Legislator Case Law & Legislation
134/2016 AI generated

134/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 134/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 134 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

134/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 134 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 134 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 134/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Κ. Δ., το γένος Η. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Αρβαντίνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο ..."" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Μπουρνάζου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3106/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2905/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/7/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 17/4/2015 έκθεση του κωλυόμενου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθ.361 ΑΚ μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο σκοπό και δη για την παροχή εφάπαξ βοηθήματος. Τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά ειδικά τους προέβλεπε, στα πλαίσια ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές η εφαρμοστέα, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου σύστασης του αναφερομένου στην συνέχεια ειδικού λογαριασμού, διάταξη του άρθ.4§7 α.ν. 1022/1946.

Οι λογαριασμοί αυτοί κατά κανόνα δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι νόμιμες κατά περίπτωση διατυπώσεις, ούτε αποτελούν αστικές εταιρείες (Ολ ΑΠ 9/2012, 25/2008, ΑΠ 1599/2006). Εξάλλου, με το β.δ. από 4-5-1881 είχε ιδρυθεί και λειτουργήσει με την μορφή ν.π.ι.δ. το "Θεραπευτήριον Αθηνών ο ...", το οποίο σύμφωνα με το ΠΔ 305/1989 υπήχθη στις διατάξεις του ν.δ.2592/1953 και του ν.1397/1983 και μετετράπη σε ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Περιφερειακό Νοσοκομείο Αθηνών ο ...". Τέλος, σύμφωνα με το άρθ.159 ΑΚ "Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφ' όσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη. Σε περίπτωση αμφιβολίας, είναι, επίσης, άκυρη η δικαιοπραξία, αν δεν τηρήθηκε ο τύπος που είχαν καθορίσει τα μέρη.

Αλλά η εκπλήρωση της δικαιοπραξίας με επίγνωση της έλλειψης του τύπου, θεραπεύει την έλλειψη αυτή". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του τώρα αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου (ν.π.δ.δ.) με αντικείμενο τη καταβολή του εκεί ποσού ως εφάπαξ παροχή του τηρουμένου σ' αυτό ειδικού λογαριασμού, με την προσβαλλομένη 2905/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα ενάγουσα προσλήφθηκε την 6-10-1972 από το αναιρεσίβλητο εναγόμενο νοσοκομείο "Ο ..." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως διπλωματούχος αδελφή νοσοκόμος, αντί των εκάστοτε νομίμων αποδοχών, ότι το εναγόμενο είχε ιδρυθεί με το β.δ.

από 4-5-1881 και από τότε λειτουργούσε με την μορφή ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ Ο ...", ενώ με το ΠΔ 305/1989 υπήχθη στις διατάξεις του ν.δ.2592/1953 και του ν.1397/1983 και μετατράπηκε σε ν.π.δ.δ., το οποίο υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ν.π.ι.δ. και λειτουργεί έκτοτε με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ..." σύμφωνα με την ΥΑ Α.3Β/Οικ.3766/1987, η δε ενάγουσα και μετά την μεταβολή αυτήν συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο με την προαναφερομένη ιδιότητα μέχρι την συνταξιοδότησή της την 30-1-2008, ότι πριν την μετατροπή του εναγομένου σε ν.π.δ.δ.

είχε ιδρυθεί με την 29/1953 απόφαση του ΔΣ αυτού ειδικός λογαριασμός με την ονομασία "Λογαριασμός Προνοίας των Αδελφών του Θεραπευτηρίου Ο ...", ο οποίος στην συνέχεια λειτούργησε ως υπηρεσία του εναγομένου, ότι με την 62/1957 απόφασή του το ΔΣ αυτού, αφού αναγνώρισε και τυπικά την ύπαρξη του λογαριασμού, κατάρτισε τον κανονισμό λειτουργίας του, χωρίς να προβεί στις απαραίτητες διατυπώσεις, ώστε να αποκτήσει ο λογαριασμός ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα και κατά συνέπεια δεν αποτελεί αυτός νομικό πρόσωπο, ούτε ένωση προσώπων για επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού ή αστική εταιρεία, αλλά αποτελεί συγκέντρωση περιουσίας για ορισμένο σκοπό, περιλαμβάνεται στις υπηρεσίες του εναγομένου και τελεί σε άμεση εξάρτηση από αυτό, ότι στο άρθ.1 του κανονισμού ορίζεται ότι σκοπός του λογαριασμού είναι η παροχή εφάπαξ βοηθήματος στις αδελφές νοσοκόμες που αποχωρούν μετά από 3 τουλάχιστον έτη πραγματικής υπηρεσίας στο εναγόμενο (παρ.3), ενώ η συμμετοχή στον λογαριασμό είναι προαιρετική και γίνεται ύστερ' από υπεύθυνη δήλωση της ενδιαφερομένης, στην οποία διαλαμβάνεται ότι έλαβε γνώση των διατάξεων του κανονισμού, η εργαζομένη δε, εφόσον το επιθυμεί, μπορεί οποτεδήποτε να παύσει να μετέχει σ' αυτόν, υποβάλλοντας σχετική υπεύθυνη δήλωση (παρ.3), ότι περαιτέρω στο άρθ.2 του κανονισμού ορίζεται ότι πόροι του λογαριασμού είναι η εισφορά των μετόχων σε ποσοστό 3% επί των τακτικών μηνιαίων αποδοχών, που κρατείται κατά μήνα με τις μισθολογικές καταστάσεις του εναγομένου και αποδίδεται στον λογαριασμό στο τέλος της μισθοδοσίας (παρ.1), το ποσοστό δε αυτό αυξήθηκε σε 4% με την 38/1977 απόφαση του ΔΣ του εναγομένου, επίσης πόροι του λογαριασμού είναι δωρεές, κληροδοσίες η κληρονομίες προς το θεραπευτήριο, καθώς και πρόσοδοι της περιουσίας του λογαριασμού (παρ.3, 4), ενώ ορίζεται ότι το θεραπευτήριο στο τέλος κάθε έτους και μετά τον απολογισμό της οικονομικής χρήσης δύναται να ενισχύει τον λογαριασμό οικονομικά μετά από απόφαση του ΔΣ και πρόταση της Διεύθυνσης (παρ.2), ότι από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο λογαριασμός αυτός τηρείται με συμφωνία που καταρτίζεται μεταξύ του θεραπευτηρίου και των αδελφών νοσοκόμων, ειδικότερα δε το θεραπευτήριο με την σύσταση και διατήρηση του κανονισμού προβαίνει σε πρόταση σύναψης σύμβασης ως προς κάθε αδελφή νοσοκόμα που επέρχεται με την εγγραφή της στον λογαριασμό και την αποδοχή του κανονισμού, με την σύμβαση δε αυτήν δημιουργείται αφενός μεν υποχρέωση των αδελφών νοσοκόμων που μετέχουν στον λογαριασμό για καταβολή εισφορών, με την ειδικότερη μορφή των κρατήσεων, αφετέρου δε υποχρέωση του εναγομένου για καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος κατά την αποχώρησή τους, το χρηματικό δε αυτό βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού καταβάλλεται από πόρους που σχηματίζονται κατά κύριο λόγο από τις εισφορές των μετόχων, δεδομένου ότι από τους λοιπούς αναφερομένους στο άρθ.2 πόρους, που εκτέθηκαν παραπάνω, η μεν ενίσχυση εκ μέρους του εναγομένου θεραπευτηρίου είναι δυνητική, οι δε λοιποί πόροι, δηλ.

οι δωρεές, κληροδοσίες ή κληρονομίες και οι πρόσοδοι της περιουσίας του λογαριασμού, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του βοηθήματος ως αμιγώς ανταποδοτικού ή μη, αφού, πέραν της αοριστίας και του υποθετικού χαρακτήρα τους, δεν προβλέπεται μόνιμη και σταθερή καταβολή τους, οι εργαζόμενοι δε που λαμβάνουν μεγαλύτερες αποδοχές και υποβάλλονται σε υψηλότερες κρατήσεις δικαιούνται υψηλοτέρου βοηθήματος, ότι τούτο ορίζεται ευθέως στις διατάξεις των παρ.1 και 5 του άρθ.5 του κανονισμού, κατά τις οποίες οι μέτοχοι του λογαριασμού που αποχωρούν από την υπηρεσία θα λαμβάνουν ποσό ίσο προς τόσους μηνιαίους μισθούς όσα τα έτη υπαγωγής τους στην ασφάλιση (παρ.1), μισθός δε νοείται ο μέσος όρος των αποδοχών των τελευταίων 12 μηνών πριν από την έξοδό τους, επί των οποίων ενεργήθηκαν κρατήσεις, συναρτάται, επομένως, άμεσα το δικαίωμα λήψης του εφάπαξ βοηθήματος με την καταβολή των εισφορών μέχρι την έξοδο των μετόχων από τον λογαριασμό, αφού ακόμη και για τον προσδιορισμό του ύψους αυτού λαμβάνεται υπόψη, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη, ως μισθός ο μέσος όρος όχι απλά των αποδοχών των 12 τελευταίων μηνών πριν από την έξοδο, αλλά εκείνων των αποδοχών του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, επί των οποίων πραγματοποιήθηκαν κρατήσεις, ότι την 6-1-1972 η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση εγγραφής και ενεγράφη στον τηρούμενο λογαριασμό αποδεχομένη τους όρους του κανονισμού, ότι από το έτος 1988 δημιουργήθηκαν οικονομικά προβλήματα σχετικά με την λειτουργία του λογαριασμού και διαδόθηκαν φήμες για επικείμενο κλείσιμο αυτού, υπό τον κίνδυνο δε απώλειας των χρημάτων τους κάποιες αδελφές νοσοκόμες υπέβαλαν έγγραφη αίτηση διαγραφής τους από τον λογαριασμό και διαγράφηκαν με ταυτόχρονη παύση των κρατήσεων επί των αποδοχών τους από το εναγόμενο, ότι η ενάγουσα δεν υπέβαλε έγγραφη αίτηση για την διαγραφή της, εκδήλωσε, όμως, την βούλησή της προς το εναγόμενο για μη παρακράτηση εισφορών επί των αποδοχών της τουλάχιστον από την 1-6-1991, έκτοτε δε και μέχρι την συνταξιοδότησή της το εναγόμενο έπαυσε πράγματι να της παρακρατεί εισφορές της, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι προέβη στην ενέργεια αυτήν μονομερώς και αυθαίρετα, κρίση που ενισχύεται από το γεγονός ότι μετά την 1-6-1991 και μέχρι την συνταξιοδότησή της την 31-1-2008, δηλ.

επί 17 περίπου έτη, η ενάγουσα δεν διαμαρτυρήθηκε για την μη παρακράτηση εισφορών, ούτε αξίωσε από το εναγόμενο να προβαίνει στις σχετικές κρατήσεις στις σχετικές κρατήσεις, αποδεχομένη την κατάσταση που διαμορφώθηκε, ότι είναι αλήθεια ότι στο άρθ.1§3 του κανονισμού ορίζεται, όπως προεκτέθηκε, ότι κάθε συμμετέχουσα στον λογαριασμό μπορεί να αποχωρήσει, εφόσον το δηλώσει με υπεύθυνη δήλωσή της, ωστόσο, όμως, με την διάταξη αυτήν δεν καθιερώνεται, εφόσον δεν ορίζεται ρητά, ο έγγραφος τύπος ως συστατικός της δήλωσης περί διαγραφής, ώστε το κύρος της να επηρεάζεται από την τήρηση ή μη αυτού, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η ενάγουσα με την δήλωση της βούλησής της για παύση παρακράτησης εισφορών εκδήλωσε και την βούλησή της για διαγραφή της από τον λογαριασμό, σε κάθε δε περίπτωση η μη καταβολή εισφορών με την μορφή των κρατήσεων, που έλαβε χώρα με γνώση και αποδοχή της ενάγουσας, συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματός της για λήψη του εφάπαξ βοηθήματος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση για την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού είναι η κράτηση εισφορών μέχρι την έξοδο της εργαζομένης από την υπηρεσία, η αντίθετη δε εκδοχή θα οδηγούσε σε ευθεία παραβίαση του απορρέοντος από τις διατάξεις άρθ.5§§1 και 5 του κανονισμού κανόνα της αναλογίας του ύψους του εφάπαξ βοηθήματος προς τις καταβληθείσες εισφορές.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας ενάγουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.159 (και 160) και 361 ΑΚ, διέλαβε δε συναφώς στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού, κατά τις ανέλεγκτες περί τούτου παραδοχές της, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με αυτές, με τον συμβατικής ισχύος κανονισμό του ειδικού λογαριασμού πρόνοιας των αδελφών νοσοκόμων του αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου είχε ορισθεί ότι για την αποχώρηση από τον λογαριασμό ήταν αναγκαία η υποβολή γραπτής υπεύθυνης δήλωσης, την οποία η αναιρεσείουσα ουδέποτε υπέβαλε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, πάντοτε κατά τις σχετικές παραδοχές, αν και δεν είχε τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, οι διάδικοι εν γνώσει της έλλειψης αυτής εκπλήρωσαν την περί αποχωρήσεως δικαιοπραξία, θεώρησαν δηλ.

την αναιρεσείουσα οριστικά εξελθούσα από τον λογαριασμό μετά το προφορικό αίτημά της για παύση παρακράτησης εισφορών από 1-6-1991, μη υπέχουσας έκτοτε υποχρέωση καταβολής τέτοιων εισφορών, αλλά και μη διατηρούσας, ταυτόχρονα, δικαίωμα λήψης εφάπαξ παροχής, το οποίο ακριβώς προϋπέθετε την παρακράτηση εισφορών.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης αίτησης πρώτος από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ (για ευθεία παραβίαση των άρθ.159 και 160 ΑΚ), τρίτος από τους αριθ.1 και 19 του ίδιου άρθρου (για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθ.361 ΑΚ) και τέταρτος (και τελευταίος) από τον αριθ.19 του αυτού άρθρου (σε σχέση με τις αιτιολογίες που αφορούν την έννοια της "διαγραφής" της ενάγουσας από τον λογαριασμό ή της "παύσεως της συμμετοχής στον λογαριασμό", ανεξάρτητα από την μη αναφορά, για το ορισμένο του λόγου αυτού, των διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Στο άρθ.173 ΑΚ ορίζεται ότι "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", κατά δε το άρθ.200 ΑΚ "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".

Οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διάγνωση ασάφειας ή ατέλειας κατά την διατύπωση της βούλησης ή αμφιβολίας ως προς την έννοιά της, παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες που τίθενται με αυτές για την συναγωγή της προσήκουσας ερμηνείας ή να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και ρητά δέχεται ότι η υπό αξιολόγηση δήλωση βούλησης είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας, σιωπηρά καταφάσκει την ανάγκη αυτή, διότι προβαίνει σε αναζήτηση του πράγματι ηθελημένου νοήματος της κρίσιμης δήλωσης με συσχέτιση των επιμέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων ή άλλων, προηγουμένων ή μεταγενεστέρων, δηλώσεων αυτών, με χρησιμοποίηση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων ή με ενδοιαστικές εκφράσεις ή επιχειρήματα, τα οποία αναδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της δήλωσης βούλησης, κατά την οποία δεν έγινε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 672/2014).

Τέλος, οι ίδιες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, δηλ. όταν η ερμηνεία που δίδεται από αυτό ως προς το περιεχόμενο της υπό αξιολόγηση δήλωσης δεν είναι σύμφωνη προς τους κανόνες των άρθ.173 και 200 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντίστοιχα, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561§1 ΚΠολΔ, ΑΠ 103/2010).

Η παράλειψη, όμως, αυτού να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, όταν αυτή είναι επιβεβλημένη και η ορθότητα της κρίσης του ως προς την δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης, ελέγχονται αναιρετικά, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (άρθ.561§1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά την αναζήτηση της αληθινής έννοιας των όρων του κανονισμού του επίμαχου λογαριασμού προνοίας και ειδικότερα ως προς το ζήτημα, εάν ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος ως προς την δήλωση αποχώρησης ασφαλισμένης νοσοκόμας έχει ή όχι συστατικό χαρακτήρα παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ.173 και 200 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε μεν ότι ο με τον κανονισμό του λογαριασμού προνοίας καθιερούμενος έγγραφος τύπος για την δήλωση αποχώρησης/διαγραφής απ' αυτόν είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός, δεν στήριξε, όμως, την απόφασή του στην κρίση αυτήν, αλλά στο γεγονός ότι η δικαιοπραξία για την αποχώρηση της αναιρεσείουσας από τον λογαριασμό και ανεξάρτητα από την τήρηση του εγγράφου τύπου εκπληρώθηκε εν γνώσει της έλλειψής του από τα μέρη, με την επί μακρά σειρά ετών (17 περίπου), με συμφωνία αμφοτέρων, μη παρακράτηση εισφορών επί των αποδοχών της αναιρεσείουσας επί του λογαριασμού.

Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-7-2013 αίτηση της Σ. Δ. για αναίρεση της 2905/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ