφομένου ακινήτου.

Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η ... ιδιόγραφη διαθήκη του Θ1, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IIΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Εξ' άλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα οι αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από ... τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού μηχανικού ..., το οποίο είχε προσκομισθεί νομίμως, μετ' επίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού ότι το επίδικο, αποτελούσε τμήμα μεγαλυτέρας εκτάσεως ακινήτου, επί του οποίου την κυριότητα είχε αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμηθείς τούτο, μετά του δικαιοπαρόχου πατέρα του, από του έτους 1956 συνεχώς και μέχρι της ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα που διαλαμβάνεται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτό ή και την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την νομίμως προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση ιδίας κυριότητας, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο (ολ ΑΠ 11/1996).

ΙV). Λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως γεγονότα μη περιεχόμενα στην αγωγή για τη θεμελίωσή της. Δεν συνιστά όμως το λόγο η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο ότι " κατά τα διαστήματα της απουσίας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και δεδομένου ότι δεν κατοικούσε εκεί μόνιμα επέτρεπε στο αδελφό του Θ1, πατέρα και δικαιοπαρόχου του εναγομένου, με τον οποίο διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις, να χρησιμοποιεί αυτός το τμήμα του ακινήτου του με αριθμό 1 (την εν λόγω προέκταση) και να εξυπηρετείται τοποθετώντας διάφορα αντικείμενα".

Η αναφορά όμως από το Εφετείο των ως άνω διευκρινιστικών περιστατικών δεν συνιστούν, μολονότι αυτά δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, διότι πρόκειται για επουσιώδη περιστατικά που βεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο εν λόγω τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται σ' αυτόν ανάγονται στην εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και του περιεχομένου των εγγράφων που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους και επίσης στην αιτιολόγηση του παραπάνω σαφούς πορίσματος που το Εφετείο εξήγαγε από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν θεμελιώνουν λόγο αναιρέσεως.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.11.2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 285/2007 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ