Legislator Case Law & Legislation
134/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of res judicata and untimely filing.

Case Number 134/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment regarding a partnership dispute. The court found the appeal arguments regarding res judicata and procedural errors were unfounded because the current case involved different claims and the appellant failed to properly invoke prior decisions. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the opposing parties, and the appeal bond was forfeited to the state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 564 of the Code of Civil Procedure; Article 74 of Law 4690/2020: An appeal is inadmissible if the grounds do not establish a violation of law regarding res judicata or if the appeal is filed outside the statutory time limits, particularly when the contested decision concerns a different subject matter than the prior final judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility res judicata procedural defect statute of limitations costs allocation partnership dispute final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 74 of Law 4690/2020
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 134 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 134/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Σία ΟΕ", που εδρεύει στο Ίλιον Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γκόρτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Α. και 2) Σ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταματίνα Καβαλάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 23-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (της 2ης όπως εκπροσωπείτο τότε από τους γονείς της Ι. και Α. Κ., ως ασκούντων τη γονική της μέριμνα και επιμέλεια). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2165/2007 και 185/2010 μη οριστικές και 1547/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1009/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη". Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως.

Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, Υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες ασκήσεως ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής αποφάσεως του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00' (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021", κατά δε την μεταγενέστερη επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4963/2022 "1.

Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.

Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".

Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και άρα και της αναιρέσεως και, επομένως, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 1130/2022, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 452/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 10-2-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1648/153/1-3-2022) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1009/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1 και 615 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015).

Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της ενάγουσας -εκκαλούσας, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 1-3-2022 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε εμπροθέσμως, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσιεύσεως της υπ' αριθμ. 1009/2020 αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στις 12-2-2020, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων της Χώρας, θα έληγε στις 13-2-2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4- 2021 (5 μήνες) και συνολικώς χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1, εδάφ.

α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδάφ. α' του ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, στις 1-3-2022. Συνακολούθως, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως (άρθρα 552, 553,556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) (AΠ 1439/2021, AΠ 380/2021, ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).

Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένως, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.

Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ` αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα.

Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός, με το δεδικασμένο, ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν.4842/2021 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις), νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (Ολ. ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1439/2021, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 2/2006, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006).

Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., με την προϋπόθεση, που πρέπει, επίσης, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 1345/2011, ΑΠ 1858/2005, ΑΠ 130/2004, ΑΠ 853/2001).

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ', 322 παρ. 1, 324, 331 και 559 αριθμ. 9 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και τη θετική του λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ και, συνεπώς, το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.

Μπορεί λοιπόν ο δικαιούχος μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο (Ολ ΑΠ 1/2003, 20/2002, 14/2002). Η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής κατάπτωσης ποινικής ρήτρας συνεπεία υπερημερίας του ενός συμβαλλόμενου κατά τα άρθρα 404-406, 297 και 298 ΑΚ αποτελεί δεδικασμένο ως προς τις συνθήκες της υπερημερίας, το ποσό της ποινικής ρήτρας που κατέπεσε για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή και όχι για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα κατά το οποίο η υπερημερία μπορεί να επιφέρει επιζήμιες συνέπειες που δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο της πρώτης δίκης, και γι' αυτό είναι επιτρεπτή η άσκηση νέας αγωγής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου που προβάλλει εναντίον του και διώκει νέες απαιτήσεις, εν όψει και των ενδεχόμενων ισχυρισμών που μπορεί να προταθούν από τον εναγόμενο οφειλέτη προς άρση της υπερημερίας του και των συνεπειών που συνδέονται με αυτήν( ΑΠ 509/2022, ΑΠ 782/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 322 του ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από την με αριθμό 1114/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τα τελεσιδίκως διαγνωσθέντα δικαιώματά της αποζημίωσης ένεκα απώλειας πελατείας και του δικαιώματος της ποινικής ρήτρας, λόγω λύσης της επίδικης σύμβασης μισθώσεως στις 27-3-2004, καθόσον η ως άνω απόφαση έκρινε τελεσίδικα ότι υφίστανται τα ανωτέρω δικαιώματα μέχρι την 29-4-2004,ήτοι σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της λύσης της επίδικης μίσθωσης. Ειδικότερα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε ως μόνη απόρροια του δεδικασμένου "το προδικαστικό εν προκειμένω ζήτημα της λύσεως της ένδικης μίσθωσης, στις 27-3-2004, και όχι την τελεσίδικη διάγνωση των δικαιωμάτων της".

Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: " Οι εναγόμενοι στην από 28-2-2006 αγωγή και ήδη εφεσίβλητοι - αναιρεσίβλητοι (Ι. Κ. και Σ. Κ. του Ι.), όντες συγκύριοι κατά ποσοστό 75% και 25%,αντίστοιχα,της ευρισκόμενης στο Δήμο Ιλίου Αττικής και επί της συμβολής των οδών ..., τριώροφης οικοδομής, με το από 14-8-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, όπως εν συνεχεία τροποποιήθηκε με το από 1-12-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσαν στην ενάγουσα, ήδη τελούσα υπό εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...

και Σια ΟΕ" (ήδη αναιρεσείουσα) για τέσσερα έτη, από 1-9-2001 έως 31-8-2005, τον τρίτο όροφο του ακινήτου αυτού, αποτελούμενο από ενιαίο χώρο και λουτρό, επιφάνειας 170 τμ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως αθλητικό κέντρο-γυμναστήριο και κατάστημα πωλήσεως αθλητικών ειδών, παρασκευασμάτων και συμπληρωμάτων υγιεινής διατροφής, αντί μηνιαίου μισθώματος ανερχόμενου σε 320.000 δραχμές (ή το ισόποσο των 939,10 ευρώ), πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% για το πρώτο μισθωτικό έτος και από την 1-12-2002 έως 30-11-2003 σε 509,22 ευρώ πλέον τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενου έκτοτε κατά ποσοστό 6% επί του εκάστοτε προηγούμενου καταβαλλόμενου μισθώματος.

Η ενάγουσα μισθώτρια παρέλαβε το μίσθιο και έκτοτε άρχισε να χρησιμοποιεί αυτό, πλην όμως, λόγω του ότι καθυστέρησε από δυστροπία στην καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Νοεμβρίου 2003 έως και Φεβρουάριου 2004, συνολικού ύψους 2.205,16 ευρώ, οι εναγόμενοι-εκμισθωτές άσκησαν, σε βάρος της, την από (...) αγωγή τους, με την οποία καταγγέλλοντας για το λόγο αυτό την ένδικη μισθωτική σύμβαση, ζήτησαν την απόδοση της χρήσης του μισθίου και την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων.

Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 3209/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη. Η οριστική αυτή απόφαση, έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, καθόσον επικυρώθηκε, μετά την άσκηση έφεσης κατ' αυτής, με την εν συνεχεία εκδοθείσα υπ' αρ. 1114/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών), από την οποία και απορρέει δεδικασμένο ως προς το προδικαστικό εν προκειμένω ζήτημα της λύσεως της ένδικης μίσθωσης, στις 27-32004, λόγω καταγγελίας εξαιτίας καθυστέρησης από δυστροπία μισθωμάτων, κατ' άρθρο 597 ΑΚ, οπότε και ανέκυψε υποχρέωση της μισθώτριας εταιρίας προς απόδοση της χρήσης του μισθίου στους (σ.σ.

εκμισθωτές, αντί του από προφανή παραδρομή αναφερομένου, μισθωτές).

Ωστόσο, από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αρ. 7519/2008 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών), που έκρινε επί της ασκηθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άλλης επίσης προγενέστερης από 27-12-2004 αγωγής των ως άνω εκμισθωτών, στρεφόμενη κατά της ιδίας ως άνω μισθώτριας εταιρίας, προκύπτει ότι υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στους ενάγοντες εκμισθωτές, ως αποζημίωση χρήσης (κατ' άρθρο 601 ΑΚ) τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τη λήξη κατά τα προαναφερθέντα της ένδικης μίσθωσης, στις 27-3-2004, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004 που κατατέθηκε η εν λόγω αγωγή, συνολικού ποσού 5.397,7 ευρώ, λόγω της υπ' αυτής παράνομης κατακράτησης του μισθίου καθ' όλο αυτό το διάστημα, αφού τελικά αποχώρησε στις 28-2-2006 παραδίδοντας τα κλειδιά του μισθίου στους εκμισθωτές (νυν εναγόμενοι), όπως οι ίδιοι συνομολογούν.

Ενόψει όλων αυτών, και δοθέντος ότι η ένδικη μίσθωση δεν διατηρούνταν σε ισχύ από 27- 3-2004 που λύθηκε με την ως άνω καταγγελία (ΑΚ 597), δηλαδή δεν υφίστατο έκτοτε ενεργός μίσθωση, η από την ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία (τελούσα υπό εκκαθάριση) επικαλούμενη με την ένδικη αγωγή της ζημία της ίδιας (θετική και διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας πελατών) ανερχόμενη σε 46.717 ευρώ συνολικά (ήτοι αντίστοιχα σε 18.113 και 28.604 ευρώ), κατά το επίδικο διάστημα από 20-1-2005 έως 28-2-2006 (χρόνος απόδοσης του μισθίου), που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην υπερημερία των εκμισθωτών ως προς την άρση των εμφανισθέντων κατά την διάρκεια της μίσθωσης ειδικότερα αναφερομένων πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου (ήτοι αποκατάσταση υδρορροών, στεγανότητας των αλουμινιένων πλαισίων-τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων στους εξώστες), των οποίων την αποκατάσταση μέχρι τις 10-11-2002 αν και είχαν συμφωνήσει και αναλάβει οι ίδιοι (εκμισθωτές) με τον 5° όρο της επίμαχης (από 1-12-2002) μισθωτικής σύμβασης, δεν επανόρθωσαν ως υποχρεούταν προσηκόντως κατά παράβαση του όρου αυτού, με περαιτέρω συνέπεια να πλημμυρίσει εκ νέου το μίσθιο στις 20-1-2005 λόγω έντονης βροχόπτωσης, να καταστραφεί η επιχείρησή της και να υποστεί την προρρηθείσα ζημία, είναι παντελώς αβάσιμη.

Και τούτο διότι, αδιαμφισβήτητα κατά το επίδικο αυτό χρονικό διάστημα (20-1-2005 έως 28-2-2006) σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα-μισθώτρια δεν θα έκανε χρήση του μισθίου ακινήτου, εφόσον κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση (ήδη αμετάκλητη) ότι είχε πλέον λήξει η επίμαχη μίσθωση λόγω καταγγελίας από τους εκμισθωτές με προηγούμενη αγωγή τους, από υπαιτιότητα της ίδιας (μισθώτριας-νυν ενάγουσας) και συνακόλουθα δεν θα μπορούσε να έχει τα επικαλούμενα εισοδήματα (κέρδη) από την ως άνω επιχείρησή της, ούτε βέβαια οι εκμισθωτές- εναγόμενοι υποχρεούνταν το διάστημα αυτό να διατηρούν το μίσθιο κατάλληλο για την ως άνω συμφωνηθείσα χρήση, την οποία (υποχρέωση) κατ' άρθρο 574 ΑΚ είχαν αποκλειστικά και μόνο όσο διαρκούσε η μίσθωση, κάτι που δεν συνέτρεχε αναμφίβολα, κατά τα προεκτεθέντα, στην προκειμένη περίπτωση.

Επίσης, για το ίδιο ως άνω λόγο ελέγχεται απορριπτέο ως αβάσιμο και το σωρευόμενο αγωγικό αίτημα της ενάγουσας εταιρίας - μισθώτριας να της επιδικαστεί το ποσό των 79.200 ευρώ λόγω κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, που καθόριζε το ποσό των 30 ευρώ ημερησίως, που υποχρεούνταν οι εναγόμενοι-εκμισθωτές να της καταβάλουν για την περίπτωση αθέτησης της συμβατικής τους υποχρέωσης να αποκαταστήσουν τα αυτά ως άνω υπάρχοντα στο μίσθιο πραγματικά ελαττώματα.

Πλέον ειδικότερα, πράγματι στο επίμαχο από 1-12-2002 τροποποιητικό του αρχικού (από 14-8-2001) συμφωνητικό των διαδίκων, προβλέπονταν στον 5° όρο αυτού επί λέξει ότι "Στον υπ' αρ. 5 όρο του αρχικού μισθωτηρίου προστίθεται εδάφιο που αφορά τις κάτωθι πρόσθετες εργασίες στην εκτέλεση των οποίων υποχρεούνται οι εκμισθωτές το αργότερο μέχρι την 10-11-2002, άλλως και για κάθε ημέρα καθυστέρησης εκπληρώσεως των κάτωθι συμβατικών τους υποχρεώσεων, υποχρεούνται σε ποινική ρήτρα 30 ευρώ, η αυτή δε ποινική ρήτρα ισχύει και σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως των υποχρεώσεων των εκμισθωτών".

Εξ αυτών καθίσταται σαφές, ότι η προβλεπόμενη αναντίρρητα, με τον σαφή και χωρίς κενά αυτό όρο της μισθωτικής μίσθωσης, ποινική ρήτρα, αποτελούσε μέσον εξαναγκασμού των εκμισθωτών να εκπληρώσουν την αναληφθείσα συμβατική υποχρέωσή τους προς αποκατάσταση των υφιστάμενων κατά τη διάρκεια της μίσθωσης ως άνω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, δηλαδή πιο συγκεκριμένα μια παρεπόμενη συμφωνία των διαδίκων και μέσο πίεσης αυτών (εναγόμενων εκμισθωτών) στην εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας υποχρέωσης αυτών, να διατηρούν το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνηθείσα χρήση, χωρίς ελαττώματα, καθόσο χρόνο διαρκούσε η επίμαχη μίσθωση (άρθρο 574 ΑΚ), για την περίπτωση της μη έγκαιρης και προσήκουσας αποκατάστασης των ως άνω εμφανισθέντων αυτών πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, η οποία βέβαια είχε ως προϋπόθεση εκ του νόμου την υπαίτια αδυναμία παροχής ή υπερημερία του οφειλέτη ήτοι των εκμισθωτών-εναγομενών, και κατά συνέπεια σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε, εξ όλων αυτών των λόγων, να καταπέσει ως συμβατική ποινική ρήτρα και για το μετά τη λύση της μίσθωσης επίδικο χρονικό διάστημα (20-1-2005 έως 28-2-2006), κατά το οποίο δεν υφίστατο πλέον ενεργός μίσθωση, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ένδικη αυτή μισθωτική σύμβαση έχει ήδη λυθεί σε προγενέστερο χρόνο και δη από 27-3-2004, με την ως άνω καταγγελία από τους εκμισθωτές με προηγούμενη αγωγή τους, από δυστροπία της ίδιας της μισθώτριας, όπως κρίθηκε τελεσίδικα και αμετάκλητα με την προμνησθείσα 1114/2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, και έτσι δεν υποχρεούνταν οι εκμισθωτές να διατηρούν το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, ούτε βέβαια και να άρουν τα ως άνω υφιστάμενα ελαττώματα του μισθίου, οπότε δεν συντρέχει ούτε περίπτωση υπερημερίας τους, προϋπόθεση αναγκαία για να καταπέσει η συνομολογημένη αυτή ποινική ρήτρα.

Επισημαίνεται δε ότι μόνη η οποιαδήποτε δικαστική διένεξη μεταξύ των διαδίκων, σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί την παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή μετά την λήξη της μίσθωσης (...).

Επομένως η ένδικη από 28-2-2006 αγωγή της μισθώτριας εταιρίας πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την από 28-2-2006 αγωγή της εκκαλούσας - μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας, ως νομικά αβάσιμη. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού για τη θεμελίωσή του, δεν μνημονεύονται, στο αναιρετήριο, τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη απαιτούμενα στοιχεία και ειδικότερα, το ακριβές αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, οι παραδοχές του Εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης, στοιχεία, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, είναι αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επίσης δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν ο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου από την προαναφερόμενη απόφαση είχε προταθεί από την αναιρεσείουσα νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η παρούσα δίκη έχει διαφορετικό αντικείμενο της προηγηθείσας (δίκης), ενόψει του ότι με την επίδικη αγωγή ζητείται περαιτέρω κατάπτωση ποινικής ρήτρας και αποζημίωση διαφυγόντος κέρδους για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από 30-4-2004 μέχρι 28-2-2006, καθώς και θετικές ζημίες που η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι επήλθαν στην επιχείρησή της από άλλο ζημιογόνο γεγονός, ήτοι από την καταρρακτώδη βροχή της 20-1-2005,ενώ με την από 27-4-2004 προγενέστερη αγωγή της αυτή επεδίωκε την επιδίκαση ποινικής ρήτρας και διαφυγόντος κέρδους, για το χρονικό διάστημα από 27-12-2003 μέχρι 29-4-2004, καθώς και θετική ζημία επελθούσα από άλλο ζημιογόνο γεγονός.

Επισημαίνεται, ότι ούτε η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια δύναται να θεμελιωθεί, στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αφού δεν αναφέρεται σ` αυτό, ότι η αναιρεσείουσα προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας απόφαση, από την οποία να απορρέει το δεδικασμένο και ότι επικαλέσθηκε το δεδικασμένο αυτό αναφορικά με την ως άνω ένστασή της.

Επομένως, ο μοναδικός, από τον αριθμ. 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την με αριθμ. 1114/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 10-2-2022 [αριθμ. καταθ. 1648/153/1-3-2022], αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 1009/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών).

Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως παραβόλου.

Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ