Legislator Case Law & Legislation
1349/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank debt collection judgment for failure to apply substantive law.

Case Number 1349/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a debt collection dispute between a bank and a loan management company. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive law and failed to consider specific evidence, but the court found these claims inadmissible as they targeted factual findings rather than legal errors. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 KPolD; Art. 559 no. 11 gamma' KPolD: An appeal is inadmissible if it challenges the factual findings of the lower court rather than a violation of substantive law, and the court may consider evidence without separate evaluation if it has already weighed it in its overall assessment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation factual findings review bank debt collection costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 559 no. 11 gamma' KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2015
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1349 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 1349/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Ε., κατοίκου Ρόδου Δωδεκανήσου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Αντωνοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βιργινία Περάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2013 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3359/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 273/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση του έντοκου δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, αμφοτεροβαρής και άτυπη σύμβαση, ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.

Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της συμβάσεως δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανειστής, έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου και να εισφέρει τούτο στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου.

Η μεταβίβαση της κυριότητας στον οφειλέτη του αποτελούντος το αντικείμενο δανείου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου και της υποχρεώσεως για καταβολή τόκων, αν τέτοιοι συμφωνήθηκαν. Η κατά τα άνω δε μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειακής σύμβασης, ώστε σε περίπτωση που ελλείπει να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου.

Για τη σύσταση λοιπόν του δανείου, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας γίνεται αμέσως ή εμμέσως από τον δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη (ΑΠ 667/2022, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1490/2013). Το στοιχείο της μεταβίβασης του δανείσματος, δεν απαιτείται να συντρέχει, εφόσον δεν αποτελεί αναγκαίο εννοιολογικό περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης, όπως πιο πάνω αναφέρεται, και όταν το δάνεισμα περιήλθε από την περιουσία του δανειστή σε εκείνη του δανειολήπτη, με άλλο ισοδύναμο οικονομικά τρόπο, όπως, όταν συμφωνείται μεταξύ των μερών, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), ότι το καταβληθέν σε χρόνο προγενέστερο στο δανειολήπτη και ήδη οφειλόμενο από αυτόν ποσό, ακόμη και από άλλη αιτία, θα οφείλεται εφεξής λόγω δανείου (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1490/2013, ΑΠ 1417/2007).

Το δάνειο αυτό (συναινετικό) περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 806 ΑΚ, αφού η προς παράδοση του δανείσματος υποχρέωση εκπληρώνεται δια της καταβολής που έχει γίνει ήδη στα χέρια του οφειλέτη (ΑΠ 1417/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "O εναγόμενος κατοικεί στην Ρόδο και ασχολείτο από το έτος 1970 έως το 2011 που συνταξιοδοτήθηκε, με την εμπορία, εγκατάσταση και συντήρηση κλιματιστικών μηχανημάτων έχοντας πελάτες ιδιώτες, μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες και επιχειρηματίες της ευρύτερης περιοχής.

Για τις ανάγκες της επαγγελματικής του δραστηριότητας αλλά και τις προσωπικές του ανάγκες τηρούσε στην ενάγουσα τράπεζα δύο κοινούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου και έναν λογαριασμό όψεως. Στα πλαίσια τήρησης των τραπεζικών του λογαριασμών του ο εναγόμενος επισκεπτόταν τακτικά, επί δεκαετίες, το κατάστημα της ενάγουσας στην οδό Εθνικής Αντιστάσεως και είχε αναπτύξει με τους υπαλλήλους του καταστήματος αυτού ιδιαίτερη σχέση.

Στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2006 η Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας πληροφορήθηκε από την αρμόδια κεντρική μονάδα ότι εντός του έτους 2006 παρατηρούνται μεταφορές χρημάτων από εσωτερικό λογαριασμό της Τράπεζας (λογαριασμός τάξεως-Υποθήκες/Προσημειώσεις) σε λογαριασμούς πελάτη. Ο εσωτερικός λογαριασμός της Τράπεζας από τον οποίο μεταφέρονταν τα ποσά ήταν ο υπ' αριθμ. ...

λογαριασμός ενώ οι λογαριασμοί οι οποίοι πιστώνονταν, ήταν δύο καταθετικοί λογαριασμοί του εναγομένου και συγκεκριμένα ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός ταμιευτηρίου και ο υπ' αριθ. ... τρεχούμενος/πολυμορφικός λογαριασμός. Από την κίνηση παραπάνω λογαριασμών του εναγομένου διαπιστώθηκε ότι οι πιστώσεις είχαν γίνει με συμψηφιστικές λογιστικές εγγραφές (AGI), (δηλαδή με χρέωση του εσωτερικού λογαριασμού του καταστήματος της τράπεζας και με πίστωση των λογαριασμών του εναγομένου) καθώς και ότι οι εν λόγω χρεωπιστώσεις πραγματοποιήθηκαν με χρήστη διενέργειάς τους από τον κωδικό Ε …, που ανήκε στον Κ.

Φ., Προϊστάμενο χορηγήσεων του καταστήματος. Ακολούθως ζητήθηκε άμεσα να προσκομιστούν από το αρχείο της παραστατικά συγκεκριμένων ημερομηνιών του έτους 2006, όπου εμφανίζονταν τέτοιες συναλλαγές/κινήσεις. Διαπιστώθηκε όμως ότι δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα παραστατικά χρέωσης του εσωτερικού λογαριασμού τάξεως του καταστήματος Ρόδου και αντίστοιχης πίστωσης των καταθετικών λογαριασμών του εναγομένου.

Το γεγονός αυτό οδήγησε άμεσα στη διενέργεια. επιτόπιου ελέγχου από κλιμάκιο επιθεωρητών της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας το οποίο μετέβη στις 14 Δεκεμβρίου 2006 στο κατάστημα Ρόδου για περαιτέρω έρευνα. Κατά την έρευνα αυτή ζητήθηκε άμεσα και παράχθηκε από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας παραμετροποιημένη κατάσταση, στην οποία να εμφανίζονται οι συμψηφιστικές λογιστικές εγγραφές του εσωτερικού λογαριασμού τάξεως του καταστήματος Ρόδου με τις αντίστοιχες πιστώσεις στους καταθετικούς λογαριασμούς του εναγομένου.

Διαπιστώθηκε τότε, ότι ο Κ. Φ., κατά το χρονικό διάστημα από 2/10/2002 έως και 6/6/2006, είχε χορηγήσει στον εναγόμενο από ίδια κεφάλαια της τράπεζας (χρεώνοντας τον εσωτερικό, λογαριασμού του Καταστήματος Ρόδου και πιστώνοντας αντίστοιχα τους καταθετικούς λογαριασμούς του εναγομένου) το συνολικό ποσό των 14.235.000 ευρώ.

Ειδικότερα ο εναγόμενος, κατά τις παρακάτω ημερομηνίες πιστώθηκε, με αντίστοιχη χρέωση του εσωτερικού λογαριασμού της τράπεζας τα εξής ποσά: 1) στις 02/10/2002, 535.500,00 €, 2) Στις 03/10/2002, 674.500 € 3) στις 13/03/2003, 1.310.000 €, 4) στις 02/09/2003 767.000 €, 5) στις 03/9/2003, 708.000 €, 6) στις 04/09/2003, 755.000 €, 7) στις 04/03/2004 1.320.000 €, 8) 28/04/2004, 110.000 €, 9) στις 21/07/2004 545.500 €, 10) στις 22/07/2004, 495.000 €, 11) στις 28/02/2005 2.765.000 €, 12) στις 24/01/2006 850.000 €, 13) στις 14/03/2006 950.000 €, 14) στις 05/06/2006 750.000 €, 15) στις 06/06/2006 1.700.000 €.

Οι ως άνω χρεωπιστώσεις αποτυπώνονται με πληρότητα και σαφήνεια (κατά χρόνο και ποσά) στα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας στα οποία αναγράφεται ως ένδειξη της προέλευσης των χορηγήσεων η συντομογραφία ΛΠΚ Εσωτερικός Λογαριασμός, ένδειξη η οποία καταδεικνύει ότι τα επίμαχα ποσά προέρχονταν και χορηγήθηκαν στον εναγόμενο από εσωτερικό λογαριασμό της ίδιας της Τράπεζας.

Η χορήγηση των ανωτέρω ποσών ήταν παράτυπη, καθώς ουδέποτε εκδόθηκαν καταθετήρια για τις εκταμιεύσεις, ούτε τηρήθηκαν οι εγκριτικές διαδικασίες της Τράπεζας, ούτε λήφθηκαν εμπράγματες εξασφαλίσεις υπέρ της Τράπεζας για τις χορηγήσεις αυτές. Έλαβαν δε, χώρα από τον προαναφερόμενο υπάλληλο της ενάγουσας Κ.

Φ., ο οποίος ενεργούσε σε συνεννόηση περί τούτου με τον εναγόμενo, προκειμένου ο τελευταίος να λάβει τα ποσά και να τα χρησιμοποιήσει χωρίς να παράσχει εμπράγματες εξασφαλίσεις στην ενάγουσα τράπεζα, από την οποία προέρχονταν τα παραπάνω χορηγηθέντα ποσά. Την ίδια ημέρα κλήθηκε από το κλιμάκιο επιθεωρητών της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας και παρέστη στο κατάστημα Ρόδου ο εναγόμενος, ώστε να δώσει εξηγήσεις για τις παράτυπες αυτές χορηγήσεις.

Ο εναγόμενος παραδέχθηκε τη χορήγηση των παραπάνω ποσών, παραδέχθηκε ότι είχε λάβει όλα τα ποσά αυτά ως δάνειο, αποφεύγοντας την παροχή εμπράγματης εξασφάλισης των δανειακών απαιτήσεων και αναγνώρισε την οφειλή του προς την Τράπεζα, οπότε και κατέβαλε το ποσό των 4.200.000 ευρώ, που αποτελούσε το υπόλοιπο των λογαριασμών του από επενδύσεις σε χρεόγραφα, αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές.

Στη συνέχεια ο εναγόμενος δέχθηκε το ανεξόφλητο υπόλοιπο των εκταμιευμένων ποσών που συνολικά έλαβε, ήτοι το συνολικό ποσό 10.067.000 ευρώ, να λάβει τη νομότυπη μορφή εγγράφως συνομολογουμένου δανείου και να παρασχεθούν πλέον οι αναγκαίες εμπράγματες εξασφαλίσεις στην Τράπεζα. Συνακόλουθα, στις 15/12/2006 η ενάγουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη και ο εναγόμενος, παρουσία δικηγόρων του, υπέγραψαν στην Ρόδο την υπ' αριθμ. .../15-12-2006 σύμβαση, με την οποία συνομολογήθηκε έντοκο (με επιτόκιο Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας-ΕΚΤ) στεγαστικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 10.067.000 ευρώ, εξοφλητέο σε 180 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες που αναγράφονται στην σύμβαση αυτή μεταξύ των οποίων είναι και οι εξής: (4):

Η εξόφληση του δανείου θα γίνει σε 180 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. (7.1): .πριν από την ανάληψη του δανείου ο Οφειλέτης θα παραχωρήσει υπέρ της Τράπεζας σε ασφάλεια των απαιτήσεών της που προέρχονται από το δάνειο, δηλαδή από κεφάλαιο, τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, έξοδα δικαστικά και εκτέλεσης, έξοδα ασφαλιστικής κάλυψης και γενικά κάθε είδους έξοδα που προέρχονται από το δάνειο αυτό με τους τόκους τους μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησής τους, πρώτη σε σειρά προσημείωση υποθήκης ή υποθήκη ποσού 10.067.000 €, σε ακίνητο που θα προσφερθεί για το σκοπό αυτό στην Τράπεζα, η αξία του οποίου θα καλύπτει πλήρως την απαίτηση της Τράπεζας και με την προϋπόθεση ότι οι τίτλοι του ακινήτου αυτού βρίσκονται σε νομική τάξη και ότι το ακίνητο δεν θα παρουσιάζει κανένα πραγματικό ελάττωμα, διαφορετικά η Τράπεζα θα δικαιούται να αρνηθεί την εκταμίευση του δανείου. (8.6) :

Ρητά συμφωνείται ότι τα αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα βιβλία της Τράπεζας που εμφανίζουν την κίνηση του ή των λογαριασμών του δανείου από την έναρξή τους ή από την τελευταία αναγνώριση του Οφειλέτη αποτελούν πλήρη απόδειξή των απαιτήσεων της Τράπεζας κατά του Οφειλέτη και του Εγγυητή, ακόμη και μετά το κλείσιμο του λογαριασμού ή (και) την επιδίκαση της απαίτησης, μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή της, επιτρέπεται όμως η ανταπόδειξη.

Τα αντίγραφα ή τα αποσπάσματα αυτά συνομολογείται ότι θα εξάγονται και ως φωτοαντίγραφα ή θα αναπαράγονται με την υπολογιστική (μηχανογραφική) μέθοδο με αποτύπωση των στοιχείων (δεδομένων) του ηλεκτρονικού υπολογιστή Τράπεζας ή με οποιοδήποτε άλλο καθιερωμένο από την Τράπεζα ή την τραπεζική πρακτική για τις συναλλαγές της τρόπο. (8.10) :

Αρμόδια κατά τόπο για την επίλυση κάθε διαφοράς από την παρούσα είναι και τα Δικαστήρια των Αθηνών]. Ακολούθως ο εναγόμενος συναίνεσε, προς εξασφάλιση του δανείου αυτού, στην εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης επί ακινήτων - ιδιοκτησίας του .... Επίσης, προς περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου, συναίνεσε και η σύζυγος του εναγομένου Φ.

Σ. για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας της ... Για την παρακολούθηση του εν λόγω δανείου, η τράπεζα τήρησε τον υπ' αριθμ. 0000... λογαριασμό, όπως τούτο προκύπτει από την καρτέλα του δανείου, ήτοι το απόσπασμα από τα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας που τηρείται με το μηχανογραφικό σύστημα, έχει εκδοθεί από τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα αυτής και αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. (8.6) όρο της ως άνω σύμβασης δανείου.

Στον λογαριασμό αυτό και στα εμπορικά βιβλία της τράπεζας εμφαίνονται με ακρίβεια τα ποσά των τόκων της περιόδου χάριτος, τα ποσά που καταβλήθηκαν έναντι αυτών, τα ποσά των δόσεων, οι ημερομηνίες και τα ποσά καταβολής των δόσεων, οι συμβατικοί τόκοι, οι τόκοι υπερημερίας των καθυστερούμενων δόσεων, ο τρόπος καταλογισμού κάθε μίας καταβολής καθώς και το εκ της καταγγελίας της συμβάσεως ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο άληκτο κεφάλαιο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος για την εκ του δανείου οφειλή του κατέβαλε στην ενάγουσα στις παρακάτω-ημερομηνίες τα αντιστοίχως αναφερόμενα ποσά: 1) 20/04/2007, 10,68 €, 2) 22/05/2007, 1.431,96€, 3) 25/01/2008, 2.168,48€, 4) 13/03/2008, 50,00€, και 6) 01/07/2008, 15,35 €. Λόγω όμως της επιγενόμενης υπερημερίας του εναγομένου στην καταβολή του συνολικά οφειλόμενου ποσού των συμφωνημένων δόσεων του δανείου και συγκεκριμένα αυτός στις 21/10/2009 όφειλε το συνολικό ποσό των 11.111.148,65€ (=10.158.385,99 ανεξόφλητο κεφάλαιο + 804.638,20 συμβατικοί τόκοι + 148.126,46 τόκοι υπερημερίας) όπως όλα τα ανωτέρω εμφαίνονται αναλυτικά στην καρτέλα κίνησης του δανείου, η ενάγουσα, στις 21/10/2009, κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση στεγαστικού δανείου, κήρυξε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το άληκτο κεφάλαιο των υπολοίπων δόσεων του δανείου και έκλεισε τον ως άνω τηρηθέντα λογαριασμό δανείου, ο οποίος κατά το οριστικό κλείσιμο του παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του εναγομένου, το συνολικό ποσό των 11.111.148,65 ευρώ, το οποίο μεταφέρθηκε αυθημερόν στον υπ' αριθμ. ...

λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Την καταγγελία της ως άνω υπ' αριθμ. .../15-12-2006 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου και το κλείσιμο εντεύθεν του τηρούμενου στα πλαίσια αυτής λογαριασμού με το κατ' εκείνη την ημερομηνία (21/10/2009) διαμορφωθέν χρεωστικό υπόλοιπο (11.111.148,65 €) η ενάγουσα γνωστοποίησε στον εναγόμενο με την από 18/11/2009 εξώδικη καταγγελία, η οποία κοινοποιήθηκε νόμιμα σ' αυτόν (σχετ. 1032Γ/19-11-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Δημήτριου Γάτση).

Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει με τους (Α1) και (Α2) λόγους έφεσης ότι η συναφθείσα σύμβαση δανείου είναι εικονική και ως εκ τούτου άκυρη, καθόσον η δήλωση βουλήσεως του δεν έγινε στα σοβαρά, αλλά προκειμένου η ενάγουσα να καλύψει, εκ των υστέρων, τις γενόμενες από στελέχη της παράτυπες εκταμιεύσεις προς αυτόν χρηματικών ποσών, ενώ ο ίδιος ούτε γνώριζε τούτο ούτε ανέλαβε ποτέ τα παρατύπως πιστωθέντα στους τραπεζικούς του λογαριασμούς χρηματικά ποσά.

Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι η δήλωση των ως άνω δικαιοπρακτούντων έγινε κατά το φαινόμενο μόνον αλλά απεναντίας αποδείχθηκε ότι έγινε σπουδαίως και σοβαρά και τα μέρη ήθελαν και αποσκοπούσαν η σύμβαση αυτή να παράγει συνέπειες.

Ειδικότερα, η ενάγουσα και ο εναγόμενος επιθυμώντας να διευθετηθούν εξωδικαστικά οι ήδη υφιστάμενες οφειλές του εναγομένου, που είχαν προέλθει από τις εν γνώσει του προαναφερόμενες παράτυπες πιστώσεις προς αυτόν από κεφάλαια της ενάγουσας συνομολόγησαν την ένδικη σύμβαση δανείου, με σαφή και αληθή περί τούτου βούληση, ώστε το ως άνω οφειλόμενο να οφείλεται εφεξής στην ενάγουσα από τον εναγόμενο λόγω δανείου και προκειμένου να αποδοθεί αυτό σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και να λάβει η ενάγουσα τις αναγκαίες εμπράγματες εξασφαλίσεις.

Η κρίση αυτή στηρίζεται μεταξύ άλλων, στα εξής α) ο εναγόμενος την ίδια ημέρα με την υπογραφή της σύμβασης κατέβαλε στην ενάγουσα, προς μερική εξόφληση των προς αυτόν (παράτυπων) χορηγήσεων, το ποσό των 4.200.000 €, β) τόσο ο εναγόμενος όσο και η σύζυγός του παρέσχαν προς εξασφάλιση των εκ του δανείου απαιτήσεων της ενάγουσας προσημειώσεις υποθήκης σε ακίνητα ιδιοκτησίας τους, γ) o εναγόμενος ανέλαβε και έκανε χρήση των προαναφερομένων πιστώσεων, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του ότι ουδέποτε έλαβε χώρα ανάληψη από αυτόν χρηματικών ποσών ...

Άλλωστε στις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (σελ.

2) o ίδιος ο εναγόμενος αναφέρει ότι "οι αναλήψεις γινόταν με την υπογραφή από εμένα των ενταλμάτων ανάληψης χρημάτων... δ) ο εναγόμενος ήταν έμπειρος επιχειρηματίας με πολύχρονη και μεγάλη συναλλακτική δράση και πλήρως εξοικειωμένος με τις οικονομικές και τραπεζικές διαδικασίες και αντίκειται τουλάχιστον στην κοινή λογική και την κοινή πείρα να αγνοεί και να μην γνωρίζει την προέλευση των μεγάλων χρηματικών ποσών που επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια πιστώνονταν στους λογαριασμούς του, όπως αυτός αβασίμως επικαλείται, ε) o προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι ο Κ.

Φ. του ζήτησε, ως προσωπική διευκόλυνση να του επιτρέψει να καταθέτει στους λογαριασμούς του (εναγομένου) διάφορα ποσά τα οποία στη συνέχεια αυτός (εναγόμενος) θα του απέδιδε, διότι ο ίδιος (Κ. Φ.) δεν μπορούσε να δικαιολογήσει φορολογικά τα ποσά αυτά, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και τυγχάνει παντελώς αβάσιμος.

Εξάλλου αντίκειται στην κοινή λογική και κρίνεται παράλογο να δεχθεί ο εναγόμενος να παράσχει τέτοια εξυπηρέτηση στον προαναφερόμενο υπάλληλο με τον οποίο άλλωστε δεν τον συνέδεε κάποια, ιδιαίτερη σχέση αλλά ετύγχαναν απλώς γνωστοί, και να δεχθεί την διακίνηση τόσο μεγάλων ποσών μέσω των λογαριασμών του, προκειμένου να αποφύγει ο ανωτέρω τον κίνδυνο φορολογικού ελέγχου όταν και ο ίδιος ο εναγόμενος δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τα ποσά αυτά και θα ήταν αυτός έκθετος σε τυχόν φορολογικό έλεγχο, στ) ο εναγόμενος προέβαλε τον παραπάνω ισχυρισμό το πρώτον το έτος 2009 μετά από αγωγή που άσκησε για αναγνώριση της εικονικότητας της σύμβασης δανείου από την οποία μάλιστα αγωγή παραιτήθηκε, ενώ μέχρι τότε ουδεμία αμφισβήτηση ή επιφύλαξη είχε προβάλει, ζ) στην από 4/9/2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε o εναγόμενος, αιτούμενος να λάβει τα παραστατικά των επίδικων καταθέσεων που φέρουν αιτιολογία ΛΠΚ επικαλέσθηκε ότι οι καταθέσεις αυτές αποτελούσαν καταβολές τρίτων προσώπων και συγκεκριμένα πελατών του για την εξόφληση του τιμήματος των πωλούμενων σε αυτούς ειδών ή της αμοιβής του για την εξόφληση των προς αυτούς σχετικών εργασιών και ότι επιθυμούσε να λάβει τα παραστατικά των αντίστοιχων καταβολών προκειμένου να επαληθεύσει την εξοφλητική κατάθεση και το ύψος των συγκεκριμένων ποσών.

Απεναντίας, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, όλως αντιφατικώς και οψίμως επικαλέσθηκε την ως άνω διαφορετική αιτιολογία των εν λόγω πιστώσεων, η) η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από την ένορκη κατάθεση του Αναπληρωτή Γενική Διευθυντή της τράπεζας Ι. Π. (που περιέχεται στην λαμβανόμενη υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο υπ' αριθμ.1436/2010 ένορκη βεβαίωση), η αξιοπιστία του οποίου δεν αναιρείται από το ότι ο ανωτέρω τυγχάνει υπάλληλος της τράπεζας, και ο οποίος ήταν παρών κατά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης και μετά λόγου γνώσεως και σαφήνεια κατέθεσε ότι "παρουσία μου ο εναγόμενος παραδέχθηκε τη χορήγηση των παραπάνω ποσών μέσω των καταθετικών του λογαριασμών, αναγνώρισε την οφειλή του προς την τράπεζα οπότε κατέβαλε το ποσό των 4.200.000 ευρώ και δέχθηκε τα ποσά που έλαβε να λάβουν τη νομότυπη μορφή εγγράφως συνομολογούμενου δανείου.

Αφού λοιπόν ο κ. Σ. είδε παρουσία μου, αλλά και παρουσία των ελεγκτών και του διευθυντή του καταστήματος και παρουσία του τοπικού δικηγόρου του στη Ρόδο τους λογαριασμούς δηλαδή τις πιστώσεις και αφού συμβουλεύτηκε και έναν ακόμη δικηγόρο στη Ρόδο υπέγραψε τη σύμβαση δανείου". Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε την προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση εικονικότητας της ένδικης σύμβασης δανείου ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου (ΑΙ, Α2) λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με τους (Α3) και (Β) λόγους έφεσης ο εκκαλών πλήττει την εκκαλουμένη για εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 806 ΑΚ και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τον χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης ως συναινετικού δανείου επικαλούμενος ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση σε αυτόν του δανείσματος, όπως τούτο απαιτεί ο παραδοτικός χαρακτήρας της σύμβασης δανείου.

Ο παραπάνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος όπως και οι συναφείς λόγοι έφεσης καθόσον υπό τα ως άνω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η προαναφερθείσα σύμβαση συνιστά,... εγκύρως καταρτισμένη κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ σύμβαση συναινετικού δανείου, η κατάρτιση της οποίας γίνεται και χωρίς την πραγματική και άμεση παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη, όπως όταν ο δανειστής συμφωνεί με τον οφειλέτη όπως το από άλλη αιτία οφειλόμενο χρηματικό ποσό παραμείνει σ' αυτόν ως δάνειο.

Εν προκειμένω δε, οι διάδικοι θέλησαν (όπως τούτο επιτρέπεται,....) οι προς την ενάγουσα οφειλές του εναγομένου, από άλλη αιτία, να οφείλονται εφεξής ως δάνειο. Το δάνειο αυτό περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 806 ΑΚ, αφού η προς παράδοση του δανείσματος υποχρέωση της ενάγουσας εκπληρώνεται δια της καταβολής που έχει γίνει ήδη στα χέρια του οφειλέτη (εναγομένου).

Η ενάγουσα, εκπλήρωσε την αναληφθείσα εκ της ανωτέρω συμβάσεως υποχρέωσή της προς παράδοση του δανείσματος, διά της καταβολής που έχει ήδη γίνει στα χέρια του εναγόμενου, o οποίος μάλιστα ανέλαβε από τους τραπεζικούς του λογαριασμούς τα πιστωθέντα χρηματικά ποσά, δικαιουμένης εντεύθεν της ενάγουσας να ζητήσει την απόδοση του δανείου.

Άλλωστε και του παραδοτικού δανείου δεν απαιτείται... η μεταβίβαση της κυριότητας καθαυτής του δανείσματος στον οφειλέτη αλλά αρκεί η περιέλευση αυτού από την περιουσιακή σφαίρα του δανειστή σε αυτήν του δανειολήπτη κατά οικονομικά ισοδύναμο με την μεταβίβαση της κυριότητας τρόπο, όπως π.χ. με συμφωνία των μερών ότι το χρέος που οφείλεται από άλλη αιτία, θα οφείλεται εφεξής λόγω δανείου όπως έγινε και προκειμένω. ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 3359/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση εικονικότητας της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης δανείου, έγινε δεκτή η ένδικη από 25.2.2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, κατά την κύρια βάση της, και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 11.111.148,65 ευρώ, ως υπόλοιπο της άνω σύμβασης δανείου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185-195, 361 και 806 του ΑΚ, διότι υπό τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε εγκύρως, κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ, σύμβαση συναινετικού δανείου, δυνάμει της οποίας οι διάδικοι θέλησαν (όπως τούτο επιτρέπεται, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας) οι προς την ενάγουσα οφειλές του εναγομένου, από άλλη αιτία, να οφείλονται εφεξής ως δάνειο, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, ως εκ τούτου, καταφάσκεται υποχρέωση του εναγόμενου για απόδοση του υπολοίπου του άνω δανείου, δεδομένου ότι, κατά τις άνω σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης, η ενάγουσα εκπλήρωσε την αναληφθείσα εκ της ανωτέρω συμβάσεως δανείου, η οποία καταρτίσθηκε σπουδαίως και όχι μόνον κατά το φαινόμενο, υποχρέωσή της προς παράδοση του δανείσματος, διά της καταβολής που είχε ήδη γίνει στα χέρια του εναγόμενου, o οποίος ανέλαβε από τους τραπεζικούς του λογαριασμούς τα πιστωθέντα χρηματικά ποσά, δικαιουμένης εντεύθεν της ενάγουσας να ζητήσει την απόδοση του δανείου.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως συναινετικού δανείου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο: α) ότι ο Κ. Φ., προϊστάμενος χορηγήσεων του καταστήματος Ρόδου της ενάγουσας, κατά το χρονικό διάστημα από 2/10/2002 έως και 6/6/2006 είχε χορηγήσει στον εναγόμενο από ίδια κεφάλαια της τράπεζας (χρεώνοντας τον εσωτερικό λογαριασμού του Καταστήματος Ρόδου και πιστώνοντας αντίστοιχα τους καταθετικούς λογαριασμούς του εναγομένου) το συνολικό ποσό των 14.235.000 ευρώ, β) ότι η χορήγηση των ανωτέρω ποσών ήταν παράτυπη, καθώς ουδέποτε εκδόθηκαν καταθετήρια για τις εκταμιεύσεις, ούτε τηρήθηκαν οι εγκριτικές διαδικασίες της Τράπεζας, ούτε λήφθηκαν εμπράγματες εξασφαλίσεις υπέρ της Τράπεζας για τις χορηγήσεις αυτές, έλαβαν δε χώρα από τον προαναφερόμενο υπάλληλο της ενάγουσας Κ.

Φ., ο οποίος ενεργούσε σε συνεννόηση περί τούτου με τον εναγόμενo, προκειμένου ο τελευταίος να λάβει τα ποσά και να τα χρησιμοποιήσει χωρίς να παράσχει εμπράγματες εξασφαλίσεις στην ενάγουσα τράπεζα, από την οποία προέρχονταν τα παραπάνω χορηγηθέντα ποσά, γ) ότι ο εναγόμενος παραδέχθηκε τη χορήγηση των παραπάνω ποσών, παραδέχθηκε ότι είχε λάβει όλα τα ποσά αυτά ως δάνειο, αποφεύγοντας την παροχή εμπράγματης εξασφάλισης των δανειακών απαιτήσεων και αναγνώρισε την οφειλή του προς την Τράπεζα, οπότε και κατέβαλε το ποσό των 4.200.000 ευρώ, που αποτελούσε το υπόλοιπο των λογαριασμών του από επενδύσεις σε χρεόγραφα, αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές, δ) ότι στη συνέχεια ο εναγόμενος δέχθηκε το ανεξόφλητο υπόλοιπο των εκταμιευμένων ποσών που συνολικά έλαβε, ήτοι το συνολικό ποσό των 10.067.000 ευρώ, να λάβει τη νομότυπη μορφή εγγράφως συνομολογουμένου δανείου και να παρασχεθούν πλέον οι αναγκαίες εμπράγματες εξασφαλίσεις στην Τράπεζα, όπως και έγινε, ε) ότι η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση δανείου έγινε σπουδαίως και σοβαρά και τα μέρη ήθελαν και αποσκοπούσαν η σύμβαση αυτή να παράγει συνέπειες και στ) ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο του εν λόγω δανείου ανέρχεται στο ποσό των 11.111.148,65 ευρώ, το οποίο ο εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα από τη μεταξύ τους σύμβαση δανείου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αφενός μεν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης ως σύμβασης συναινετικού δανείου, αφετέρου δε αιτιάσεις περί έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δηλώσεως, δεν προσφεύγει σ` αυτές, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 898/2019, ΑΠ 1024/2018).

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1597/2017). Τέλος, η εικονικότητα δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης).

Επομένως η απόφαση που διερευνά αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1340/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων για σύναψη μεταξύ τους της άνω σύμβασης συναινετικού δανείου, και συνακόλουθα δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεων των διαδίκων.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε σαφώς α) ότι ο εναγόμενος δέχθηκε το ανεξόφλητο υπόλοιπο των εκταμιευμένων ποσών που συνολικά έλαβε, ήτοι το συνολικό ποσό των 10.067.000 ευρώ, να λάβει τη νομότυπη μορφή εγγράφως συνομολογουμένου δανείου και β) ότι κατόπιν αυτού στις 15.12.2006 η ενάγουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη, και ο εναγόμενος, παρουσία δικηγόρων του, υπέγραψαν στη Ρόδο την υπ' αριθμ. .../15-12-2006 σύμβαση, με την οποία συνομολογήθηκε έντοκο στεγαστικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 10.067.000 ευρώ.

Ερευνώντας δε τον προβληθέντα πρωτοδίκως από τον εναγόμενο και επαναφερθέντα με τους (Α1) και (Α2) λόγους της έφεσής του ισχυρισμό ότι η συναφθείσα σύμβαση δανείου είναι εικονική, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι η δήλωση των ως άνω δικαιοπρακτούντων έγινε κατά το φαινόμενο μόνον αλλά απεναντίας αποδείχθηκε ότι έγινε σπουδαίως και σοβαρά και τα μέρη ήθελαν και αποσκοπούσαν η σύμβαση αυτή να παράγει συνέπειες, στηρίζοντας την κρίση του αυτή, μεταξύ άλλων, στις προαναφερθείσες υπό στοιχ.

α' έως η' παραδοχές, συλλογισμούς και επιχειρήματα. Όπως, όμως προαναφέρθηκε, η εικονικότητα δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης και, επομένως, η απόφαση που διερευνά αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης.

Εν προκειμένω δε η κρίση του Εφετείου ότι η επίμαχη σύμβαση δανείου δεν είναι εικονική αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης, ούτε συνιστούν ερμηνεία οι προαναφερθέντες συλλογισμοί και τα επιχειρήματα του Εφετείου προς απόρριψη της ένστασης εικονικότητας, ούτε, τέλος, διαπίστωσε το Εφετείο, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά την ανωτέρω δήλωση βούλησης των διαδίκων και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους.

Επομένως, ο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προέβη στην πραγματικότητα σε ερμηνεία της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων στην άνω σύμβαση δανείου, δεχόμενο ότι η αληθινή τους βούληση ήταν η κατάρτιση συναινετικού δανείου και όχι εκείνη της σύμβασης στεγαστικού δανείου, το προϊόν της οποίας ουδέποτε του αποδόθηκε, όπως είχε προβάλει με την προταθείσα ένσταση εικονικότητας, διαλαμβάνοντας μάλιστα προς τούτο τους πιο πάνω συλλογισμούς και επιχειρήματα που άπτονται του σκοπού της σύμβασης, χωρίς να εφαρμόσει ορθώς τους ερμηνευτικούς κανόνες των πιο πάνω διατάξεων και χωρίς να διαλάβει επαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ολΑΠ 2/2008).

Τέτοια περίπτωση προβλέπεται από το άρθρο 393 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016, κατά το οποίο δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο αποκλεισμός του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων αναφέρεται στο έγγραφο που περιέχονται δικαιοπρακτικές δηλώσεις των διαδίκων και το οποίο προσάγεται προς άμεσο απόδειξη, δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης και όχι σε απόδειξη γεγονότων που έχουν σχέση προς τη δικαιοπραξία (ΑΠ 1962/2022, ΑΠ 2298/2009, ΑΠ 588/2003).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 1510/2011, ΑΠ 263/1989).

Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτον στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020). Τέλος, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. "Πράξη προσώπου που ενεργεί στο όνομα του διαδίκου" από την οποία δημιουργείται πλημμέλεια ελεγχόμενη αναιρετικά, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος δικηγόρος ενός διαδίκου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου, ζητεί, μετά την υποβολή ανάλογου αιτήματος και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αντιδίκου του, την εξέταση μάρτυρα (ολΑΠ 27/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α του ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι, για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής της αναιρεσίβλητης και δη την απόδειξη της επικαλούμενης από αυτήν σύμβασης δανείου και του περιεχομένου της, η αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, δέχθηκε την εμμάρτυρη απόδειξη και δη έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Ι.

Π., που περιέχεται στην υπ' αριθ. 2436/2010 ένορκη βεβαίωση, στην οποία στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης συνομολογήθηκε σύμβαση συναινετικού δανείου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος: α) κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε νόμιμα τον ανωτέρω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, σε κάθε δε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη των εγγράφων προτάσεων που υπέβαλε αυτός στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχε εξεταστεί ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης (ο αναιρεσείων δεν εξέτασε τότε μάρτυρα), της έφεσής του και των εγγράφων προτάσεων που υπέβαλε στο εφετείο, προσκομίζοντας ενώπιον αυτού και ο ίδιος για πρώτη φορά την υπ' αριθμ. 11238/8-10-2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρός του Φ.

Σ., η οποία και λήφθηκε υπόψη, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, τέτοιο ισχυρισμό στα δικαστήρια της ουσίας, αλλά αντίθετα επικαλέστηκε και ο ίδιος την άνω ένορκη βεβαίωση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ουσίας, ενώ, περαιτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση από το άρθρο 562 παράγραφος 2 ΚΠολΔ που να δικαιολογεί το παραδεκτό της προβολής του λόγου αυτού αναιρέσεως έστω και αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, περίπτωση που δεν επικαλείται, άλλωστε ούτε και ο αναιρεσείων, και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από δικές του πράξεις, καθόσον, όπως προκύπτει από τα παραπάνω και αυτός ζήτησε και έλαβε την άνω ένορκη βεβαίωση της μάρτυρός του Φ.

Σ. (βλ. ΑΠ 686/2021, ΑΠ 1800/2011). Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο έλαβε υπόψη την πιο πάνω υπ' αριθ. 2436/2010 ένορκη βεβαίωση, αποκλειστικά, στο πλαίσιο της έρευνας του προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμού περί εικονικότητας της ένδικης σύμβασης δανείου, η οποία μπορούσε να αποδειχθεί με όλα τα επιτρεπόμενα, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα, επομένως και με μάρτυρες (ΑΠ 1024/2018, ΑΠ 2260/2014, ΑΠ 1773/2013), και όχι προς απόδειξη της σύμβασης δανείου και του περιεχομένου της, για την οποία στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο που συντάχθηκε για τη σύμβαση αυτή και υπογράφηκε από τους διαδίκους, συνεκτιμώντας το όλο περιεχόμενο αυτού με τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας, από τα οποία προέκυπτε η προγενέστερη της σύμβασης παράτυπη χορήγηση στον αναιρεσείοντα χρηματικών ποσών, ήτοι συνεκτιμώντας (προγενέστερα) γεγονότα που απλώς έχουν σχέση προς τη δικαιοπραξία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί εικονικότητας της ένδικης σύμβασης δανείου και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του:

α) τα αναφερόμενα έγγραφα της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ και δη: i) την από 4.11.2011 αναφορά δεδομένων, ότι δεν υπάρχει καμία δυσμενής αναφορά εις βάρος του, ii) την από 15.1.2013 όμοια αναφορά, iii) την από 16.10.2015 όμοια αναφορά, με ένδειξη "κλείσιμο χορήγησης με εξόφληση" και iv) την από 12.4.2012 επιστολή, με ένδειξη "κλείσιμο χορήγησης με εξόφληση" και β) τις εκδοθείσες πράξεις του Διοικητή της ΤτΕ και δη: i) την υπ' αριθ.

…/31.10.2002 Πράξη (με θέμα "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους"), ii) την υπ' αριθ. …/12.6.2003 Πράξη (ως προς τη δανειοδότηση φυσικών προσώπων), iii) τον Πίνακα

ΙΙΙ της υπ' αριθ. …/9.3.2006 Πράξης (ως προς την τυπολογία ασυνήθων συναλλαγών και ιδίως το κεφάλαιο 5-Συναλλαγές σε μετρητά), και iv) την υπ' αριθ…./9.3.2006 Πράξη (ως προς το πλαίσιο αρχών λειτουργίας και και κριτηρίων αξιολόγησης των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων), από τα οποία έγγραφα αποδεικνυόταν περίτρανα ότι οι δήθεν οφειλές του δεν είναι υπαρκτές, δεν αφορούν αυτόν, διότι ουδέποτε εισέπραξε χρήματα από την πρώτη αναιρεσίβλητη και η ένδικη σύμβαση έγινε αποκλειστικά για να συγκαλύψει η ενάγουσα τις ευθύνες της.

Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, διαλαμβάνοντας μάλιστα τη μνεία "... προς απόδειξη και ανταπόδειξη των ίδιων ισχυρισμών τους και εκείνων του αντιδίκου τους αντίστοιχα, σε μερικά των οποίων γίνεται ειδική μνεία...

χωρίς να έχει παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της ουσίας της διαφοράς, λαμβανόμενα υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης...", σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση εικονικότητας, που επαναφέρθηκε με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσής του, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία δυνατόν να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Έτσι, η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 του ΑΚ) έχει, κατ` αρχάς, εφαρμογή προς απόκρουση ή περιστολή της αξιώσεως αποζημιώσεως και δεν προτείνεται εναντίον αξιώσεως για καταδίκη σε παροχή και γενικά σε εκπλήρωση συμβάσεως, αν δεν έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα (ΑΠ 755/2021, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 2229/2013). Επομένως, δεν προτείνεται εναντίον αγωγής του δανειστή κατά του δανειολήπτη, με την οποία ζητείται η απόδοση του δανείσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 806 και 807 ΑΚ, οι διατάξεις των οποίων δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα.

Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 288 του ΑΚ, κατά την οποία o οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι δυνατόν η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δανειστή να προσλάβει διαστάσεις ανάλογες με εκείνες του συντρέχοντος πταίσματος (ΑΠ 1058/2012, ΑΠ 432/1990, ΑΠ 910/1980).

Σε μία τέτοια περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να κάνει χρήση της διορθωτικής αυτής ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ, με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, και εκτιμώντας ειδικές περιστάσεις μπορεί να καταγνώσει τον περιορισμό της αξιούμενης παροχής και να την διαμορφώσει έτσι, ώστε να ανταποκρίνεται στην καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 927/1982, ΑΠ 495/2021, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1271/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσείων προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης κατά ποσοστό 95% στην επέλευση της ζημίας της (ΑΚ 300), διότι δεν άσκησε αποτελεσματική εποπτεία επί των υπαλλήλων της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 3359/2018 απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως μη νόμιμο, ως εδραζόμενο σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η αξίωση της ενάγουσας δεν συνίσταται σε αξίωση αποζημίωσης αλλά σε εκπλήρωση σύμβασης.

Με τον (ΣΤ) λόγο της έφεσής του παραπονέθηκε ο αναιρεσείων για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός του εναγομένου που επαναφέρεται με τον (ΣΤ) λόγο της έφεσης περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην επέλευση της ζημίας της (ΑΚ 300), διότι δεν άσκησε αποτελεσματική εποπτεία επί των υπαλλήλων της, τυγχάνει απορριπτέος καταρχήν ως νόμω αβάσιμος διότι...

η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται κατά αξιώσεως προς εκπλήρωση συμβάσεως όπως είναι η προκειμένη αλλά μόνο σε περιπτώσεις ευθύνης προς αποζημίωση. Ερευνώμενος δε περαιτέρω ο ισχυρισμός αυτός, στα πλαίσια του άρθρου 288 ΑΚ, τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρέλειψε να ασκήσει εποπτεία επί των υπαλλήλων της με επακόλουθο την πίστωση στους λογαριασμούς του εναγομένου των ένδικων ποσών, αλλά απεναντίας αποδείχθηκε ότι οι σχετικές χρεωπιστώσεις ενεργήθηκαν από τον Προϊστάμενο χορηγήσεων του καταστήματος Ρόδου σε συνεννόηση με τον εναγόμενο, μέσω συμψηφιστικών λογιστικών εγγραφών, χωρίς να μπορεί η ενάγουσα να λάβει γνώση της εν λόγω παράτυπης συμπεριφοράς, του υπαλλήλου της, η οποία έγινε αντιληπτή στις αρχές Δεκεμβρίου του 2006, οπότε η ενάγουσα ζήτησε αμέσως την διενέργεια εσωτερικού ελέγχου από κλιμάκιο επιθεωρητών και ταυτόχρονα κατήγγειλε το γεγονός στην εισαγγελική αρχή επιδιώκοντας την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο, απέρριψε την παραπάνω ένσταση, έστω και με ελλιπή εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα (ΚΠολΔ 534) δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος με τον παραπάνω (ΣΤ) λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα όπως και ο λόγος αυτός της έφεσης".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ορθά εφάρμοσε κατ' αρχάς τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, ως προς τη μη νομιμότητα της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα ένστασης συντρέχοντος πταίσματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 του ΑΚ) δεν προτείνεται εναντίον αγωγής του δανειστή κατά του δανειολήπτη, με την οποία ζητείται η απόδοση του δανείσματος, σύμφωνα με τα άρθρα 806 και 807 ΑΚ, αφού οι διατάξεις των άρθρων αυτών δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα.

Ερευνώντας, περαιτέρω, τον ισχυρισμό αυτό στα πλαίσια του άρθρου 288 ΑΚ και απορρίπτοντας αυτόν ως ουσία αβάσιμο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την άνω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το άνω ζήτημα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του ΑΚ, με τις επιστηρίζουσας το αποδεικτικό αυτό πόρισμα παραδοχές:

α) ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρέλειψε να ασκήσει εποπτεία επί των υπαλλήλων της με επακόλουθο την πίστωση στους λογαριασμούς του εναγομένου των ένδικων ποσών, β) ότι απεναντίας αποδείχθηκε ότι οι σχετικές χρεωπιστώσεις ενεργήθηκαν από τον Προϊστάμενο χορηγήσεων του καταστήματος Ρόδου σε συνεννόηση με τον εναγόμενο, μέσω συμψηφιστικών λογιστικών εγγραφών, γ) ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να λάβει γνώση της εν λόγω παράτυπης συμπεριφοράς του υπαλλήλου της, η οποία έγινε αντιληπτή στις αρχές Δεκεμβρίου του 2006 και δ) ότι μόλις έλαβε γνώση ζήτησε αμέσως την διενέργεια εσωτερικού ελέγχου από κλιμάκιο επιθεωρητών και ταυτόχρονα κατήγγειλε το γεγονός στην εισαγγελική αρχή επιδιώκοντας την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τα δύο πρώτα σκέλη του οποίου, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο περιλαμβανόμενος στο δεύτερο σκέλος του άνω αναιρετικού λόγου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ, ότι με όσα δέχθηκε το Εφετείο ερμήνευσε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σύμφωνα με τα οποία η πρώτη αναιρεσίβητη όφειλε να εποπτεύει τον άνω προστηθέντα υπάλληλό της και ότι ήταν αδύνατο να πιστώνονται υπέρογκα ποσά στο λογαριασμό του χωρίς τούτο να γίνεται αντιληπτό από την αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αυτού ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου αναφορικά με την παράλειψη της πρώτης αναιρεσίβλητης να ασκήσει εποπτεία επί των υπαλλήλων της, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του σχετικά με την μη εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, αφού ρητά δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν παρέλειψε να ασκήσει εποπτεία επί των υπαλλήλων της και ότι οι σχετικές χρεωπιστώσεις ενεργήθηκαν από τον Προϊστάμενο χορηγήσεων του καταστήματος Ρόδου σε συνεννόηση με τον εναγόμενο, μέσω συμψηφιστικών λογιστικών εγγραφών, γεγονός που δεν μπορούσε να λάβει γνώση η ενάγουσα.

Τέλος, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του άνω αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του άνω ισχυρισμού του και δη ότι δεν έλαβε υπόψη του τις προαναφερθείσες, κατά την έρευνα του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, πράξεις του Διοικητή της ΤτΕ, είναι απορριπτέος, αφού, όπως ήδη έγινε δεκτό, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.

Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Ιουνίου 2021 αίτηση του Αλή Σ. για αναίρεση της με αριθ. 273/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ