Legislator Case Law & Legislation
134/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on promotion denial, ruling no clear superiority existed over promoted colleagues.

Case Number 134/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of his promotion claim. The appellant argued he was clearly superior to the promoted colleagues based on specific criteria, while the bank contended his advantages were merely simple rather than clear. The court held that because the appellant was equal in some required qualifications and inferior in others, no manifest superiority existed, thus the administrative organs did not act abusively.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3(1)b, 4(1), 10(5)b of the Bank of Greece Organization; Article 281 of the Civil Code: Promotion decisions are subject to judicial review only for abuse of right, which requires a manifest superiority of the applicant over promoted colleagues based on the individual file.

Keywords

AI generated
administrative promotion abuse of right manifest superiority judicial review civil service comparative assessment clear advantage

Cited Legislation

AI generated
Articles 3(1)b, 4(1), 10(5)b of the Organization of the Bank of Greece
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 557(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 134 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 134/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1015/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1616/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/7/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 31/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β, 4 παρ. 1 και 10 παρ. 5 β του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, διότι εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν.Δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το Β.Δ. της 17/26-9-1953 και τροποποιήθηκε με τα Διατάγματα 290/1966, 253/1971, 456/1974 και 552/1976, συνάγεται ότι οι προαγωγές του προσωπικού από τον βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή και άνω ενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής κατ' απόλυτη εκλογή, αν υπάρχει κενή οργανική θέση και ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία σε κάθε βαθμό.

Η κρίση περί προαγωγής ή μη γίνεται βάσει των στοιχείων του ατομικού φακέλλου κάθε υπαλλήλου και ειδικότερα, των εκθέσεων ποιότητας, που συντάσσονται κάθε έτος από τα αρμόδια όργανα και περιέχουν κρίσεις σχετικές με τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία, την επάρκεια ως προς την εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος και τη συμπεριφορά του υπαλλήλου προς τους συναδέλφους του και το κοινό.

Η κρίση αυτή του Διοικητικού Συμβουλίου υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων μόνο για κατάχρηση δικαιώματος (άρθρ. 281 Α.Κ.), η οποία υπάρχει όταν κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστεως παραλείφθηκε η προαγωγή υπαλλήλου, ο οποίος υπερείχε καταφανώς ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα έναντι των συναδέλφων του, που προήχθησαν.

Η δικαστική δε αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής αφ' ενός μεν ανατρέχει στο χρόνο, που διαπιστώθηκε η καταχρηστική παράλειψη της εργοδότριας, αφ' ετέρου δε στηρίζει δικαίωμα αποζημιώσεως του δικαιωθέντος υπαλλήλου ίσης προς την ανακύπτουσα διαφορά των αποδοχών του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα στις 20-11-1969 με πρόταση της Διοικήσεως αυτής και ειδική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 3 του Οργανισμού της, ως οικονομικός αναλυτής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας κατ' αρχή έξι (6) μηνών, η οποία στη συνέχεια παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος.

Στις 20.5.1971 η σύμβαση αυτή μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, ο δε αναιρεσείων την 1-7-1975 την κατάγγειλε μονομερώς, ενώ το Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης την ίδια ημέρα ενέκρινε την επαναπρόσληψή του κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του Οργανισμού της και τον ενέταξε στον κλάδο του λογιστικού της ως μόνιμο υπάλληλό της με τον ανώτερο του εισαγωγικού βαθμό και συγκεκριμένα, εκείνον του λογιστή Α΄.

Ο αναιρεσείων από τότε προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτή, προαγόμενος διαδοχικά μέχρι τον βαθμό του υποδιευθυντή, τον οποίο κατέλαβε την 1.1.1996 κατ' απόλυτη εκλογή και διατήρησε μέχρι την αποχώρησή του από την υπηρεσία στις 31-12-2002, αφού στις 31-12-2000, που καταλήφθηκε από το όριο ηλικίας, παρατάθηκε η θητεία του επί διετία εκτός οργανικών θέσεων κατά το άρθρο 33 του νέου Κανονισμού της αναιρεσίβλητης.

Από το έτος 1963 είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ), ενώ έλαβε μέρος σε διαγωνισμό του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, στον οποίο εξετάσθηκε και ως προς τον βαθμό γνώσεως της αγγλικής γλώσσας και, αφού έλαβε την πρώτη θέση και μετέβη στην Αγγλία, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στο οποίο πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές σε θέματα Προηγμένης Οικονομικής Ανάλυσης κατά τα έτη 1965 - 1968.

Μετά την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στο Γραφείο του τ. συμβούλου ..... ως βοηθός του σε θέματα οικονομικής έρευνας και ανάλυσης, θέση την οποία διατήρησε μέχρι την επαναπρόσληψή του τη 1-7-1975 και την τοποθέτησή του στην Ομάδα Επιλογής και Αναπτύξεως Προσωπικού, από την οποία μετατέθηκε στις 12-11-1975 στη Δ/νση Οικονομικών μελετών και στις 13-1-1978 τοποθετήθηκε προϊστάμενος Υπηρεσίας Οικονομικής Αναλύσεως (που αποτελεί θέση ευθύνης 7ου κλιμακίου), στην οποία υπηρέτησε μέχρι 16-5-1982.

Από 17-5-1982 τοποθετήθηκε προϊστάμενος στη μετονομασθείσα Δ/νση Οικονομικών Μελετών και Στρατηγικού Σχεδιασμού με καθήκοντα ευθύνης ανωτέρου κλιμακίου (5ου κλιμακίου), όπου υπηρέτησε μέχρι τις 11-10-1987. Στη συνέχεια στις 12-10-1987 ανέλαβε ανώτερα καθήκοντα ως υποδιευθυντής στην ίδια Διεύθυνση (3ου κλιμ. ευθύνης), όπου υπηρέτησε μέχρι 11-6-1989.

Από 12-6-1989 μέχρι 6-6-1997 τοποθετήθηκε στην οργανική θέση του υποδιευθυντή στην ίδια Δ/νση με καθήκοντα ευθύνης 3ου κλιμακίου. Προήχθη στον βαθμό του υποδιευθυντή Β΄ από 1-1-91 και στο βαθμό του υποδιευθυντή Α΄ από 1-1-1996. Στις 9-6-1997 τοποθετήθηκε αναπληρωτής διευθυντής στην εκ νέου μετονομασθείσα Δ/νση Σχεδιασμού και Οικονομικής Ανάλυσης με καθήκοντα ανώτερα (2ου κλιμ.

ευθύνης), θέση την οποία διατήρησε μέχρι την έξοδό του από την Υπηρεσία της αναιρεσίβλητης. Στην τελευταία αυτή θέση είχε και την επικούρηση του διευθυντή της ως άνω Δ/νσης, τον οποίο κατά το χρονικό διάστημα από 15-5-2000 έως 15-9-2000 αναπλήρωνε, ασκώντας καθήκοντα διευθυντή ατύπως και επιτυχώς. Η βαθμολογία του κατά τα έτη 1985 - 1989, ήταν (με άριστα το 10), 9, 9, 9, 9 και 9, ενώ εκείνη του έτους 1995 (ως Υπ/ντής) ήταν 7.

Σ' όλα τα προαναφερόμενα Δ.Π. και στο τελευταίο ειδικό αξιολογικό σημείωμα ανωτέρου στελέχους (έτους 1995) χαρακτηρίζεται ως "διακεκριμένος" και κρίθηκε πάντα ως ώριμος για ανώτερη θέση. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα και με άριστα το 10 βαθμολογήθηκε ως προς το βαθμό γνώσης της γλώσσας αυτής, κατά το επίδικο διάστημα με το βαθμό 9.

Έχει παρακολουθήσει 35 σεμινάρια και συνέδρια, καθώς και άλλες επιστημονικού ενδιαφέροντος εκδηλώσεις. Τα σεμινάρια που παρακολούθησε αφορούσαν σε θέματα σύγχρονης οικονομικής θεωρίας, σε θέματα της επικαιρότητας και σε τραπεζικές εργασίες. Κατά τα έτη 1962, 1963, 1964 και 1965 διετέλεσε έκτακτος έμμισθος βοηθός στην έδρα της ΑΣΟΕΕ.

Επίσης, κατά τα έτη 1983 - 1988 δίδαξε ως εισηγητής σε σεμινάρια της Τράπεζας. Εκτός από τα ανωτέρω έχει συγγράψει διάφορα έργα, μελέτες, πονήματα, που όλα σχετίζονται με οικονομικά και τραπεζικά θέματα, έχει μεταφράσει από την αγγλική διάφορα έργα, δύο από τα οποία με τίτλους "Τα σύγχρονα Οικονομικά" του J. Pen και "Θεωρία του Χρήματος" του W.

T. Newton, χρησιμοποιήθηκαν επί σειρά ετών ως βασικά εγχειρίδια στην ΑΣΟΕΕ, ενώ έχει συμμετάσχει σε διάφορες επιτροπές και εκπροσώπησε την εναγομένη σε διάφορα συνέδρια ξένων Τραπεζών και διεθνών Οργανισμών. Το έτος 2000 του απονεμήθηκε ο τίτλος του οικονομικού εμπειρογνώμονα, η δε απονομή αυτή συνοδεύθηκε από μηνιαίο επίδομα ύψους 600.000 δρχ.

Ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης παρέλειψε να προαγάγει τον αναιρεσείοντα στο βαθμό του διευθυντή κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999, που διενεργήθηκαν με την από 17-12-1999 απόφαση του Δ.Σ. και αντ' αυτού προήγαγε στο βαθμό αυτό τους ομοιοβάθμους συναδέλφους του X1, X2, X3, X4 και X5. 1) Ο X1 προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη στις 7-1-1965 και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του διευθυντή Α΄, τον οποίο κατέλαβε από 1-7-1999 προαχθείς από το βαθμό του υποδιευθυντή, κατά τις επίδικες κρίσεις, στο βαθμό του διευθυντή, τον οποίο κατείχε μέχρι της αποχωρήσεώς του από την Υπηρεσία την 1-1-2000.

Είναι απόφοιτος γυμνασίου, γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, βαθμολογούμενος ως προς το βαθμό γνώσεώς της στο Δ.Π. με 4/9 και έχει παρακολουθήσει 8 σεμινάρια. Σε όλα τα δελτία ποιότητάς του από το 1983 και εντεύθεν χαρακτηρίζεται "άριστος" και "ώριμος" εκτός από το ΔΠ του έτους 1990 που χαρακτηρίζεται "εξελίξιμος" και βαθμολογείται σε όλα τα Δ.Π.

με άριστα το 10, με το βαθμό 9. Προήχθη στο βαθμό του υπ/ντή Β΄ από 1-1-92. Από τις 12-5-1980, που υπηρέτησε στη δ/νση Επιθεωρήσεως ως βοηθός επιθεωρητής (αντιστοιχία προϊστ. Υπηρεσίας Δ/Σ δηλ. 7ο κλιμ. ευθύνης), ανέλαβε καθήκοντα εποπτείας. Στις 23.10.81 αποχώρησε από την προηγούμενη δ/νση και μετετέθη στη δ/νση Προσωπικού, όπου και παρέμεινε έως τις 17.10.83, ως προϊστ.

Υπηρ. Κίνησης Προσωπικού (επίσης 7ο κλιμ.) από 23.10.81 μέχρι 30.1.83 και προϊστ. Υπηρ. Γεν. Διαδικασιών από 31.1.83 μέχρι 17.10.83. Από 18.10.83 ξεκίνησε η θητεία του στο δίκτυο με αφετηρία το κατ/μα Λεωφ. Εθνικής Αντιστάσεως (Πειραιώς Α΄), όπου ανέλαβε καθήκοντα Εντεταλμένου (6ο κλιμάκιο ευθύνης) μέχρι 3.10.86. Εν συνεχεία από 6.10.86 του ανατέθηκε η δ/νση του κατ/τος Ν.

Σμύρνης (5ο κλιμάκιο ευθύνης), μέχρι 29.5.89 και την 30.5.89 μέχρι 26.1.94 ανέλαβε την δ/νση του κατ/ος ..... (τέως Ομονοίας 4ο κλιμάκιο ευθύνης). Από 27.1.94 μετατέθηκε στην τ. Περιφ/κή Δ/νση Αττικής Β΄ ως περιφ/κός δ/ντής (3ο κλιμάκιο ευθύνης) και διατήρησε τη θέση αυτή για 2 έτη, δηλαδή έως 7.3.96. Στο διάστημα αυτό άσκησε περιοδικά και καθήκοντα αναπλ.

περιφ. δ/ντή στην Περ/κή Δ/νση Αττικής Α΄, ενώ από 8.3.96 έως 13.5.97 ανέλαβε δ/ντής στο κατ/μα Μητροπόλεως (2ο κλιμάκιο ευθύνης). Από 14.5.1997 και μέχρι την αποχώρησή του από την Υπηρεσία την 1.1.2000 κατείχε την θέση του δ/ντή του κατ/τος Σταδίου (2ο κλιμάκιο ευθύνης). Ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά. 2) Ο X2 προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη στις 6.8.1966 και προήχθη στο βαθμό του Υπ/ντή Α΄ από 1.1.1993.

Είναι κάτοχος δύο πτυχίων της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών και της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και στα δελτία ποιότητας από το 1983 και εντεύθεν (δηλ. μέχρι και το 1991) χαρακτηρίζεται "άριστος" και από το 1984 επιπλέον και "ώριμος". Θέση εποπτείας του ανατέθηκε αρχικά στο υπο/μα Αιγίου (όπου υπηρέτησε έως 10.3.1980) προσωρινά ως εντεταλμένος και προϊστάμενος υπηρεσίας λογιστηρίου.

Στη συνέχεια, από 17.3.1980 μετετέθη στη Δ/νση Επιθεώρησης ως βοηθός επιθεωρητής (αντιστοιχία προϊσταμένου υπηρεσίας διοίκησης, 7ο κλιμάκιο ευθύνης) μέχρι 29.8.1982, οπότε και αναβαθμίσθηκε σε δόκιμο επιθεωρητή (αντιστοιχία προϊσταμένου τμήματος διοίκησης 5ο κλιμάκιο), μέχρι 15.12.1986. Από 16.12.1986 ονομάσθηκε Επιθεωρητής (αντιστοιχία υποδιευθυντή διοικήσεως, 3ο κλιμάκιο) έως 11.9.1991, ενώ από 12.9.1991 μέχρι 8.5.98 ανέλαβε την οργανική θέση του υπ/ντή (3ο κλιμ.

ευθύνης). Από 11.5.1998 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος περ. δ/νσης στην τ. περιφερειακή Διοίκηση Ε΄ (1ο κλιμάκιο), και κρίθηκε το 1999, για το βαθμό του δ/ντή, ενώ κατείχε τη θέση αυτή με valeur 11.5.1998. Γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα χωρίς να κατέχει πτυχίο και στα Δ.Π. του βαθμολογείται ως προς το βαθμό γνώσεως με 4/9.

Έχει παρακολουθήσει 13 σεμινάρια. Ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά. 3) Η X3 προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη στις 17.7.1965, έχει ειδική αρχαιότητα στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α΄ από 1.1.1993. Στα δελτία ποιότητας βαθμολογείται συνεχώς από το 1983 και μετά με άριστα το 10 με το βαθμό 9 σε όλα τα Δ.Π. και χαρακτηρίζεται από το 1979 ως "άριστη" και "ώριμη για ανάληψη ανώτερης θέσης" και ως "διακεκριμένη" στο Δ.Π.

έτους 1987. Είναι κάτοχος πτυχίου Νομικής Σχολής Αθηνών, γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά χωρίς να κατέχει πτυχίο και στα Δ.Π. της βαθμολογείται ως προς το βαθμό γνώσεως των ξένων γλωσσών αυτών με (6/9) και (4/9) αντίστοιχα. Οι θέσεις εποπτείας που της ανατέθηκαν κατά την επαγγελματική της πορεία στην Τράπεζα, είναι οι εξής:

Από 1.1.77 έως 18.5.84, προϊσταμένη υπηρεσίας υπ/τος Αγοράς (8ο κλιμάκιο). Ακολούθως, α) 21.5.84 έως 24.6.84, εντεταλμένη στο κατ/μα Πλ. Κάνιγγος (8ο κλιμάκιο ευθύνης) και με την ίδια θέση στο κατ/μα Σταδίου (6ο κλιμάκιο ευθύνης) β) 25.6.84 έως 28.5.87, παραμένοντας στο ίδιο κατ/μα, υπηρέτησε ως υποδ/ντρια (4ο κλιμ. ευθύνης), 29.5.1987 έως 27.11.1992.

Στη συνέχεια προήχθη στο βαθμό του υπ/ντή Α΄, την 1.1.1993 και κρίθηκε γα το βαθμό του δ/ντή, ενώ ήταν διευθύντρια στην Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων Αθηνών Α΄ (2ο κλιμάκιο ευθύνης), θέση την οποία κατείχε από 1.12.1992 μέχρι και την έξοδό της από την Τράπεζα, στις 14.8.02. Ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά, 4) Ο X4 προσλήφθηκε απ' την αναιρεσίβλητη στις 22.10.1965, προήχθη στο βαθμό του υποδ/ντή Α΄ από 1.1.1993 και κρίθηκε για το βαθμό του δ/ντή με τη θέση του δ/ντή στη Δ/νση Επιμελητείας από 8.1.1997 (1ο κλιμ.

ευθύνης), ενώ σήμερα και ήδη από 16.8.02 είναι σύμβουλος δ/σεως στο γραφείο του Υποδιοικητή. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ και από πλευράς Δ.Π. κρίνεται "άριστος" και "ώριμος" για ανώτερη θέση από το 1984 και μέχρι το 1988. Αρχικά τοποθετήθηκε σε θέση εποπτείας στις 17.7.1980 ως πρ/νος υπηρεσίας στη Δ/νση Γενικού Λογιστηρίου (7ο κλιμάκιο ευθύνης).

Στη θέση αυτή παραμένει μέχρι 7.8.1983 και από 8.8.1983 τοποθετήθηκε στην ίδια δ/νση ως πρ/νος τμήματος (5ο κλιμάκιο ευθύνης), μέχρι 16.2.1987. Από 17.2.1987 έως 20.2.1989 ανέλαβε καθήκοντα υποδ/ντή δ/νσεως εξ αντιστοιχίας στην ίδια Δ/νση, ενώ οργανική θέση του δίδεται στις 21.2.1989. Διατήρησε τη θέση του υποδ/ντή έως 19.2.1996 και από 20.2.1996 μέχρι 7.1.1997 ανέλαβε τη θέση του αναπλ.

δ/ντή (2ο κλιμάκιο ευθύνης) της ίδιας Δ/νσης, η οποία από 17.6.1996 μετονομάσθηκε σε Δ/νση Οικονομικών Υπηρεσιών. Έχει παρακολουθήσει 9 σεμινάρια, και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα χωρίς να κατέχει πτυχίο και στα Δ.Π. του βαθμολογείται ως προς το βαθμό γνώσεως με 3/9. Ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά. 5) Ο X5 προσελήφθη απ' την αναιρεσίβλητη στις 14.10.1963, προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Α΄ από 1.1.1995 και για το βαθμό του δ/ντή κρίθηκε με τη θέση του διευθυντή στη Δ/νση Επενδύσεων και Κεφαλαιογοράς από 1.8.1997 (1ο κλιμάκιο), μέχρι 18.1.01.

Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών και στα Δ.Π. των ετών από το 1983 και μέχρι το 1988 κρίνεται "άριστος" και "ώριμος για ανώτερη θέση". Στα ειδικά αξιολογικά σημειώματα ανωτέρων στελεχών, που συντάχθηκαν κατά το έτος 1995, έχει συγκεντρώσει ποσοστό ανταπόκρισης 139% ενώ τα έτη 1996 και 1997 -τελευταίο- 140%.

Έχει παρακολουθήσει 19 σεμινάρια. Γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα χωρίς να κατέχει πτυχίο και στα Δ.Π. του βαθμολογείται ως προς το βαθμό γνώσεως με 5/9. Ανέλαβε για πρώτη φορά θέση εποπτείας την 13.4.1976 ως προϊστάμενος υπηρεσίας στη Δ/νση Μελετών Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων (7ο κλιμάκιο), της οποίας ορισμένος κλάδος στη συνέχεια υπήχθη στη δ/νση Εμπορικών Χορηγήσεων, εξακολούθησε δε να κατέχει την ίδια θέση στη νέα Δ/νση έως 21.9.1981.

Από 22.9.1981 του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος, στην Δ/νση Εμπορικών Χορηγήσεων (5ο κλιμάκιο ευθύνης) έως 19.12.1982. Από 20.12.1982 έως 13.10.1987 μετετέθη επίσης ως προϊστάμενος τμήματος με αντιστοιχία στη Δ/νση Ανάπτυξης, ενώ από 14.10.1987 έως 9.2.1989 μετετέθη ως υποδιευθυντής Δ/νσης εξ αντιστοιχίας (3ο κλιμάκιο) στη Δ/νση Επενδύσεων και στη συνέχεια από 10.2.1989 έως 28.11.1991 ανέλαβε οργανική θέση υποδιευθυντή στην ίδια Δ/νση (3ο κλιμ.

ευθύνης). Τέλος την 1.8.1997 ονομάσθηκε διευθυντής στη Δ/νση αυτή (1ο κλιμάκιο ευθύνης) έως 18.1.01 και στις 19.1.01 τέθηκε στη διάθεση της Διοίκησης, οπότε αποσπάσθηκε ως σ/νων σύμβουλος στην ΕΤΕΒΑ (στέλεχος 1ου κλιμακίου), μέχρι 14.8.02, ενώ ακολούθως του δόθηκε η θέση του γενικού διευθυντή στα γραφεία μελών διοικήσεως.

Ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικά. Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος προς αυτά των προαχθέντων συναδέλφων του προκύπτουν τα εξής: 1) Σε σχέση με τον X1, ο αναιρεσείων υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών, ως προς το βαθμό γνώσεως της αγγλικής γλώσσας, ως προς το συγγραφικό έργο και την εκπροσώπηση της Τράπεζας σε διεθνή συνέδρια και επιτροπές, ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων και ως προς τον χαρακτηρισμό του στο Δ.Π.

ως "διακεκριμένου". Υστερεί όμως ως προς τη ΓΥΑ κατά τέσσερα χρόνια και την ΕΥΑ και ως προς το προσόν της άσκησης υπηρεσιακών καθηκόντων σε διάφορες θέσεις ευθύνης, αφού ο αναιρεσείων ασχολήθηκε κυρίως με θέματα οικονομικής ανάλυσης και μελετών και υπηρέτησε συνεχώς και αποκλειστικά στην ως άνω Διεύθυνση της αναιρεσίβλητης, στην οποία εξετέλεσε σημαντικό έργο, ενώ ο συγκρινόμενος υπηρέτησε από νωρίς σε διάφορες θέσεις ευθύνης στο δίκτυο και έτσι υπερτερεί ως προς το προσόν αυτό του αναιρεσείοντος, διότι απασχολήθηκε σε διάφορες θέσεις ευθύνης με εξ ίσου διαφορετικά αντικείμενα και θεωρείται πλέον έμπειρος, το προσόν δε αυτό της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων έχει σημαίνουσα βαρύτητα, όταν πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του διευθυντή, όπως στην ίδια περίπτωση συνεκτιμάται ιδιαιτέρως το προσόν της υπηρεσιακής καταρτίσεως, το οποίο εκφράζεται μέσω της βαθμολογίας των συγκρινομένων, ως προς το οποίο ο συγκρινόμενος βαθμολογείται συνεχώς σε όλα ανεξαιρέτως τα Δ.Π.

με 9 (με άριστα το 10), ο δε αναιρεσείων βαθμολογείται με τον ίδιο βαθμό μόνο μετά το 1981, ενώ στα προηγούμενα Δ.Π. του δεν έχει βαθμολογηθεί ως προς αυτό. Περαιτέρω, οι βαθμολογίες τους κατά το επίδικο διάστημα, αλλά και πριν και μετά είναι ίδιες, αφού και οι δύο βαθμολογούνται ως προς τα προσόντα με 9 (με άριστα το 10), τα δε σχόλια είναι περίπου τα ίδια και για τους δύο, η δε διαφοροποίηση του Δ.Π.

του αναιρεσείοντος ως προς τον χαρακτηρισμό "διακεκριμένος", ενόψει της ίδιας βαθμολογίας και των ίδιων σχολίων στα Δ.Π. των συγκρινομένων, προφανώς δικαιολογείται λόγω του τίτλου σπουδών, του βαθμού γνώσης της ξένης γλώσσας, των σεμιναρίων και του συγγραφικού έργου, προσόντα όμως που όταν πρόκειται για προαγωγή σε θέση διευθυντή δεν έχουν βαρύνουσα σημασία. 2) Σε σχέση με τον X2, ο αναιρεσείων υπερτερεί ως προς το βαθμό γνώσεως της αγγλικής γλώσσας, ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων, το συγγραφικό έργο και την εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης σε διεθνή συνέδρια και επιτροπές και τον χαρακτηρισμό στα Δ.Π.

ως "διακεκριμένου", υστερεί όμως ως προς την ΓΥΑ κατά τρία (3) έτη και την ΕΥΑ, και τα προσόντα της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων, αφού ο μεν αναιρεσείων υπηρέτησε πάντα στη Δ/νση Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών, ασχοληθείς μόνο με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, ο δε συγκρινόμενος από το 1980 και μετά υπηρέτησε σε διαφορετικές θέσεις ευθύνης (ως εντεταλμένος και προϊστάμενος υπηρεσίας λογιστηρίου αρχικά, στη συνέχεια ως βοηθός επιθεωρητής, επιθεωρητής κλπ) και σε διαφορετικές υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης, καθώς και στο προσόν της υπηρεσιακής καταρτίσεως, αφού ο μεν συγκρινόμενος βαθμολογείται συνεχώς σε όλα τα ΔΠ με 9, ο δε αναιρεσείων μόνο μετά το 1981 (στα ΔΠ πριν δεν έχει βαθμολογηθεί ως προς το προσόν αυτό), ενώ ως προς τους τίτλους σπουδών είναι ισάξιος, αφού ο μεν αναιρεσείων έχει πτυχίο ΑΣΟΕΕ, καθώς και μεταπτυχιακό τίτλο, ο δε συγκρινόμενος έχει δύο πτυχία ΑΕΙ (Παντείου και Δημόσιας Διοίκησης). 3) Σε σχέση με την X3, ο αναιρεσείων υπερτερεί στο βαθμό γνώσεως της αγγλικής γλώσσας, σε μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών, στο συγγραφικό έργο και στην εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης σε διεθνή συνέδρια, ενώ είναι ισότιμος ως προς τη βαθμολογία στα ΔΠ και τον χαρακτηρισμό σ' αυτά "διακεκριμένος".

Ο αναιρεσείων όμως υστερεί της συγκρινομένης ως προς τη ΓΥΑ κατά τέσσερα (4) έτη, την ΕΥΑ, και ως προς τα προσόντα άσκησης υπηρεσιακών καθηκόντων σε διαφορετικές θέσεις ευθύνης και υπηρεσιακής καταρτίσεως, αφού η συγκρινόμενη από το 1984 και μετά υπηρέτησε σε διαφορετικές θέσεις ευθύνης και επί πλέον βαθμολογείται σε όλα τα ΔΠ ως προς το προσόν της υπηρεσιακής καταρτίσεως συνεχώς με το βαθμό 9, ενώ ο ενάγων μόνο μετά το 1981. 4) Σε σχέση με τον X4, ο αναιρεσείων υπερτερεί στο βαθμό γνώσης της αγγλικής γλώσσας, σε μεταπτυχιακούς τίτλους, σε συγγραφικό έργο, σε αριθμό σεμιναρίων, στην εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης σε διεθνή συνέδρια και επιτροπές και στο χαρακτηρισμό στα ΔΠ ως "διακεκριμένου".

Υστερεί όμως αυτού ως προς τη ΓΥΑ κατά τέσσερα (4) έτη, την ΕΥΑ και κυρίως στα προσόντα της άσκησης υπηρεσιακών καθηκόντων σε διαφορετικές θέσεις ευθύνης και το προσόν της υπηρεσιακής καταρτίσεως, αφού ο συγκρινόμενος από το 1980 τοποθετήθηκε σε θέση ευθύνης (προϊστάμενος υπηρεσίας στη Δ/νση Γενικού Λογιστηρίου) και έκτοτε υπηρέτησε συνεχώς σε διαφορετικές θέσεις ευθύνης, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα, ενώ ως προς το προσόν της υπηρεσιακής καταρτίσεως ισχύουν όσα προεκτέθησαν σε σχέση με τη σύγκρισή του με τους προηγούμενους συγκρινόμενους συναδέλφους του. 5) Σε σχέση με τον X5, ο αναιρεσείων υπερτερεί στο βαθμό της γνώσεως της αγγλικής γλώσσας, σε μεταπτυχιακούς τίτλους, σε αριθμό σεμιναρίων, σε συγγραφικό έργο, στην εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης σε διεθνή συνέδρια κλπ και στο χαρακτηρισμό στο ΔΠ του ως "διακεκριμένου".

Υστερεί όμως στην ΓΥΑ κατά 6 χρόνια, και στην ΕΥΑ καθώς και στα προσόντα της ασκήσεως υπηρεσιακών καθηκόντων σε διάφορες θέσεις, αφού ο συγκρινόμενος, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα, από το 1976 ανέλαβε θέση ευθύνης και έκτοτε συνεχώς υπηρέτησε σε διαφορετικές θέσεις ευθύνης, το δε ποσοστό ανταπόκρισής του στα ανατεθέντα σ' αυτόν καθήκοντα ήταν 139% έναντι 140% του αναιρεσείοντος, όπως και όλοι οι συγκρινόμενοι ήταν περίπου ισάξιοι με τον πρώτο ως προς το ποσοστό ανταπόκρισης στα ανατεθέντα σ' αυτούς καθήκοντα.

Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, ενόψει του ότι πρόκειται για προαγωγή στο βαθμό του διευθυντή και με βάση τα όσα προεκτέθησαν ως προς τον πρώτο συγκρινόμενο για τη σημασία της υπεροχής του αναιρεσείοντος ως προς τον χαρακτηρισμό του ως "διακεκριμένου" έναντι "αρίστου" του συγκρινομένου, ως προς το βαθμό γνώσεως της ξένης γλώσσας, τον αριθμό των σεμιναρίων και της εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης σε διεθνή συνέδρια και επιτροπές αφ΄ ενός και της σημασίας της υπεροχής του συγκρινομένου ως προς τα αναλυτικά αναφερόμενα ως άνω προσόντα, στα οποία υπερέχει ο τελευταίος, ο αναιρεσείων υπερέχει απλώς και όχι καταφανώς όλων των ανωτέρω συγκρινομένων συναδέλφων του και ως εκ τούτου τα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης, που προήγαγαν τους τελευταίους και παρέλειψαν τον αναιρεσείοντα, δεν ενήργησαν καταχρηστικώς ούτε παραβίασαν προφανώς τα όρια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και του άρθρου 281 Α.Κ., αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσείοντος και των άνω προαχθέντων συναδέλφων του δεν προέκυπτε καταφανής, αλλ' απλή υπεροχή αυτού έναντι των προταθέντων από τον ίδιο προς σύγκριση εν λόγω συναδέλφων του, ενόψει του ότι σε ορισμένα από τα απαιτούμενα για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα είναι ισοδύναμος με αυτούς και από τα υπόλοιπα σε άλλα υπερέχει και σε άλλα υστερεί έναντι αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως αόριστη, κατά το δεύτερο αίτημά της περί επιδικάσεως στον αναιρεσείοντα διαφοράς αποδοχών μεταξύ του βαθμού του διευθυντή και εκείνου του υποδιευθυντή, ανερχομένης για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-7-1999 έως 31-12-2002 στο αναφερόμενο χρηματικό ποσό και συνισταμένης στο επίδομα ευθύνης πρώτου κλιμακίου, το οποίο θα ελάμβανε μετά την προαγωγή του σε διευθυντή και την τοποθέτησή του στη συνέχεια από την αναιρεσίβλητη σε αντίστοιχη θέση διευθυντή ή θέση ευθύνης πρώτου κλιμακίου, αποβαίνει αλυσιτελής μετά την απόρριψη του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τα άρθρα 566 παρ. 1 και 557 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-7-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 1616/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ