134/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated134/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους και καταρτίζεται ατύπως, ιδρύει νέα ενοχική σχέση που αποτελεί αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, με την έννοια ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να προβάλλει ενστάσεις που πηγάζουν από την παλαιά ενοχική σχέση, η οποία δεν εξετάζεται πλέον.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 134 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 134/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Kωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία … που έχει την έδρα της στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Κ. Β. του Α., 3. Α. συζ. Κ. Β. και 4. Θ. Β. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αναστασίου.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Γ. Ρ. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μανωλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32521/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 693/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-11-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή των πιο κάτω αναφερομένων λόγων της.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 693/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 17-6-2007 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ.32521/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η από 27-12-3004 αγωγή της αναιρεσίβλητης, και στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή αυτήν εν μέρει κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν, νομιμοτόκως, στην αναιρεσίβλητη εις ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 36.887,04 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται η ελευθερία σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία.
Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 873 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους και καταρτίζεται ατύπως, ιδρύει νέα ενοχική σχέση που αποτελεί αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, με την έννοια ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να προβάλλει ενστάσεις που πηγάζουν από την παλαιά ενοχική σχέση, η οποία δεν εξετάζεται πλέον.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, τα ακόλουθα: Μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία ήταν παραγγελιοδόχος πώλησης υγρών καυσίμων και ορυκτέλαιων της ΜΟΒΙΛ ΕΛΛΑΣ, που συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την ΒΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι ο δεύτερος και τρίτη των εναγομένων και ήδη δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων και η οποία διατηρούσε πρατήριο πώλησης υγρών καυσίμων και ορυκτέλαιων στα …, καταρτίστηκε η από 13.1.1997 συμφωνία εμπορικής συνεργασίας.
Με την εν λόγω συμφωνία, η διάρκεια της οποίας ορίστηκε για έξι έτη, η μεν ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει με καύσιμα και ορυκτέλαια της επιλογής της το πρατήριο της πρώτης εναγομένης, η δε τελευταία να αγοράζει καύσιμα και ορυκτέλαια αποκλειστικά από την ενάγουσα, που θα μεταπωλεί από το πρατήριό της.
Με την ίδια σύμβαση ο τέταρτος εναγόμενος εγγυήθηκε την προσήκουσα εκτέλεση των υποχρεώσεων της πρώτης εναγομένης, που απορρέουν από την ανωτέρω εμπορική συνεργασία, ως πρωτοφειλέτης, παραιτούμενος της ένστασης δίζησης.. Σε εκτέλεση της παραπάνω εμπορικής συμφωνίας η ενάγουσα πωλούσε με πίστωση ποσότητες καυσίμων και ορυκτέλαιων στην πρώτη εναγομένη, εκδίδοντας τα σχετικά τιμολόγια πώλησης των πιο πάνω προϊόντων.
Για την παρακολούθηση των οφειλόμενων εκ μέρους της πρώτης εναγομένης από την πώληση των καυσίμων και ορυκτέλαιων, η ενάγουσα διατηρούσε δοσοληπτικό λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούσε τις ποσότητες των πωλούμενων προϊόντων της και τις τυχόν καταβολές της πρώτης εναγομένης προς εξόφληση του εκάστοτε τιμήματος.
Με βάση τις πραγματοποιηθείσες πωλήσεις καυσίμων και τον ανωτέρω λογαριασμό στις 2-9-1998 η πρώτη εναγομένη δια του εκπροσώπου της δεύτερου εναγομένου αναγνώρισε την οφειλή της εταιρείας ως προς τα καύσιμα, υπογράφοντας το με ίδιες ημερομηνίες έγγραφο αναγνώρισης χρέους. Επίσης αποδείχθηκε ότι και στις 12.12.1998 ο δεύτερος εναγόμενος, ως εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, αναγνώρισε ότι το χρέος της τελευταίας έναντι της ενάγουσας για τις πωλήσεις των καυσίμων ανέρχεται στο ποσό των 4.872.377 δραχμών ή 14.298,98 ευρώ.
Στη συνέχεια και μετά την πιο πάνω αναφερόμενη αναγνώριση χρέους, η ενάγουσα προέβη κατά το χρονικό διάστημα από 18-12-1998 έως 28-2-2003 σε διαδοχικές πωλήσεις καυσίμων προς την πρώτη εναγομένη, οι οποίες (πωλήσεις) ειδικότερα, αναφορικά με το χρόνο κατάρτισης, την ποσότητα, το είδος και την αξία των καυσίμων, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Το συνολικό τίμημα για την πώληση αυτών (καυσίμων) ανήλθε στο ποσό των 174.462,70 ευρώ, μαζί δε και με την οφειλή ύψους 14.298,98 ευρώ, που αναγνώρισε η πρώτη εναγομένη, το ύψος του οφειλόμενου ποσού ανέρχεται στις 188.761,68 ευρώ. Η πρώτη εναγομένη από 31.12.1998 έως και 19.8.2003, κατέβαλε συνολικά έναντι της δημιουργούμενης κάθε φορά με τις αναφερόμενες ανωτέρω πωλήσεις των καυσίμων οφειλής της, το ποσό των 154.513,93 ευρώ.
Το ποσό δε της οφειλής, όσον αφορά τα καύσιμα, μετά τις ανωτέρω καταβολές, ανέρχεται στο ύψος των 35.247,75 ευρώ. Το αμέσως ανωτέρω ποσό της οφειλής, όπως αυτό προέκυψε από τις αναφερόμενες πωλήσεις καυσίμων και τμηματικές καταβολές της πρώτης εναγομένης, το αναγνώρισε η πρώτη εναγομένη δια του εκπροσώπου της δεύτερου εναγομένου, αναγνώριση που έλαβε χώρα στις 28-2-2003 με τη λήξη της συνεργασίας τους κατά την εγχείριση του δοσοληπτικού αυτού λογαριασμού στο δεύτερο εναγόμενο.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πέραν των αναφερόμενων στην αγωγή τμηματικών καταβολών προέβησαν και σε άλλες, τις οποίες αναφέρουν, σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην Αγροτική Τράπεζα, και οι οποίες ανέρχονται στο ύψος των 28.202,49 ευρώ, εναπομένοντος έτσι υπολοίπου ύψους 7.045,26 ευρώ. Ο εν λόγω ισχυρισμός περί μερικής εξόφλησης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν προσκομίζεται κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτουν οι επικαλούμενες καταβολές στο τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας.
Επιπλέον, απορριπτέα είναι και η ένσταση παραγραφής που προβάλλουν οι εναγόμενοι, καθόσον τα αιτούμενα κονδύλια των 35.247,75 ευρώ για τις πωλήσεις καυσίμων και των 1.639,29 ευρώ για τις πωλήσεις ορυκτέλαιων αφορούν πωλήσεις του έτους 2002 και μεταγενέστερα, δεδομένου ότι με τις αναφερόμενες καταβολές η πρώτη εναγομένη εξόφλησε τα οφειλόμενα ποσά για τις πωλήσεις των προηγούμενων ετών.
Ακολούθως, όσον αφορά τις πωλήσεις των ορυκτέλαιων, οι οποίες πραγματοποιούνταν παράλληλα με τις πωλήσεις των καυσίμων και αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από 13-4-1998 έως και 29-11-1999 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.884.184 δραχμών ή 5.559,52 ευρώ. Η πρώτη εναγομένη έναντι της οφειλής της κατέβαλε τμηματικά από 24.8.1998 έως 29-11-1999 το συνολικό ποσό των 1.325.594 δραχμών ή 3.890,22 ευρώ.
Το υπόλοιπο, λοιπόν, που οφείλει η πρώτη εναγομένη για τις πωλήσεις των ορυκτέλαιων ανέρχεται στις 1.639,29 ευρώ. Οι εναγόμενοι ουδόλως αμφισβητούν την ύπαρξη της ανωτέρω οφειλής τους για την πώληση των ορυκτέλαιων αυτής, γεγονός από το οποίο σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων συνάγεται ομολογία (ΚΠολΔ 261 και 352).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι βάσιμη κατ' ουσίαν κατά το μέρος που αφορά την επιδίκαση των ως άνω ποσών των 35.247,75 και 1.639,29 ευρώ και, αφού δέχθηκε την έφεση της τελευταίας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 36.887,04 (35.247,75 +1.639,29 35) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης του χρέους των 35.247, 75 ευρώ. Ειδικότερα, το Εφετείο με το να δεχθεί αφενός ότι η άνω σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης του χρέους των 35.247,75 ευρώ που φέρεται ότι καταρτίστηκε στις 28-2-2003, και αφετέρου ότι η οφειλή αυτή προέκυψε μετά την αφαίρεση από το ποσό των 188.761,68 ευρώ, (που αφορούσε το τίμημα των πωλήσεων καυσίμων και το αναγνωρισθέν ποσό των 14.298,98 ευρώ) των καταβολών στις οποίες προέβη η πρώτη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 31-12-1998 έως 19-8-2003 συνολικού ύψους 154.513,93 ευρώ, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το εν λόγω ουσιώδες ζήτημα, αφού η παραδοχή ότι έγιναν καταβολές και μετά την κατάρτιση της σύμβασης αναγνώρισης χρέους, οι οποίες και διαμόρφωσαν το τελικό ύψος του (αναγνωρισθέντος) χρέους, έρχεται σε αντίφαση με εκείνη ότι το χρέος κατά την 28-2-2003 έφθανε στο ποσό των 35.247, 75 ευρώ, ενώ, επιπλέον, και από την αφαίρεση του ποσού των 154.513,93 ευρώ, που αφορά τις καταβολές, από εκείνο των 188.761,68 ευρώ, δεν προκύπτει το ποσό των 35.247, 75 ευρώ που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά το μικρότερο ποσό των 34.247,75 ευρώ.
Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή. 3.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003,12/2000).
Ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 416 και 417 του Α.Κ. "Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή". "Η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή.
Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ, α' ΑΚ συνάγεται ότι για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με καταβολή πρέπει αυτή να γίνει: 1) είτε προς το δανειστή προσωπικά ή τον επιτετραμένο από το δικαστήριο ή το νόμιμο ή δικαστικό αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, 2) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από τη σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο να λάβει την παροχή ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με τη συγκατάθεση του δανειστή, 3) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν σύμβασής του με τον οφειλέτη, παρέχοντας δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής, ο οποίος δεν είναι μονομερώς ανακλητός.
Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση μερικής καταβολής που πρότειναν παραδεκτά στον πρώτο, αλλά και στο δεύτερο βαθμό προς απόκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα κατέβαλε, για εξόφληση του τιμήματος των πωλήσεων των καυσίμων, για λογαριασμό και κατ' εντολή της αναιρεσίβλητης με καταθέσεις χρημάτων στους αναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος του συζύγου της Γ.
Ρ. και του γαμβρού της Β. Λ., τα συνολικά ποσά των 28.202,49 και 7.605 ευρώ αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω, προταθέντα νομίμως, ισχυρισμό των εφεσιβλήτων-αναιρεσειόντων περί μερικής καταβολής, που πραγματοποιήθηκε μέσω των καταθέσεων χρημάτων που έγιναν μετά από εντολή και για λογαριασμό της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης σε τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκαν στο σύζυγο της και στο γαμβρό της . 4.- Επειδή, κατά το άρθρο 250 ΑΚ, οι αξιώσεις των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν παραγράφονται σε πέντε χρόνια.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και προαναφέρθηκε το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα ένσταση της πενταετούς παραγραφής, που πρότειναν οι εναγόμενοι, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθόσον τα αιτούμενα κονδύλια των 35.247,75 ευρώ για τις πωλήσεις καυσίμων και των 1.639,29 ευρώ για τις πωλήσεις ορυκτέλαιων αφορούν πωλήσεις του έτους 2002 και μεταγενεστέρως.
Στη συνέχεια, όμως, αναφορικά με τις πωλήσεις των ορυκτελαίων, το Εφετείο δέχεται, ότι αυτές πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα από 13-4-1998 έως και 29-11-1999 και ότι η πρώτη εναγομένη έναντι της οφειλής των 1.884.184 δραχμών ή 5.559,52 ευρώ κατέβαλε τμηματικά από 24-8-1998 έως 29-11-1999 το συνολικό ποσό των 1.325.594 δραχμών ή 3.890,22 ευρώ και έτσι το υπόλοιπο, που οφείλει η πρώτη εναγομένη για τις πωλήσεις των ορυκτέλαιων, ανέρχεται στις 1.639,29 ευρώ. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 250 ΑΚ, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, και τούτο διότι, ενώ αρχικά δέχεται ότι το ποσό των 1.639,29 ευρώ αφορά πωλήσεις ορυκτελαίων του έτους 2002 και μεταγενεστέρως, στη συνέχεια, κατά τρόπο αντιφατικό, καταλήγει στο πόρισμα, ότι (όλες) πωλήσεις των ορυκτελαίων πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα από 13-4-1998 έως και 29-11-1999 και κατά συνέπεια δεν μπορεί να κριθεί αν παρήλθε ή όχι ο απαιτούμενος χρόνος της πενταετούς παραγραφής.
Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το τέταρτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της παραγραφής της σχετικής με την πώληση ορυκτελαίων απαίτηση της αναιρεσίβλητης.
3.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των πιο πάνω λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Ας σημειωθεί ότι υπάρχει η εν λόγω δικονομική δυνατότητα (για παραπομπή της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο) και μετά την τροποποίηση του άρθρου 580 ΚΠολΔ με το ν. 4055/0212, όπως προκύπτει από τη διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία της διάταξης της παρ.3 εδ.2 περ. β' του εν λόγω άρθρου. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 693/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ