Legislator Case Law & Legislation
134/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in car accident case, upholding lower court's liability finding and future loss award.

Case Number 134/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a final judgment from the Single Court of Appeal in Nafplion. The lower court found both drivers negligent in a collision, establishing liability for the plaintiff's injuries and future lost earnings. The court rejected the appeal's arguments regarding the sufficiency of evidence and the calculation of future losses, ruling that the appellate court's reasoning was adequate and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Articles 929 and 298 of the Civil Code: Liability for tort requires fault, illegality, and causation, while future lost earnings constitute compensable damage when bodily injury reduces earning capacity.

Keywords

AI generated
tort liability future lost earnings car accident negligence appeal dismissal civil code damages

Cited Legislation

AI generated
Article 614, paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Articles 929 and 298 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 134 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 134/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1009/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 358/2016 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 4/1/2017 (με αριθμό καταθέσεως 3/2017) αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 358/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (άρθρο 614 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (άρθρ. 564 § 3 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558 και 577 Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημιάς.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.

Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Περαιτέρω ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου, ως άνω, Κώδικα, η απόφαση στερείται νόμιμου βάσεως όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Στις 15 Ιουλίου του έτους 2006 και περί ώρα 21:40' ο ενάγων Θ. Κ., οδηγούσε με κανονική ταχύτητα, την υπ' αριθμ. Κυκλ. ...12 δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος, με συνεπιβάτες επί της μοτοσικλέτας την σύζυγό του, Μ.-Ε.

Κ. και τον ανήλικο υιό τους (γεννηθείς το 1995), και κινούταν με κανονική ταχύτητα επί της οδού ... με κατεύθυνση από την οδό ... προς το λιμάνι του .... Η οδός ... είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ευθεία, οριζόντια με συνολικό πλάτος οδοστρώματος στο σημείο που κινούταν ο ενάγων 7,50 μ.

Κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν νύχτα, ο καιρός αίθριος, η άσφαλτος ξηρή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ο φωτισμός ήταν επαρκής, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων και πεζών ήταν αυξημένη, το δε ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλμ/ω λόγω κατοικημένης περιοχής. Η οδός ... τέμνεται με την οδό ... από την πλευρά της κατεύθυνσής της προς την οδό ..., ήτοι αριστερά ως προς την πορεία του ενάγοντος.

Ο τελευταίος έχοντας την πρόθεση να εγκαταλείψει την οδό ... και να εισέλθει αριστερά ως προς την πορεία του στην οδό ..., επιβράδυνε την κίνηση της μοτοσικλέτας του, ακινητοποίησε αυτήν πλησίον του άξονα της οδού ... ενεργοποιώντας τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, ανέμενε δε να διέλθουν τα οχήματα που κινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση της αυτής οδού.

Κατά τον ίδιο χρόνο η Μ. Κ. (μη διάδικος) οδηγώντας ένα επιβατικό αυτοκίνητο στο αντίθετο από εκείνο που κινούταν ο ενάγων ρεύμα κυκλοφορίας της αυτής οδού επίσης ακινητοποιήθηκε στο σημείο συμβολής των δύο οδών (... και ...) ως άνω και ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης προκειμένου να επιχειρήσει αριστερή ως προς την πορεία της στροφή και να εισέλθει, διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα της οδού ..., στο λιμάνι του ...

και στον εκεί ευρισκόμενο χώρο στάθμευσης. Η ανωτέρω οδηγός αντιληφθείσα ότι ο ενάγων ήθελε επίσης να επιχειρήσει αριστερή ως προς την πορεία του στροφή και να εισέλθη στο ρεύμα κυκλοφορίας που η ίδια κινούταν ένευσε σε αυτόν να πραγματοποιήσει την αριστερή στροφή. Κατόπιν τούτου αμφότερα τα οχήματα κινήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα προκειμένου να πραγματοποιήσει το καθένα στροφή αριστερά σε σχέση με την πορεία του.

Στον ίδιο τόπο και χρόνο ο εναγόμενος, Σ. Π., οδηγούσε με ταχύτητα που δεν προσδιορίστηκε εκτιμάται όμως χαμηλή λόγω της αυξημένης κίνησης των οχημάτων, το υπ' αριθμ. Κυκλ. ...90 ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου και ασφαλισμένο κατά τον ανωτέρω χρόνο για τις έναντι των τρίτων ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, επί της ίδιας ανωτέρω οδού ..., έχων την ίδια κατεύθυνση με την ανωτέρω οδηγό Μ.

Κ., ήτοι όπισθεν αυτής και αντίθετα προς τον ενάγοντα. Κατά την στιγμή που η τελευταία επιχειρούσε αριστερή στροφή ο ίδιος ανέπτυξε απότομα ταχύτητα και πραγματοποίησε υπέρβαση του οχήματος αυτής από δεξιά με σκοπό να διασχίσει την διασταύρωση με την οδό ... και να εξακολουθήσει ευθεία την πορεία του. Κατά την προσπέραση αυτή και ενώ βρισκόταν περίπου στο μέσον της διασταύρωσης των ανωτέρω οδών συγκρούστηκε με την μοτοσικλέτα του ενάγοντος που εκείνη την στιγμή είχε αναπτύξει ταχύτητα και επιχειρούσε στροφή αριστερή ως προς την πορεία του και κινούταν ήδη εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του εναγομένου με κατεύθυνση προς την οδό ....

Λόγω της αιφνίδιας αυτής κίνησης του εναγομένου, της μικρής μεταξύ τους απόστασης, σε συνδυασμό με την ταχύτητα αμφοτέρων των οχημάτων, αλλά και το ότι ο ενάγων - οδηγός της μοτοσυκλέτας είχε επιπλέον δύο άτομα επ' αυτής, ο τελευταίος δεν κατάφερε να προβεί εγκαίρως σε τροχοπέδηση, ώστε προσέκρουσε με την εμπρόσθια και αριστερή πλευρά της στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του επιβατικού αυτοκινήτου, στο ύψος του φτερού.

Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν να εκτραπεί αριστερά της πορείας της η μοτοσικλέτα και να ανατραπεί μαζί με τον οδηγό και τα συνεπιβαίνοντα άτομα και να ακινητοποιηθεί επί του οδοστρώματος. Από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες από αμφότερους τους διαδίκους, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, σε συνδυασμό με τα βλαβέντα μέρη των οχημάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, απεδείχθη ότι ο εναγόμενος οδηγός του επιβατικού αυτοκινήτου προέβη σε υπέρβαση εκ δεξιών του οχήματος που είχε ακινητοποιηθεί έμπροσθέν του για να πραγματοποιήσει στροφή αριστερή, αναπτύσσοντας απότομα ταχύτητα, χωρίς προφανή αιτία εφόσον τόσο το έμπροσθεν όχημα κινούταν με μικρή ταχύτητα ενώ υπήρχε και αυξημένη κίνηση οχημάτων και πεζών στο οδόστρωμα που δεν του επέτρεπαν ελευθέρως να συνεχίσει με ταχύτητα την ευθεία πορεία του.

Ο ανωτέρω οδηγός ουδόλως αντιλήφθη την κίνηση της μοτοσικλέτας που κινούταν ήδη αριστερά της πορείας του με πρόθεση να εισέλθη στην οδό ..., κίνηση που του είχε επιτραπεί από το έμπροσθέν του όχημα, ως άνω περιγράφηκε. Σημειώνεται ότι όπως διαπιστώθηκε κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ατύχημα ο εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου και ήδη εκκαλών εστερείτο άδειας ικανότητας οδηγήσεως και όχι ο ενάγων-οδηγός της μοτοσικλέτας και ήδη εφεσίβλητος όπως εσφαλμένα αναφέρουν οι εκκαλούντες στην υπό κρίση έφεσή τους.

Περαιτέρω δε ο εναγόμενος-εκκαλών οδηγός οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος καθώς κατά την διενέργεια αιμοληψίας στην οποία υπεβλήθη ανιχνεύθηκε στο αίμα του συγκέντρωση οινοπνεύματος 0,53g/l αίματος. Από την άλλη μεριά και ο ενάγων - οδηγός της μοτοσυκλέτας ήδη εφεσίβλητος δεν είχε αυξημένη και τεταμένη την προσοχή του, ώστε ενώ επιχειρούσε να πραγματοποιήσει αλλαγή κατεύθυνσης και να εισέλθη στην συμβαλλόμενη με την οδό ...

όπου εκινείτο οδό ... δεν προέβη σε επαρκή έλεγχο των εκ δεξιών του ιδίου κινουμένων οχημάτων, δεδομένης της αυξημένης κίνησης αυτών, αρκέστηκε στο νεύμα της οδηγού Κ. ώστε δεν έλεγξε αν και μπορούσε ως μέσος οδηγός την οδό ... προκειμένου να προβεί στην κίνηση ανωτέρω χωρίς κίνδυνο για τον ίδιο και τους άλλους χρήστες της οδού, αλλά αμέσως ανέπτυξε ταχύτητα με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το αυτοκίνητο του εναγομένου εκκαλούντος που κινούταν όπισθεν του αυτοκινήτου της Κ.

και λόγω της ταχύτητας και του αυξημένου βάρους λόγω των δύο επιπλέον ατόμων που επέβαιναν σε αυτήν, δεν κατάφερε να τροχοπεδήσει εγκαίρως προκειμένου να αποφύγει ή έστω να μειώσει την σφοδρότητα της πρόσκρουσης στο όχημα αυτό. Με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά αμφοτέρων των οδηγών των εμπλεκομένων οχημάτων, οι οποίοι παραβίασαν ο μεν εναγόμενος-εκκαλών τις από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 26 παρ. 1 και 42 παρ. 1 του Ν. 2696/99 (ΚΟΚ) σε συνδ.

με άρθρο 330 εδάφ. β' του ΑΚ, επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του, ο δε ενάγων-εφεσίβλητος τις από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 23 παρ. 2 εδ. γ' του Ν. 2696/99 (ΚΟΚ) σε συνδ. με άρθρο 330 εδάφ. β' του ΑΚ, επιβαλλόμενες υποχρεώσεις τους, η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο συμβάν. Ας σημειωθεί ότι η συνυπαιτιότητα εκάστου εμπλεκομένου οδηγού, δεν αναιρείται από μόνο το γεγονός ότι ο έτερος οδηγός παραβίασε τις από τις διατάξεις του ΚΟΚ επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του [βλ.

σχετ. ΑΠ 447/2000 ΕλλΔνη 41 (2000). 1309, ΑΠ 57/2000 ΕλλΔνη 41 (2000). 692]. Συνακόλουθα γενομένου δεκτού ως κατ' ουσίαν βασίμου του προβαλλόμενου ισχυρισμού των εναγομένων περί συντρέχουσας υπαιτιότητας του ενάγοντος-οδηγού αντίστοιχα, ο οποίος αποτελεί νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 4, 5, 9 και 10 του Ν.

ΓπΝ/1911 πρέπει να καθορισθεί το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος κάθε οδηγού σε ποσοστό 60% για τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα και 40% για τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο. Εφόσον τα ίδια είπε και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό ο αντίστοιχος λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξ αιτίας της συγκρούσεως ο ενάγων τραυματίσθηκε και διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ... όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με κλίμακα Γλασκώβης 15 περιτραυματική αμνησία, βαρύ θλαστικό τριχωτού κεφαλής με συνοδό συμπιεστικό κάταγμα μετωποβρεγματικής χώρας, κάταγμα 2ης και 4ης πλευράς με θλάση πνεύμονα και συνοδό κάταγμα ωμοπλάτης κεφαλής όπου έγινε συρραφή τραύματος λόγω αιμορραγίας, τοποθετήθηκε Billau, ενώ λόγω χαμηλού κορεσμού οξυγόνου διασωληνώθηκε.

Εν συνεχεία την 17-7-2006 διακομίστηκε στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού (Ν.Ι.Μ.Τ.Σ) όπου νοσηλεύτηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας έως 7-8-2006, οπότε και μεταφέρθηκε στη νευροχειρουργική κλινική του ίδιου νοσοκομείου και εκεί νοσηλεύτηκε μέχρι την 16-8-2006. Υπεβλήθη εν συνεχεία σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου όπου διαπιστώθηκε ότι "εμφάνισε κάταγμα μετωπιαίου οστού, εικόνα θλάσεως του εγκεφάλου στο δεξιό βρεγματικό λοβό, εικόνα υπαραχνοειδούς αιμορραγίας στο δρέπανο και στο οκηνίδιο της παρεγκεφαλίδας παχυβλεννογονίτιδα ηθμοειδών κυψελών και παραρρινίων κόλπων, πιθανή μικρή υποσκληρίδιο αιμορραγία στην περιοχή του κατάγματος".

Επίσης υπεβλήθη και σε αξονική τομογραφία θώρακος όπου σύμφωνα με την σχετική γνωμάτευση παρουσίασε "υπεζωκοτική συλλογή άμφω με πυκνοατελεκτατικά στοιχεία στις βάσεις, κυψελιδικά διηθήματα σε αμφοτέρους τους πνεύμονες, πνευμονοθώρακα ΑΡ κατάγματα πλευρών ΑΡ υποδόριο εμφύσημα ΑΡ". Εξήλθε από το ανωτέρω νοσοκομείο την 16-8-06 ενώ του χορηγήθηκε ειδική φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση των κεφαλγιών και τον κίνδυνο επιληψίας καθώς και ελαστικές κάλτσες για τον κίνδυνο θρομβώσεων και περιπατητήρας για στήριξη...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λίγους μήνες πριν το ένδικο ατύχημα είχε αποστρατευτεί από τον Ελληνικό Στρατό, ήταν ηλικίας 50 ετών, είχε δε ειδικότητα τεχνολόγος δομικών έργων, προσκόμισε δε την από 30/11/95 ταυτότητα μέλους της Ένωσης Ελλήνων Τεχνολόγων Μηχανικών. Ο ως άνω είχε συμφωνήσει με την εταιρεία "...", εδρεύουσα στο ...

και τον νόμιμο αυτής εκπρόσωπο να προσληφθεί από την τελευταία την 1.8.2006 με σύμβαση αορίστου χρόνου και μηνιαίες αποδοχές 2.000 ευρώ πλέον οικειοθελών παροχών και οδοιπορικών εξόδων, πλην όμως η πρόσληψή του αυτή δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία ένεκα του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα (σχετ.

το από 7-8-2008 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους περί δυνατότητάς του να εργαστεί νομίμως σε οιαδήποτε επιχείρηση, εφόσον αυτή δεν ανήκει στο ευρύτερο Δημόσιο και η από 14-3-2008 βεβαίωση του Τ. Α. νομίμου εκπροσώπου της "..."). Με βάση επομένως τα ανωτέρω έγγραφα σε συνδυασμό και με την κατάθεση της μάρτυρος στο ακροατήριο, η οποία δεν ανατρέπεται από τα έτερα αξιόλογα αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο ενάγων θα εργαζόταν στην ανωτέρω εταιρεία και δη για μία πενταετία τουλάχιστον (λαμβανομένης υπόψιν και της ηλικίας και της ειδικότητάς του) από την προγραμματισμένη πρόσληψή του, εισπράττοντας ετησίως 28.000 ευρώ τουλάχιστον (= 14 μήνες συμπεριλαμβανομένου δώρου Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας) χ 2.000 ευρώ) και για πέντε τουλάχιστον έτη το συνολικό ποσό των 140.000 ευρώ (= 5 έτη χ 28.000 ευρώ ετησίως).

Εφόσον τα ίδια είπε και η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το αποδειχθέν ανωτέρω ποσό των διαφυγόντων κερδών του δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό και ο αντίστοιχος λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει, απορριπτομένων όλων των λόγων της εφέσεως, να απορριφθεί και αυτή στο σύνολό της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αγωγική αξίωση αποζημίωσης εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος, οφειλόμενου σε συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά αμφότερων των οδηγών των εμπλεκομένων οχημάτων σε ποσοστό 60% για τον εναγόμενο και 40% για τον ενάγοντα, κατά μερική παραδοχή της υποβληθείσας από την αναιρεσείουσα σχετικής ενστάσεως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση της επίδικης σύγκρουσης των οχημάτων και κατέγνωσε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου συντρέχον πταίσμα σε ποσοστό 30% στην πρόκληση των σωματικών βλαβών λόγω μη χρήσης κράνους κατά την οδήγηση της μηχανής, επιδικάζοντας τα σχετικά κονδύλια μετ' αφαίρεση των ποσών που αντιστοιχούσαν στα ποσοστά συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, για την πρόκληση του ατυχήματος και την επέλευση των σωματικών του βλαβών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την συνυπαιτιότητα του εναγομένου στην επέλευση του ατυχήματος, για την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 330 εδ. β' του Α.Κ. και 12 παρ. 1, 17 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 26 παρ. 1 και 42 παρ. 1 του ΚΟΚ (N. 2696/1999) και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν και επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ειδικότερα το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί συγκλίνουσας υπαιτιότητας αμφοτέρων των οδηγών, δέχθηκε αναιρετικώς ανέλεγκτα, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου οδηγώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος και στερούμενος αδείας ικανότητας οδηγού επιχείρησε προσπέραση από δεξιά του προπορευομένου οχήματος, με οδηγό την Κ., ευρισκόμενου σε διασταύρωση για να πραγματοποιήσει στροφή αριστερή, αναπτύσσοντας (ο οδηγός του αυτοκινήτου) απότομα ταχύτητα, καίτοι υπήρχε αυξημένη κίνηση οχημάτων και πεζών στο οδόστρωμα και χωρίς ν' αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα που κινούνταν αριστερά ως προς την πορεία του, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με αυτήν.

Περαιτέρω δέχθηκε ότι και ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν είχε τεταμένη την προσοχή και ενώ επιχειρούσε να πραγματοποιήσει αλλαγή κατεύθυνσης προς αριστερά δεν προέβη σε επαρκή έλεγχο των εκ δεξιών του κινουμένων οχημάτων αρκεσθείς στο νεύμα της οδηγού Κ., να πραγματοποιήσει την αριστερή στροφή, αλλά ανέπτυξε ταχύτητα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το αυτοκίνητο του εναγομένου που κινούνταν όπισθεν του αυτοκινήτου της Κ.

και λόγω της ταχύτητας και του αυξημένου βάρους, δεν κατάφερε να τροχοπεδήσει εγκαίρως προκειμένου να αποφύγει ή έστω να μειώσει την σφοδρότητα της πρόσκρουσης στο όχημα αυτό. Οι παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί συντρέχουσας υπαιτιότητας αμφοτέρων των οδηγών.

Ουδεμία εξάλλου αντίφαση υπάρχει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι κατά τον χρόνο προσπέρασης του οχήματος της οδηγού Κ. "η οδηγός επιχείρησε αριστερή στροφή" με την παραδοχή ότι "είχε ακινητοποιηθεί για να πραγματοποιήσει στροφή αριστερή", όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα. Ωσαύτως το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών (απωλεσθεισών αποδοχών), διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες χωρίς να απαιτείτο να αναφέρει τον εύλογο χρόνο που χρειαζόταν για την πλήρη αποκατάσταση των τραυματισμών του ενάγοντος, ώστε αυτός να δύναται να επαναδραστηριοποιηθεί επαγγελματικά (όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα), καθόσον δέχθηκε ότι η απώλεια των αποδοχών του ενάγοντος οφείλεται στη ματαίωση της συμφωνημένης προσλήψεώς του την 01-08-2006 από την εταιρεία "..." με σύμβαση αορίστου χρόνου και μηνιαίες αποδοχές 2.000 ευρώ, η οποία (ματαίωση) οφείλεται στην εξαιτίας του τραυματισμού του νοσηλεία σε νοσηλευτικά ιδρύματα από 15/7/2006 έως 16/8/2006, οπότε ήταν ανίκανος προς εργασία και συνεπώς ήταν αδύνατη η συμφωνημένη πρόσληψή του και παροχή της εργασίας του, χωρίς να ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή επί της ως άνω συμφωνίας τυχόν βελτίωση ή αποκατάσταση της υγείας του ενάγοντος μετά την έξοδό του από τα νοσοκομεία στα οποία νοσηλεύτηκε, αφού κατά τα εκτεθέντα, η ζημία του οφείλεται στη ματαίωση της πρόσληψής του, η οποία δεν έλαβε χώρα συνεπεία του τραυματισμού του.

Συνεπώς, ο δεύτερος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-1-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 358/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ