134/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την από 19-7-2018 κλήση του εφεσίβλητου Θ. Α. νόμιμα φέρεται προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η κρινόμενη υπόθεση επί της παρακάτω αναφερόμενης από 9-6-2011 (αριθμ. κατάθεσης 4082/2011) έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου, κατά της υπ' αριθμ. 723/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated134/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α. νόμιμα φέρεται προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η κρινόμενη υπόθεση επί της παρακάτω αναφερόμενης από 9-6-2011 (αριθμ. κατάθεσης 4082/2011) έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου, κατά της υπ' αριθμ. 723/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 134 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 134/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Θ. Α. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 723/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1018/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2-2-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1292/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Εφετείο.
Εκδόθηκε η 2020/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1158/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναιρεί την ως άνω απόφαση, κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση ως προς το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό, σε νέα συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος , κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση επί της ουσίας, ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 19-7-2018 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 19-7-2018 κλήση του εφεσίβλητου Θ. Α. νόμιμα φέρεται προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η κρινόμενη υπόθεση επί της παρακάτω αναφερόμενης από 9-6-2011 (αριθμ. κατάθεσης 4082/2011) έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου, κατά της υπ' αριθμ. 723/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-11-2009 αγωγή, στην οποία εκθέτει ότι εργάσθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 5-11-1977 μέχρι την 31-7-2009, οπότε απολύθηκε λόγω συνταξιοδότησης.
Ότι το, ως εκ των καθηκόντων που ασκούσε, καταβαλλόμενο σ' αυτόν "ελεγκτικό επίδομα" αποτελούσε τακτικές αποδοχές και ως εκ τούτου η εναγομένη όφειλε να το συνυπολογίζει στις αποδοχές κανονικής αδείας και στα επιδόματα εορτών και αδείας, κατά την περίοδο από 1-1-2004 έως 31-07-2009, καθώς και στην πρόσθετη αποζημίωση αποδοχών εννέα (9) μηνών που του χορήγησε με βάση τον όρο 6 της από 19-05-2004 επιχειρησιακής ΣΣΕ κατά τη λύση της σύμβασής του.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει: α) ως διαφορές αποδοχών αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας για την ως άνω χρονική περίοδο το ποσό των 23.628 ευρώ και β) ως διαφορά πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 17.436 ευρώ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 723/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 9-6-2011 έφεση της εναγομένης. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 1018/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία τη δέχθηκε τυπικά, αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν. Ακολούθως, ασκήθηκε από την εναγομένη η από 2-2-2015 πρώτη αίτηση αναιρέσεως. Επ' αυτής εκδόθηκε η 1292/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κατ' ευδοκίμηση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ ακυρώθηκε μερικώς η τότε προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς νέα εξέταση στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου κατά την εκφορά νέας ουσιαστικής κρίσης επί των συναφών λόγων της εφέσεως να διαληφθούν σαφείς και πλήρεις παραδοχές, δυνάμενες να οδηγήσουν σε ασφαλή δικανική πεποίθηση περί του αν το ένδικο ελεγκτικό επίδομα α) χορηγήθηκε στον ενάγοντα εξ αρχής ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του εσωτερικού ελεγκτή, με την πρόθεση να αποτελέσει συμβατική μισθολογική υποχρέωση της εναγομένης έναντι αυτού ή β) χορηγήθηκε μεν ως οικειοθελής παροχή της εναγομένης, αλλά στη συνέχεια, με την τακτική και αδιάκοπη καταβολή του και με σιωπηρή συμφωνία των μερών, εξελίχθηκε σε μισθολογική παροχή ή γ) χορηγήθηκε ως οικειοθελής παροχή, με τον πρόσθετο όρο ότι δεν θα είναι δυνατό να αποκτήσει μισθολογικό χαρακτήρα και ότι η καταβολή του θα μπορεί οποτεδήποτε να διακοπεί εκ μέρους της εναγομένης (επιφύλαξη ελευθεριότητας) ή δ) χορηγήθηκε ως οικειοθελής παροχή, με τον όρο ότι η εναγομένη θα έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει την απόφαση της καταβολής του στο μέλλον (ρήτρα ανακλήσεως).
3. Μετά την αναίρεση, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου αυτό να δικάσει ως δικαστήριο της παραπομπής την από 9-6-2011 έφεση της εναγομένης κατά της 723/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το αναιρεθέν μέρος. Το εφετείο ακολούθως εξέδωσε την 2020/2017 απόφασή του με την οποία απέρριψε την έφεση της εναγομένης και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την τότε εκκαλούμενη 723/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή. Ακολούθως ασκήθηκε από την εναγομένη η από 27-7-2017 2η αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η 1158/2018 απόφαση του παρόντος τμήματος του Α.Π. Με αυτή αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου, για όσους λόγους αναφέρονται σ'αυτή. Περαιτέρω, λόγω του ότι η επί της ουσίας απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί της εφέσεως αναιρέθηκε για δεύτερη φορά, η υπόθεση κρατήθηκε από τον Άρειο Πάγο για να δικασθεί στην ουσία ως προς το αναιρούμενο μέρος (ΚΠολΔ 580 παρ.3), σε νέα, όμως, προς το σκοπό αυτό συζήτηση, που θα οριζόταν με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων. Ήδη δε φέρεται προς συζήτηση με την ως άνω κλήση.
4. Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση όλων, ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (εκκαλών και πρώτη εφεσίβλητη), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη την 5-11-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του διοικητικού προσωπικού και απολύθηκε την 31-7-2009, έχοντας εξαντλήσει τη βαθμολογική ιεραρχία της κατηγορίας του.
Ότι το ΔΣ της εναγομένης, κατά την συνεδρίασή του στις 7-5-1996, ενέκρινε τη σύσταση αυτοτελούς υπηρεσίας με την ονομασία υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου, με δικό της οργανόγραμμα, κανονισμό εσωτερικού ελέγχου και ειδικό σύστημα αμοιβών, την οποία υπήγαγε απευθείας στο Διευθύνοντα Σύμβουλο. Ότι από το έτος 2003, μετά από προκήρυξη, ο ενάγων επιλέχθηκε ως ελεγκτής στην εν λόγω υπηρεσία, με έδρα το Μαρούσι, από όπου ασκούσε τα καθήκοντά του σε όλη την επικράτεια.
Ότι στην ως άνω υπηρεσία παρέμεινε μέχρι την 31-7-2009, οπότε απολύθηκε, λόγω συνταξιοδοτήσεως. Ότι, από 1-1-2004 μέχρι την κατά τα ως άνω απόλυσή του, ο ενάγων ήταν υπεύθυνος ομάδας - εσωτερικός ελεγκτής καί λάμβανε κάθε μήνα σταθερά καί μόνιμα το "ελεγκτικό επίδομα", το οποίο προβλέπεται από τον κανονισμό εσωτερικού ελέγχου της εναγομένης καί υπολογιζόταν από μεν την 1-1-2004 έως 31-12-2005 σε ποσοστό 40% επί του τακτικού μισθού του, από δε την 1-1-2006 έως 31-7-2009 σε ποσοστό 60% επί του ελεγκτικού επιδόματος, που λάμβανε ο επικεφαλής εσωτερικός ελεγκτής.
Ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα η εναγομένη κατέβαλλε το επίδομα αυτό στον ενάγοντα ως πρόσθετη παροχή σε χρήμα κάθε μήνα, σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα της κατά τα άνω παρεχόμενης από αυτόν εργασίας του ελεγκτή. Ότι, επί πλέον, ο ενάγων ελάμβανε το ελεγκτικό επίδομα και κατά τη διάρκεια της κανονικής του άδειας.
5.Ακολούθως, με την απόφαση που έλαβε στην υπ' αριθ. 2453/07.05.1996 Συνεδρίασή του το Δ.Σ. της εναγομένης (θέμα 11) εγκρίθηκε, μεταξύ άλλων, το Σύστημα Αμοιβών Ελεγκτών, που προβλέπει τη χορήγηση "ελεγκτικού επιδόματος" 60% επί των τακτικών αποδοχών στον Επικεφαλής της Υπηρεσίας, 50% επί των τακτικών αποδοχών στους Προϊσταμένους Ελεγκτές και 40% επί των τακτικών αποδοχών στους λοιπούς ελεγκτές, με την αμέσως δε επακολουθήσασα 2468/01.08.1996 όμοια, ορίστηκε κατά τρόπο σαφή ότι το επίδομα αυτό α) είναι "οικειοθελής παροχή", β) "δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές", και γ) ότι "δεν υπολογίζεται στα Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα κανονικής αδείας".
Ως εκ τούτου, ήδη από την έναρξη χορήγησης του εν λόγω "ελεγκτικού επιδόματος", η εναγομένη διευκρίνισε με την ως άνω απόφαση, που ελήφθη με την ανωτέρω υπ' αριθ. 2468/01.08.1996 συνεδρίαση του Δ.Σ. τον οικειοθελή του χαρακτήρα, και, σε κάθε περίπτωση, ότι αυτό δεν έχει χαρακτήρα τακτικών αποδοχών, ώστε να υπολογίζεται στα επιδόματα δώρων και αδείας.
Περαιτέρω, κατά την μεταγενέστερη υπ' αριθ. 2761/29.8.2006 συνεδρίαση του Δ.Σ. της εναγομένης (θέμα 10), αποφασίστηκε ο εκ νέου καθορισμός του τρόπου υπολογισμού του Ελεγκτικού Επιδόματος και ορίστηκε ότι αυτό "περικόπτεται με τους όρους και προϋποθέσεις που χορηγούνται και περικόπτονται τα έξοδα κίνησης και παράστασης προϊσταμένων Υπηρεσιακών Λειτουργιών, ενώ κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι ρυθμίσεις που εφαρμόζονται σχετικά με το ελεγκτικό επίδομα, στα σημεία τους, που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις προβλέψεις της παρούσας απόφασης".
Άλλωστε, σύμφωνα με την από 16.05.1995 ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΕ καί ΟΜΕ-ΟΤΕ θεσπίστηκαν τα έξοδα κίνησης και παράστασης, για τα οποία ευθύς εξ αρχής ορίστηκε ότι: α) "Τα ως άνω έξοδα είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές καί ο ΟΤΕ επιφυλάσσει σ' αυτόν ρητά το δικαίωμα ανακλήσεώς τους", β) "Δεν υπολογίζονται στα Δώρα των Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και στο επίδομα αδείας" (όροι 2 και 3).
Σημειωτέον ότι με την επακολουθήσασα από 10.06.1999 ΕΣΣΕ οι ως άνω όροι της από 16.05.1995 δεν τροποποιήθηκαν, αλλά εξακολούθησαν να ισχύουν ως ανωτέρω (με τον όρο 12 της από 10.06.1999 ΕΣΣΕ αντικαταστάθηκε μόνο ο όρος 6 της από 16.05.1995 ΕΣΣΕ). Έτσι, με την προαναφερθείσα διευκρινιστική απόφαση που ελήφθη στην υπ'αριθ. 2761/29.8.2006 συνεδρίαση του Δ.Σ.
της εναγομένης (θέμα 10), όχι μόνο δεν ακυρώθηκε ο μέχρι τότε οικειοθελής χαρακτήρας του "ελεγκτικού επιδόματος", αλλά, αντιθέτως, με την προσομοίωση του επιδόματος αυτού με τα "έξοδα κίνησης και παράστασης" ως προς τη δυνατότητα περικοπής τους, επιβεβαιώθηκε ο χαρακτήρας αυτός.
Συνεπώς, εξ αρχής η εναγομένη εργοδότρια κατέστησε γνωστό στον ενάγοντα ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ανάκλησης". Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα προς το αν παρατείνεται ή όχι για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής. Σε μια τέτοια περίπτωση η παροχή δεν είναι δυνατό να αποκτήσει μισθολογικό χαρακτήρα, όπως εν προκειμένω (ΑΠ 1158/2018, 48/2015).
6. Μετά, απ' αυτά πρέπει, μετά από εξαφάνιση της 723/2011 εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή του 2ου λόγου έφεσης που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης (βλ. σχετική επισημείωση της δικ. επιμελήτριας Ε. Κ. στο αντίγραφο της εκκαλουμένης (495 παρ.2 498, 511, 513, 516, 517, 518 ΚΠολΔ) ως προς τα κεφάλαια που προαναφέρθηκαν και τη διακράτηση της υπόθεσης για να δικαστεί κατ' ουσίαν, να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσία, γιατί το ένδικο ελεγκτικό επίδομα δεν αποτελεί μισθολογική παροχή, αλλά οικειοθελή και ελεύθερα ανακλητή παροχή.
7. Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Αν η εκτέλεση είχε γίνει με βάση την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου και το αίτημα επαναφοράς δεν υποβλήθηκε στον Άρειο Πάγο, μπορεί να υποβληθεί στο εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση (ΑΠ 1298/10, ΑΠ 138/1985). Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 5/2001).
Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 591/2015).
8. Εν προκειμένω, μετά την τελεσιδικία της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 723/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την 1018/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η εναγομένη, συμμορφούμενη εκουσίως στην απόφαση αυτή, κατέβαλε στον ενάγοντα το σύνολο του επιδικασθέντος πρωτοδίκως χρηματικού ποσού (δηλαδή τόσο το καταψηφιστικό μέρος όσο και το αναγνωριστικό μέρος μετά των αναλογούντων τόκων). Συγκεκριμένα του κατέβαλε 34.188,16 ευρώ ως κεφάλαιο + 15.610,57 ως τόκους + 600 ευρώ για δικαστικά έξοδα για τον β' βαθμό δικαιοδοσίας, δηλαδή συνολικό μικτό ποσό 50.398,73 ευρώ και καθαρά, μετά τις σχετικές παρακρατήσεις, 30.135,71 ευρώ. Το ως άνω ποσό των 30.135,71 ευρώ καταβλήθηκε στο ενάγοντα με σχετική κατάθεση στον διατηρούμενο από αυτόν υπ' αριθ. 671/745687-57 λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα (βλ. α) Απόδειξη Εισπράξεως κατάθεσης ποσού 30.135,71 στην Εθνική Τράπεζα της 03.09.2013, β) Απόδειξη της 15.07.2013, όπου περιλαμβάνεται πλήρης ανάλυση του μικτού ποσού και του καθαρού ποσού καταβληθέντος ποσού, γ) Περαιτέρω, από 09.07.2013 αναλυτική Έκθεση περί της οφειλής της Διεύθυνσης Εργατικών Θεμάτων του ΟΤΕ).
9. Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι βάσιμη και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, η αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί να επιστρέψει το ως άνω ποσό των 30175,31 (30175,31) ευρώ στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, ο ενάγων, εκκαλών και αναιρεσίβλητος, που ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του κατά την έκκλητη και την αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 9-6-2011 εφέσεως ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν τυπικά και κατ'ουσίαν ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 723/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 27-11-2009 αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τριάντα χιλιάδων εκατόν τριάντα πέντε ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (30135,71), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Νοεμβρίου 2019. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Φεβρουαρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ