Legislator Case Law & Legislation
134/2008 AI generated

134/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 134/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

134/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 536 του ίδιου Κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 134 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 134/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητέρας τους Ψ, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Σωτηρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2299/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6042/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-10-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 22-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 536 του ίδιου Κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ' αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ' ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο, γιατί αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

α' ΚΠολΔ, αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 2299/2004 οριστική απόφασή του δέχτηκε ότι η ένδικη από 10-2-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε αφενός να αναγνωριστεί ότι η εκ μέρους των εναγομένων (πρώτης αναιρεσίβλητης και Ψ, στη θέση της οποίας υπεισήλθαν, μετά το θάνατό της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, και η πρώτη αναιρεσίβλητη, αλλά και η δεύτερη αναιρεσίβλητη) καταγγελία της με αυτήν υφιστάμενης ένδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ήταν άκυρη και αφετέρου να επιδικαστούν σ' αυτήν, κατόπιν της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, μισθοί υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 20-11-2002 έως 20-10-2003, ήταν σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, απαράδεκτη γιατί είχε επιδοθεί στις εναγόμενες μετά την τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από τη λύση της εν λόγω συμβάσεως εργασίας με την προαναφερόμενη καταγγελία, εφόσον, η μεν καταγγελία της συμβάσεως αυτής έλαβε χώρα στις 19-111-2002, η δε επίδοση της ένδικης αγωγής στις εναγόμενες έγινε στις 20-2-2003, κατόπιν δε της παραδοχής του αυτής απέρριψε την αγωγή αυτή για τον αμέσως πιο πάνω λόγο ως απαράδεκτη.

Το Εφετείο, κρίνοντας επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η καταγγελία της προαναφερόμενης συμβάσεως εργασίας έγινε στις 15-11-2002, ενώ η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 20-2-2003, με αποτέλεσμα η αγωγή αυτή να έχει ασκηθεί μετά την τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία (που άρχισε στις 16-11-2002, επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έγινε η καταγγελία) και έληξε στις 17-2-2003, εφόσον η 16-2-2003 ήταν Κυριακή, με περαιτέρω αποτέλεσμα να είναι πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, απαράδεκτη.

Στη συνέχεια δε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 534 του ΚΠολΔ, ύστερα από αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε ως αβάσιμο στο σύνολό του το σχετικό μοναδικό περί του αντιθέτου λόγο της ως άνω εφέσεως της αναιρεσείουσας και ακολούθως απέρριψε και την ίδια την έφεση αυτήν κατ' ουσίαν.

Πράττοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αλλ' ούτε και στην από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια. Και αυτό γιατί επιτρεπτώς παρέβη σε εξέταση του αν είχε πράγματι παρέλθει η ανωτέρω από το νόμο (άρθρο 6 παρ. 1 ν. 3198/1955) τασσόμενη τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, έχοντας εξουσία να κρίνει επί του σχετικού ζητήματος, εφόσον η υπόθεση είχε μεταβιβαστεί σ' αυτό (Εφετείο) εξολοκλήρου με την έφεση της αναιρεσείουσας, πολλώ μάλλον εφόσον οι αναιρεσίβλητες με τις κατ' έφεση υποβληθείσες προτάσεις τους είχαν επαναφέρει νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, στο Εφετείο τη σχετική ένστασή τους, την οποία είχαν προτείνει προφορικά και συνοπτικά κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως (όπως από τα σχετικά πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει) και την οποία είχαν αναπτύξει διεξοδικότερα με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν στο ακροατήριο κατά την εν λόγω συζήτηση της υποθέσεως (όπως επίσης, από τις προτάσεις αυτές προκύπτει) και την οποία ένσταση, σε κάθε περίπτωση, προέβαλαν και δη επιτρεπτώς οπωσδήποτε κατ' άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως της αντιδίκου τους με τις εν λόγω κατ' έφεση υποβληθείσες προτάσεις τους.

Δεδομένου ότι (το Εφετείο), έστω και αν προέβη στην κατά τα πιο πάνω αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, στην οποία πάντως επιτρεπτώς σύμφωνα με το άρθρο 534 του ΚΠολΔ, προέβη, δεν εξέδωσε απόφαση επιβλαβέστερη για την αναιρεσείουσα, έστω και αν δεν εξαφάνισε προηγουμένως την πρωτόδικη απόφαση, και οι αναιρεσίβλητες δεν είχαν ασκήσει δική τους έφεση ή αντέφεση κατά της ίδιας αποφάσεως λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι δεν είχε δημιουργηθεί δεδικασμένο αναφορικά με το ως άνω ζήτημα.

Επομένως : α) ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί γιατί κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, το Εφετείο που την εξέδωσε με το να δεχτεί διαφορετική χρονολογία ενάρξεως (και συναφώς λήξεως) της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εκδίδοντας έτσι, χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση ή αντέφεση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, απόφαση επιβλαβέστερη, κατά περαιτέρω παραβίαση του άρθρου 536 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για την αναιρεσείουσα, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

α' του ΚΠολΔ και β) ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται, επικουρικώς, ότι το Εφετείο κατά παραβίαση των άρθρων 322 και 522 του ΚΠολΔ δεν απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι η καταγγελία της με ην αναιρεσείουσα υφιστάμενης ένδικης συμβάσεως εργασίας έγινε όχι στις 19-11-2002 αλλά στις 15-11-2002 (γεγονός που οδηγούσε σε απόρριψη της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955), παρά το ότι ο ισχυρισμός αυτός "ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και σε κάθε περίπτωση μετέβαλλε το δεδικασμένο της πρωτόδικης εκκληθείσας αποφάσεως" και παρά το ότι δεν είχε ασκηθεί από αυτές (αναιρεσίβλητες) αντίθετη έφεση ή αντέφεση, δηλαδή, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Οκτωβρίου 2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 6042/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ