Legislator Case Law & Legislation
134/2009 AI generated

134/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 134/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι οι 4ος και 5η των ως άνω αναιρεσειόντων απεβίωσαν, ο Χ4 στις 30/1/2008 όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ'αριθ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ...... ...... και η Χ5 στις 24/6/2004 όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ'αριθ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ...... ...... και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι καθολικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους Χ6, κάτοικος ...... και Χ7, κάτοικος ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ανωτέρω δικηγόρο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

134/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μάλιστα χωρίς από την ΚΠολΔ 72, ή από άλλη διάταξη του ΚΠολΔ να αποκλείεται η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή, υπάρχει δυνατότητα πλαγιαστικής άσκησης της αξίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με ξεχωριστό δικόγραφο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 134 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 134/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κουλουρούδη και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 4) Χ4, 5) Χ5, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι οι 4ος και 5η των ως άνω αναιρεσειόντων απεβίωσαν, ο Χ4 στις 30/1/2008 όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ'αριθ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ...... ...... και η Χ5 στις 24/6/2004 όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ'αριθ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου ...... ...... και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι καθολικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους Χ6, κάτοικος ...... και Χ7, κάτοικος ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ανωτέρω δικηγόρο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1987/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 872/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/11/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 4/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης. H πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του". Εξάλλου ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό τροχαίο ατύχημα, όταν η ευθεία αξίωσή του κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ν. 489/1976), που είχε συνάψει ο υπόχρεος σε αποζημίωση, έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 του ίδιου νόμου), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον η αξίωση αυτή υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (άρθρα 195 ΕμπΝ και 10 ν. 2496/1997 από 17-11-1997).

Μάλιστα χωρίς από την ΚΠολΔ 72, ή από άλλη διάταξη του ΚΠολΔ να αποκλείεται η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή, υπάρχει δυνατότητα πλαγιαστικής άσκησης της αξίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με ξεχωριστό δικόγραφο.

Και τούτο διότι πρόκειται για διαφορετική αξίωση, που έχει ως βάση τη σύμβαση ασφαλίσεως, πηγή της όμως είναι η αδικοπραξία του ασφαλισμένου. Στην περίπτωση που ασκείται μόνο η πλαγιαστική αγωγή δεν απαιτείται να απευθύνεται αυτή και κατά του οφειλέτη του ενάγοντος (υποχρέου σε αποζημίωση) ή έστω κλήτευσή του προς συμμετοχή στη δίκη.

Επειδή όμως με την πλαγιαστική αγωγή ο παθών σε ατύχημα ασκεί τα δικαιώματα του οφειλέτη του (δανειστή σε σχέση με τον ασφαλιστή) εναντίον του υπόχρεου σε αποζημίωση, για να γεννηθεί η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή προς παροχή από τη σύμβαση ασφαλίσεως θα πρέπει να έχει επιδώσει στον ασφαλισμένο τη σχετική περί αποζημιώσεως αγωγή, διότι από τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση και γεννάται η αξίωση του ασφαλισμένου, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για πλαγιαστική άσκησή της (ΑΠ 277/1999, 728/1985).

Ο ενάγων (παθών τρίτος) δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος. Αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταδίκη του εναγομένου (ασφαλιστή) να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο (οφειλέτη του ενάγοντος και δανειστή του εναγομένου). Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματός του αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 239/2008, 433/2008, 398/2007).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες στην ένδικη από 20 Οκτωβρίου 2003 αγωγή τους, την οποία απηύθυναν κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ιστορούν τα ακόλουθα : Κατά των 1) Α, 2) Β, 3) Γ και 4) Επικουρικού Κεφαλαίου Ασφάλισης από ατυχήματα αυτοκινήτων, είχαν ασκήσει την από 8-12-1999 αγωγή, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση για υλικές ζημίες και για χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους Δ, που επήλθε σε τροχαίο ατύχημα κατά τη σύγκρουση αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο θανών συγγενής τους με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος από τους εναγομένους Α, ιδιοκτησίας του δεύτερου Β, και κατοχής και εκμετάλλευσης του τρίτου Γ.

Την αγωγή τους αυτής είχαν στρέψει κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, επειδή υπολάμβαναν ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και η αγωγή τους έγινε εν μέρει δεκτή από την 1944/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς όλους τους εναγομένους, έκρινε δε ότι το ένδικο ατύχημα που συνέβη στις 7-6-1999 οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών κατά ποσοστό 50%.

Το Επικουρικό Κεφάλαιο άσκησε έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης ισχυριζόμενο ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος. Το Εφετείο Αθηνών, με την 5674/2003 απόφασή του, δέχθηκε ότι το με αριθμ. κυκλ. ...... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Β, κατοχής και εκμετάλλευσης του Γ και οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο Α, κατά το χρόνο της επίδικης σύγκρουσης, ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ιντεραμέρικαν ΑΕ", δυνάμει του υπ' αριθμ ......

ασφαλιστηρίου συμβολαίου (αριθμός ανανεωτηρίου ......) της προηγουμένης ιδιοκτήτριας του εν λόγω οχήματος Ε, διάρκειας 23-7-1994 μέχρι 23-1-1995. Η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση κατά τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου 23-1-1995 ανανεώθηκε αυτοδικαίως για ίσο χρονικό διάστημα (ένα εξάμηνο) με διαδοχικές στη συνέχεια εξάμηνες ανανεώσεις μέχρι 23-7-1999, μέσα στο οποίο έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα (7-6-1999).

Και τούτο διότι παρά τη μεταβίβασή του από την προαναφερόμενη Ε στο Β δεν προκύπτει ότι κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη (ασφαλισμένος ή ασφαλιστική εταιρία) ειδοποίησε το αντίθετο για μη ανανέωση τριάντα ημέρες πριν από τη λήξη κάθε μιας ασφαλιστικής περιόδου. Επομένως η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση ήταν εν ισχύει κατά την ημέρα του ατυχήματος.

Κατόπιν αυτού έκανε δεκτή την έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον του. 'Ετσι, η αναιρεσίβλητη-εναγομένη ασφαλιστική εταιρία είναι υποχρεωμένη από την ασφαλιστική σύμβαση να καταβάλλει στους αντιδίκους τους στην πρώτη αγωγή, υπόχρεους σε αποζημίωση αυτών, ήτοι στον Α ως υπαίτιο οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και στο Γ ως νόμιμο κάτοχο και εκμεταλλευτή αυτού σε ό,τι αυτοί καταδικάστηκαν να καταβάλουν σ' αυτούς με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έχει γίνει τελεσίδικη ως προς αυτούς.

Με βάση αυτό το ιστορικό οι αναιρεσείοντες ζήτησαν με την αγωγή τους να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει σ' αυτούς τα ποσά που τους έχουν επιδικαστεί ως αποζημίωση και σε περίπτωση που η εναγομένη προτείνει ένσταση παραγραφής της ευθείας αξίωσης, επειδή οι υπόχρεοι να αποζημιώσουν αυτούς αμελούν και δεν ασκούν αγωγή κατ' αυτής ως υπόχρεης από την ασφαλιστική σύμβαση, ζήτησαν να υποχρεωθεί να καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά στους ασφαλισμένους της.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 1987/2005 απέρριψε την ευθεία αγωγή και δέχθηκε την πλαγιαστική αγωγή υποχρεώνοντας την αναιρεσίβλητη-εναγομένη να καταβάλει στους ασφαλισμένους της τα ποσά της αποζημίωσης. Η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την έφεση και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο ότι η άσκηση της πρώτης αγωγής κατά των υπευθύνων σε αποζημίωση από το ένδικο ατύχημα δεν αρκεί για τη γέννηση της αξίωσης αυτών κατά της ασφαλιστικής τους εταιρίας, επειδή αυτή (αγωγή) δεν απευθυνόταν κατ' αυτής και ότι επειδή η ένδικη (πλαγιαστική) αγωγή δεν επιδόθηκε στους υπευθύνους για αποζημίωση δεν γεννήθηκε η αξίωσή τους κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και έτσι δεν νοείται αδράνεια αυτών, αφού δεν είχαν αποκτήσει την ιδιότητα των δανειστών της.

Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύσσονται παραπάνω, εφόσον η αγωγή αποζημίωσης κατά των υπευθύνων έναντι των εναγόντων (υπαιτίου οδηγού και ασφαλισμένου) είχε επιδοθεί σ' αυτούς πριν από την άσκηση της πλαγιαστικής, είχε γεννηθεί η αξίωση αυτών κατά της ασφαλιστικής εταιρίας από την ασφαλιστική σύμβαση και επειδή πρόκειται για δύο διαφορετικές αξιώσεις, που μπορούν να σωρευτούν στο ίδιο δικόγραφο, αλλά και να ασκηθούν ξεχωριστά, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 72 ΚΠολΔ και επομένως η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση (πλαγιαστική) ήταν νόμιμη και παραδεκτή.

Το Εφετείο, συνεπώς, με το να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου σχετικά με τη γέννηση της αξίωσης των οφειλετών των εναγόντων και εντεύθεν των τελευταίων για άσκηση της ένδικης πλαγιαστικής αγωγής και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, ο οποίος αληθώς περιέχει αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 872/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ