Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over promotion, rejecting claims of insufficient reasoning and language criteria.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeals' decision denying the employee's promotion. The employee argued the decision lacked sufficient reasoning regarding his superiority over colleagues and contained contradictory statements about foreign language proficiency. The court rejected these claims, finding the reasoning adequate and the language assessment factual, thus upholding the lower court's ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if the lower court's decision contains clear and sufficient grounds for the contested outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 134 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 134/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κάπου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 225/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 765/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 93/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3979/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-10-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8-10-2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 10625/1025/2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 3979/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά την αναίρεση, με την υπ' αριθμ. 93/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, της υπ' αριθμ. 765/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας επί της από 16-3-2011 (υπ' αριθμ. εκθεσ. καταθ. 1930/21-3-2011) εφέσεως και των από 3-8-2012 πρόσθετων λόγων της εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 225/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 23-9- 2008 (υπ' αριθμ.
καταθ. 177753/4468/2008) αγωγή του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους κατ' ουσίαν. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).? Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 23-9- 2008 (υπ' αριθμ.
καταθ. 177753/4468/2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσε ότι, στις 26-2-1979 προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι η βαθμολογική του εξέλιξη υπήρξε απρόσκοπτη μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη, στον οποίο προήχθη από 1-9-1999 και κατέχει. Ότι, μολονότι διέθετε τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης παρέλειψαν να τον προάγουν στις πρώτες μετά την 1-1-2002 προαγωγές στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου, ενώ προήγαγαν στον εν λόγω βαθμό τους αναφερόμενους στην αγωγή συναδέλφους του, παρά το γεγονός ότι αυτοί υστερούσαν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα έναντι αυτού (ενάγοντος).
Επικαλούμενος δε, ότι με τη συμπεριφορά της αυτή η εναγομένη παρακώλυσε εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, από την οποία εξαρτιόταν η προαγωγή του, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να τον προάγει στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, από 1-5- 2002. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 225/2011 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη-αναιρεσείουσα άσκησε την από 16-3-2011 (υπ' αριθμ. εκθ.καταθ. 1930/21-3-2011) έφεση και τους από 3-8-2012 με ίδιο δικόγραφο πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 765/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι ως απαράδεκτοι, για το λόγο ότι, η έφεση δεν περιείχε παραδεκτούς λόγους, οι δε πρόσθετοι λόγοι δεν αφορούσαν τα κεφάλαια που προσβάλλονταν με την έφεση, ούτε συνέχονταν αναγκαίως με αυτά.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από την εκκαλούσα-εναγομένη η από 7-1-2015 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 93/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι ήταν παραδεκτοί, αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση στο σύνολο της. Ακολούθως και αφού επανήλθαν προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο της παραπομπής, η από 16-3-2011 έφεση και οι από 3-8-2012 πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 225/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3979/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι ως αβάσιμοι κατ'ουσίαν.
Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή.
Αντίθετα, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στις περιπτώσεις, δηλαδή, αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.
Αν, επομένως, ο εργοδότης ή τα όργανά του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του και κατάφωρά άδικη όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου.
Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου), είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ ΑΠ 32/2002 ΑΠ 1045/2018, ΑΠ 971/2017, ΑΠ 256/2016, ΑΠ 212/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ.στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, που κυρώθηκε με το ν. 3234/1927 και έχει ισχύ νόμου, συνάγεται ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζεται από τον εσωτερικό κανονισμό αυτής, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο και, ως εκ τούτου, έχει συμβατική ισχύ (ΑΠ 118/2019, ΑΠ 1632/2018, 1527/2018, ΑΠ 1045/2018).
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας, η προαγωγή στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊστάμενου γίνεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού (Διοικητικού) Συμβουλίου ύστερα από πρόταση του Διοικητή, θα πρέπει δε να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ευδόκιμης υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό, δηλ. πέντε χρόνια στον βαθμό του Τμηματάρχη, γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσης, δ) επίδειξη κατά την άσκηση της υπηρεσίας εξαιρετικής επίδοσης, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας, ε) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεση του κρινόμενου υπαλλήλου και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτή.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι προαγωγές των υπαλλήλων τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή των υπαλλήλων σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική εξέλιξή του και η κρίση αυτή είναι κατάφορα άδικη, η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης, υπό την οποία τελεί η προαγωγή των υπαλλήλων, παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστης εκ μέρους του εργοδότη, οπότε, η αίρεση θεωρείται πλασματικά ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ.1).
Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια, μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης των υπαλλήλων. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη με την παραπάνω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της απόφασης η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί (ΑΠ 118/2019, ΑΠ 444/2010, ΑΠ 1492/2007).
Επιπλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 297 και 298 Α.Κ., προκύπτει ότι ο εργοδότης, εναγόμενος από μισθωτό του, για, κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ., παράλειψη της προαγωγής του, έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση, προς άμυνα κατά της αγωγής, διακωλυτικής, κατά της αξίωσης του μισθωτού, προς προαγωγή, ένστασης, που θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής ενός ή περισσοτέρων συναδέλφων του ενάγοντος, οι οποίοι θα είχαν προαχθεί, αντ' αυτού, αν δεν είχαν προαχθεί, κατά παράλειψη του ενάγοντος, αυτοί που αναφέρονται στην αγωγή.
Η ένσταση αυτή στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση κανονισμού με συμβατική ισχύ στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, εν όψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών του ανώτερου βαθμού (ΑΠ 1390/2019, ΑΠ 971/2017, ΑΠ 446/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ως άνω υπ' αριθμ. 3979/2019 απόφασή του (δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:
Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη Τράπεζα στις 26-2-1979, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με το βαθμό του Τεχνίτη στο Ι.Ε.Τ.Α. και εντάχθηκε στον Τεχνικό Κλάδο των υπαλλήλων της. Από την πρόσληψή του υπηρέτησε στο Τμήμα Εκτυπώσεως Τραπεζογραμματίων και Αξιών (ΙΕΤΑ) της εναγομένης και ειδικότερα στο Τμήμα συντήρησης στην υπηρεσία ηλεκτρολόγων του τομέα κερμάτων και συντήρησης, ενώ από το 2001 έως σήμερα, υπηρετεί στο τμήμα κερμάτων.
Ότι είναι πτυχιούχος ηλεκτροτεχνίτης της Τεχνικής Σχολής Πυθαγόρα, πτυχιούχος Μέσης Ιδιωτικής Τεχνικής Σχολής Εργοδηγών Ηλεκτρολόγων, πτυχιούχος Ηλεκτρονικών Εγκαταστάσεων και Αυτοματισμού και πτυχιούχος ΤΕΙ Πειραιά Τεχνολογικών Εφαρμογών και γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα, όντας κάτοχος του πτυχίου LOWER OXFORD.
Ότι από την πρόσληψή του εξελίχθηκε βαθμολογικά έως το βαθμό του Τμηματάρχη από 1-1-1999, τον οποίο κατέχει έως σήμερα. Ότι παρακολούθησε τα ακόλουθα σεμινάρια μέχρι τις πιο κάτω αναφερόμενες προαγωγικές κρίσεις: 1) Λειτουργία των συσκευών αυτοματοποίησης TSX 17 της εταιρίας TELEMECANIQUE (11-12.10.1988), 2) Μετεκπαίδευση στο εργοστάσιο GOEBEL Δυτ.
Γερμανίας (16-4-1989 έως 23-4-1989), 3) Εισαγωγή στους προγραμματιζόμενους PLC (1994), 4) Μετεκπαίδευση από Βίρτσμπουργκ Γερμανίας στο εργοστάσιο κατασκευής λιθογραφικών μηχανών SUPER ORLOF νέας τεχνολογίας "Training on the electronical System etc" (1996). Ότι συμμετείχε στις ακόλουθες Επιτροπές: 1) 16-5-1996: Παραλαβή έργου: "Επισκευή και γενική συντήρηση ανελκυστήρων Νο6, Νοδ και Νο9 κτηρίων ΙΕΤΑ και Επιμελητείας", 2) 8.12.1998:
Για την προμήθεια του προσφερόμενου από την ABB Βιομηχανική ΑΕ συγκροτήματος, 3) 5.1.2000: Για έλεγχο και παραλαβή της μονάδας κλιματιστικού που εγκαταστάθηκε στην αίθουσα εξέτασης χαρτιού της Υπηρεσίας Χημείου, 4) 21.12.2000: Για την αξιολόγηση των προσφορών κατασκευής και τοποθέτησης του Γενικού Πίνακα Διανομής Η/Ζ.
Ότι υπέβαλε τις ακόλουθες προτάσεις για τη βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών και την απόδοση λειτουργίας του τμήματος όπως: α) Προτάσεις- μετατροπές - βελτιώσεις Ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού Ι.Ε.Τ.Α (8-3-2002): 1) Ηλεκτρονικό σύστημα ελέγχου τύπωσης της οπίσθιας όψης στη μηχανή λαχείων ORTIFORMA, 2) Ηλεκτρονικό σύστημα ελέγχου επικόλλησης κινησιογράμματος στο τραπεζογραμμάτιο αξίας 50 ευρώ, 3) Σύστημα καταμέτρησης φύλλων ημερήσιας παραγωγής χαλκογραφικής μηχανής GIORI Α και μετατροπής στο μηχανισμό συσσώρευσης φύλλων στην εξαγωγή (πατάρι I και II) από χιλιάδες σε πεντακοσάδες, 4) Πρόταση βελτίωσης του συντελεστή ισχύος του υποσταθμού Ι.Ε.Τ.Α.
για την εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας, β) Μείωση του κόστους λειτουργίας του φούρνου δεματοποίησης της μηχανής CAT PACK (11.4.1986) για την οποία έλαβε και χρηματικό βραβείο γ) Επαναλειτουργία της φωτογραφικής μηχανής KLIMSCH του φωτογραφείου (30.3.1987). Ότι εκπροσώπησε την Τράπεζα ως ακολούθως: Υπηρεσιακό ταξίδι στην Στουτγάρδη Γερμανίας από 11.2.2001-14.2.2001 για την παραλαβή Νέων Μηχανών (Πρέσσες) Τύπωσης Κερμάτων.
Ότι του ανατέθηκαν οι ακόλουθες θέσεις ευθύνης: α) Με την υπ' αριθμ. 19/15-12-1988 Εγκύκλιο της Διεύθυνσης ΙΕΤΑ του ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρωτού Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ηλεκτρολόγων του Τμήματος Συντήρησης, β) Με την υπ' αριθμόν …/….4.1991 Πράξη Διοικητή του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας στην Υπηρεσία Ηλεκτρολόγων του Τμήματος Συντήρησης, γ) Με την υπ' αριθμόν 447/24-7-2001 Εγκύκλιο της Διεύθυνσης Διοικητικού του ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων από το 2001.
Ότι εκτελεί χρέη Προϊσταμένου Τμήματος ελλείψει τοποθετημένου Προϊσταμένου. Ότι ως προς τη βαθμολογία του, κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων του στο βαθμό του Τμηματάρχη, η οποία ερευνάται προκειμένου να συναχθεί εάν η υπηρεσία του στον ανωτέρω βαθμό ήταν ή όχι ευδόκιμη, ώστε και με τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των Υπαλλήλων της εναγομένης, να μπορεί να κριθεί εάν ο ενάγων έπρεπε ή όχι να προαχθεί στον επόμενο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου κατά τις πιο κάτω αναφερόμενες προαγωγικές κρίσεις- σημειώνονται τα ακόλουθα:
Από 1-1-1999 και εντεύθεν οι υπάλληλοι αξιολογούνται με τις κατ' έτος συντασσόμενες εκθέσεις αξιολογήσεως από τον Προϊστάμενο του υπαλλήλου (1ος κριτής) και τον Διευθυντή της Διεύθυνσης, στην οποία υπηρετούσε ο υπό κρίση υπάλληλος (2ος κριτής), αξιολογούμενοι για 17 επί μέρους στοιχεία και με ανώτερη κρίση "εξαίρετος" και με φθίνουσα κλίμακα "πολύ καλός", "καλός", "μέτριος", "ανεπαρκής".
Ότι ο ενάγων, κατά το έτος 1999, χαρακτηρίσθηκε με 17 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ" και για τα 17 κριτήρια της έκθεσης αξιολογήσεως και από τους 2 κριτές του, ενώ κατά το έτος 2000, χαρακτηρίσθηκε με 17 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΙ" και για τα 17 κριτήρια της έκθεσης αξιολογήσεως από τον 1ο κριτή του και με 14 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΙ" και 3 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" από το 2° κριτή του....
Ότι η εναγόμενη Τράπεζα, με την υπ' αριθμ. …/…-5-2002 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της, η οποία κοινοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 5/29-5-2002 εγκύκλιο της Διοικήσεως, προήγαγε στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου από 1.5.2002, τρεις (3) Τμηματάρχες από τον Τεχνικό Κλάδο για κάλυψη κενών οργανικών θέσεων και δη τους Σ.
Γ., Χ. Π. και Δ. Χ.. Ότι οι προαχθέντες αυτοί συνάδελφοι του ενάγοντος, διέθεταν κατά το χρόνο των επίδικων προαγωγών τους, τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) Ο Σ. Γ. (AM …): Πτυχιούχος ΤΕΙ, Τεχνικής Σχολής Μηχανοτεχνιτών, Μέσης Τεχνικής Σχολής (Εργοδηγός-Μηχανολόγος), ΣΕΛΕΤΕ (μηχανολόγος), προσληφθείς την 1-5-1975, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-4-1992.
Διετέλεσε Αναπληρωτής Προϊστάμενος Υπηρεσίας από 22-3-1996, Προϊστάμενος Υπηρεσίας από 7-1-2002 και δεν άσκησε ποτέ τα ανώτερα καθήκοντα του Αναπληρωτού Προϊσταμένου Τμήματος. Απασχολήθηκε από το 1975 στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών στο μηχανολογικό τμήμα. Δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες. Δεν παρακολούθησε κανένα σεμινάριο.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης έλαβε 11 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" και 6 "ΚΑΛΟΣ" και από τους 2 κριτές του για το έτος 1999 και 6 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ" και 11 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" από τον 1° κριτή του, 15 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ" και 2 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" από το 2° κριτή του για το 2000. 2) Ο Χ. Π. (AM …): Πτυχιούχος Ανωτέρας Σχολής Μηχανικών Εμπ. Ναυτικού, πτυχιούχος Β' και Γ Τάξεως Μηχανικού Ε.Ν., πτυχίο Πυροσβεστικών Μέσων, πτυχίο Α' και Β' Μηχανικού ΕΝ Liberia.
Προσληφθείς την 15-7-1977, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1/1/1997. (Εγκύκλιος 42C/22-4-1999). Απασχολήθηκε από 1977 έως 1981 στην Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Μηχανολογικό Τμήμα (Υπηρεσία Μηχανολογικών εγκαταστάσεων) και από 1981 στην Διεύθυνση Πληροφορικής Τμήμα τεχνικής Υποστήριξης κτιρίου και εγκαταστάσεων. Με την υπ' αριθμ. 476/85 ΠΔ αποσπάστηκε προσωρινά στις παιδικές Κατασκηνώσεις.
Άσκησε τα υπεύθυνα καθήκοντα του Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 16-12-1986 και Αναπλ. Προϊσταμένου Τμήματος από 8-12- 1999. Έχει παρακολουθήσει 4 σεμινάρια. Γνωρίζει καλά αγγλικά και μέτρια γαλλικά. Έλαβε στις εκθέσεις αξιολόγησης για το έτος 1999 13 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ" και 4 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" και από τους 2 κριτές του και για το έτος 2000 15 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ" και 2 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" και από τους 2 κριτές του. 3) Ο Δ.
Χ. (AM …): Πτυχιούχος Μέσης Τεχνικής Σχολής Ηλεκτρολόγου. Κάτοχος άδειας Ηλεκτροτεχνίτου βαθμού ΣΤ1 ειδικότητος, πτυχίου επίβλεψης ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων ΣΤ' ειδικότητος, 2ης κατηγορίας, άδειας ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων Γ' ειδικότητος. Προσλήφθηκε στις 24-2-1971. Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1- 1-1990 (Εγκύκλιος 446/29-5-1990).
Απασχολήθηκε από το 1971 στην Διεύθυνση τεχνικών υπηρεσιών στο μηχανολογικό τμήμα. Άσκησε καθήκοντα Αναπλ. Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 6-6-1991, καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18-4-1995, καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 7-1-2002, ενώ δεν έχει ασκήσει χρέη Προϊσταμένου Τμήματος. Γνωρίζει μέτρια αγγλικά.
Δεν έχει παρακολουθήσει κανένα σεμινάριο. Στις εκθέσεις αξιολόγησης έλαβε για το έτος 1999 10 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" και 7 "ΚΑΛΟΣ" από τον 1ο κριτή του και 11 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" και 6 "ΚΑΛΟΣ" από το 2° κριτή του και για το έτος 2000 9 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ" και 8 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" από τον 1° κριτή του και 15 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ" και 2 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" από το 2° κριτή του.
Ότι από τη σύγκριση του ενάγοντος με τους προαναφερόμενους συναδέλφους του, προέκυψε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι: 1) Είναι ισοδύναμος ως προς τους τίτλους σπουδών έναντι όλων. 2) Υστερεί ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα σε σχέση με όλους τους προαχθέντες, με την επισήμανση όμως ότι, το εν λόγω κριτήριο της υπηρεσιακής αρχαιότητας (γενικής ή ειδικής), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκεί, από μόνο του, αποφασιστική επιρροή στην επίδικη προαγωγή. 3) Υπερτερεί ως προς τους πρώτο και τρίτο των προαχθέντων και είναι ισοδύναμος με το δεύτερο από αυτούς, ως προς την παρακολούθηση σεμιναρίων. 4) Υπερτερεί έναντι όλων ως προς τις γνώσεις ξένων γλωσσών. 5) Υπερτερεί έναντι όλων ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και 6) Υπερτερεί έναντι όλων ως προς τις αξιολογικές κρίσεις.
Ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο υπεροχή των προαχθέντων συναδέλφων του ενάγοντος, σε θέματα όπως προσόντα ανώτερης θέσεως, επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, εργατικότητας, ικανότητας, ήθους κ.λ.π., όπως αυτά προβλέπονται από το ανωτέρω αναφερόμενο άρθρο 12 του Οργανισμού της εναγομένης.
Με βάση τα ανωτέρω, το εφετείο έκρινε ότι οι επίδικες προαγωγικές κρίσεις της 1.5.2002, κατά τις οποίες προήχθησαν οι συγκρινόμενοι υπάλληλοι της στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αντί του ενάγοντος, αντίκειται στην καλή πίστη και στην ορθή άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής (εναγομένης), είναι δε κατάφωρα και εξ αντικειμένου άδικη, διότι ο ενάγων, συγκρινόμενος με τους προαχθέντες συναδέλφους του, πληρούσε τα αντικειμενικά αξιοκρατικά κριτήρια να προαχθεί ο ίδιος, αντί αυτών, στον ανωτέρω βαθμό.
Ακολούθως το εφετείο, όσον αφορά την προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης διακωλυτική ένσταση, και αναφορικά με τα δύο πρώτα αντιπροτεινόμενα πρόσωπα, ήτοι τους Σ. Α. και Φ. , δέχθηκε τα ακόλουθα: 1) Ο Σ. Α. (AM …): Πτυχιούχος Ανωτέρας Σχολής Ηλεκτρονικών. Γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, χωρίς να διαθέτει κάποιο σχετικό πτυχίο.
Προσελήφθη την 4-10-1977. Προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχου από 1/10/1996. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και στη Διεύθυνση Ταμείων της εναγομένης. Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 17-4-2000 και καθήκοντα Αναπλ. Προϊσταμένου Τμήματος από 12-2-2007 ήτοι μετά τις επίδικες προαγωγές. Έχει παρακολουθήσει 3 σεμινάρια.
Στις εκθέσεις αξιολόγησης έλαβε για το έτος 1999 1 1 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ" και 2 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" και από τους 2 κριτές του και για το έτος 2000 15 "ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ" και 2 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" και από τους 2 κριτές του. 2) Ο Φ. Λ. (AM …): Πτυχιούχος Ανωτέρας Σχολής Ηλεκτρονικών. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, χωρίς να διαθέτει κάποιο σχετικό πτυχίο.
Προσελήφθη την 8-8-1977. Προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχου από 1/7/1996. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και στη Διεύθυνση Πληροφορικής και Οργάνωσης της εναγομένης. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 7-1-1997 και καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 30-5-2002, ήτοι μετά τις επίδικες προαγωγές.
Έχει παρακολουθήσει 4 σεμινάρια. Στις εκθέσεις αξιολόγησης έλαβε για το έτος 1999 9 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" και 8 "ΚΑΛΟΣ" και από τους 2 κριτές του και για το έτος 2000 10 "ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ" και 7 "ΚΑΛΟΣ" και από τους 2 κριτές του. Ότι από τη σύγκριση του ενάγοντος με τους προαναφερόμενους συναδέλφους του, προέκυψε κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι: 1) Είναι ισοδύναμος ως προς τους τίτλους σπουδών έναντι όλων. 2) Υστερεί ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα σε σχέση με όλους τους προαχθέντες, με την επισήμανση όμως ότι, το εν λόγω κριτήριο της υπηρεσιακής αρχαιότητας (γενικής ή ειδικής), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκεί, από μόνο του, αποφασιστική επιρροή στην επίδικη προαγωγή. 3) Υπερτερεί ως προς τον πρώτο από αυτούς και είναι ισοδύναμος με το δεύτερο από αυτούς, ως προς την παρακολούθηση σεμιναρίων. 4) Υπερτερεί έναντι αυτών ως προς τις γνώσεις ξένων γλωσσών. 5) Υπερτερεί έναντι αυτών ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και 6) Υπερτερεί έναντι αυτών ως προς τις αξιολογικές κρίσεις.
Ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο υπεροχή των ανωτέρω συναδέλφων του ενάγοντος, σε θέματα όπως προσόντα ανώτερης θέσεως, επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, εργατικότητας, ικανότητας, ήθους κ.λ.π., όπως αυτά προβλέπονται από το ανωτέρω αναφερόμενο άρθρο 12 του Οργανισμού της εναγομένης, ενώ ως προς το τρίτο αντιπροτεινόμενο πρόσωπο, ήτοι τον Ά.
Ξ., παρέλκει η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της ενστάσεως, διότι, ακόμη και αν ήθελε αποδειχθεί απλή έστω υπεροχή του αντιπροτεινόμενου έναντι του ενάγοντος, αυτός θα κάλυπτε μία μόνο κενή θέση και θα απέμεναν άλλες δύο, εκ των οποίων μία θα καταλάμβανε ο ενάγων, στο μέτρο που αποδείχθηκε κατάδηλη υπεροχή του, έναντι των προαναφερόμενων δύο (2) συναδέλφων του.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε τη διακωλυτική ένσταση (την προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα στο Εφετείο) ως ουσιαστικά αβάσιμη, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ότι έπρεπε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να προάγει τον ενάγοντα από 1-5-2002 και αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης με τις αιτιολογίες που περιέλαβε η ίδια, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ως αβάσιμους κατ' ουσίαν.
Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ.1 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των διατάξεων των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και καταφάσκουν τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων, ενώ διέλαβε στην απόφαση του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά στο ουσιώδες ζήτημα της εναντίον της καλής πίστης μη πλήρωσης της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος στο συγκεκριμένο βαθμό.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τα όσα δέχθηκε, πράγματι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη παραλείφθηκε και δεν προήχθη ο αναιρεσίβλητος, αν και διέθετε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που προέβλεπε ο κανονισμός του προσωπικού της αναιρεσείουσας και υπερτερούσε καταφανώς έναντι των ως άνω προαχθέντων στον ίδιο βαθμό και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του, καθώς και των αντιπροτεινομένων συναδέλφων του, ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, ως προς τις αξιολογικές κρίσεις, ως προς τις γνώσεις ξένων γλωσσών, και επιπλέον έναντι των πρώτου και τρίτου των προαχθέντων και ως προς την παρακολούθηση σεμιναρίων, στοιχεία τα οποία και εκφράζουν την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων αυτού που δικαιολογούν τη μέχρι τώρα απρόσκοπτη προαγωγική εξέλιξή του, την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα εκ τούτου ικανότητα προαγωγής του σε ανώτατο βαθμό.
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως συγκριτικό στοιχείο η υπεροχή των λοιπών προαχθέντων και αντιπροτεινόμενων έναντι του αναιρεσιβλήτου ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα και β) ότι το κριτήριο των τίτλων σπουδών και της συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου σε σεμινάρια, δε μπορεί να προσδώσει σ' αυτόν κατάδηλη υπεροχή, αφού υστερεί ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, είναι αβάσιμες, καθόσον το ως άνω κριτήριο της υπηρεσιακής αρχαιότητας (γενικής ή ειδικής), δεν μπορεί καθεαυτό να έχει κρίσιμη και αποφασιστική σημασία για τις προαγωγικές κρίσεις στους ανώτερους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας, όπως είναι ο βαθμός του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, αλλά απλώς συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία, ενώ οι τίτλοι σπουδών, η παρακολούθηση σεμιναρίων, η υπηρεσιακή απόδοση και η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αποτελούν βασικά κριτήρια για την κατ' απόλυτη εκλογή-προαγωγή υπαλλήλων, αφού προσδιορίζουν την εργατικότητα, την υπηρεσιακή κατάρτιση και τη δραστηριότητα του υπαλλήλου.
Επίσης, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογιών και επιπλέον περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα, της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων του αναιρεσιβλήτου σε σύγκριση με αυτά των αντί αυτού προαχθέντων, είναι αβάσιμες, διότι τα υπεύθυνα καθήκοντα που άσκησε ο ενάγων και οι λοιποί προαχθέντες προσδιορίζονται με επάρκεια στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τις ως άνω παραδοχές της (άσκηση καθηκόντων Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ηλεκτρολόγων του Τμήματος Συντήρησης, το έτος 1988, του Προϊσταμένου Υπηρεσίας στην Υπηρεσία Ηλεκτρολόγων του Τμήματος Συντήρησης, το έτος 1991, του Αναπληρωτή Προϊσταμένου του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων το έτος 2001 και έκτοτε χρέη Προϊσταμένου Τμήματος ελλείψει τοποθετημένου Προϊσταμένου, για τον αναιρεσίβλητο......άσκηση καθηκόντων Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 22-3-1996, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 7-1- 2002 και δεν άσκησε ποτέ τα ανώτερα καθήκοντα του Αναπληρωτή Προϊσταμένου, για τον πρώτο συγκρινόμενο Σ.
Γ., ......άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 16-12-1986 και Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 8-12-1999 για τον δεύτερο συγκρινόμενο Χ. Π.......άσκηση καθηκόντων Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 6-6-1991, Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18-4-1995, Αναπληρωτή Προϊσταμένου από 7-1-2002, ενώ δεν άσκησε χρέη Προϊσταμένου Τμήματος, για τον τρίτο συγκρινόμενο Δ.
Χ.). Οι περαιτέρω επικαλούμενες αιτιάσεις για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά το κριτήριο της ξένης γλώσσας, από τη σύγκριση του αναιρεσιβλήτου, τόσο με τον προαχθέντα Χ. Π., όσο και με τους αντιπροτεινόμενους ως άνω δύο συναδέλφους του, είναι αβάσιμες, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα, όντας κάτοχος του πτυχίου "LOWER OXFORD", ενώ ο ως άνω Χ.
Π., γνωρίζει καλά αγγλικά και μέτρια γαλλικά και επιπλέον, ο πρώτος αντιπροτεινόμενος, Σ. Α., γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, ο δε δεύτερος αντιπροτεινόμενος Φ. Λ., γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική και γαλλική, χωρίς όμως να διαθέτει κάποιο σχετικό πτυχίο. Επομένως οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 (κατά το πρώτο σκέλος του) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα Τράπεζα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με βάση τις πιο πάνω παραδοχές αυτής δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι των πιο πάνω προαχθέντων συναδέλφων του και ότι επί πλέον αυτή στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων αυτών, ενώ περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κριτήριο της ξένης γλώσσας, είναι αβάσιμοι.
Οι επιπλέον αιτιάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογιών, ανεπάρκεια αιτιολογιών και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα προσόντα του αναιρεσιβλήτου και ιδίως ως προς τη δήθεν υπεροχή αυτού έναντι των συγκριθέντων με αυτόν και προαχθέντων συναδέλφων του, είναι αόριστες, καθόσον δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη, ανεπάρκεια και αντίφαση των αιτιολογιών αυτών, στοιχεία απαραίτητα για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 10625/1025/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3979/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά του έξοδα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ