Legislator Case Law & Legislation
1349/2022 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company's appeal, ruling the lower court correctly found the husband's authority to join his wife's group policy.

Case Number 1349/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's decision to admit the husband's wife's group life insurance application. The husband argued he lacked explicit authority to sign the application, while the insurance company contended the power of attorney was insufficient. The court held that the lower court's finding of the husband's intent was a factual determination not subject to appellate review, thus rejecting the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that a lower court's finding on whether a third party authorized a representative to act on their behalf constitutes a factual determination immune from appellate review.

Keywords

AI generated
insurance group policy power of attorney appellate review factual finding Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2, 9, 27 of Law 2496/1997
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1349 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1349/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "….", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α., χήρας Ν. Κ. και 2) Ι. Κ. του Ν., κατοίκων Βάρης Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γκούβα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7582/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5157/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 5157/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 7582/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ.Πολ.Δ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του Ν. 2496/1997, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας, που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου. (ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 162/2017).

Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν.2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι, κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις, υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.

Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει, σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου, ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 162/2017).

Στην ομαδική ασφάλιση επί της ζωής τρίτου, αλλά και εν γένει στις ασφαλίσεις προσώπων, δικαιούχος του ασφαλίσματος μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, να ορισθεί είτε ο ίδιος ο εκάστοτε ασφαλισμένος, δηλαδή το πρόσωπο που πλήττεται από την πραγματοποίηση του κινδύνου (θάνατος, αναπηρία, ασθένεια), είτε το πρόσωπο που κατονομάζεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο, είτε τέλος ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος - λήπτης της ασφάλισης.

Η σύμβαση αυτή, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 28 παρ. 2α Ν. 2496/1997, είναι άκυρη επί ασφαλίσεως της ζωής τρίτου για κίνδυνο θανάτου του, αν δεν υπάρχει η έγγραφη συναίνεσή του, ενώ κατά την παρ. 2β'του ιδίου άρθρου η έγγραφη συναίνεση αυτού απαιτείται και για τον ορισμό τρίτου ως δικαιούχου του ασφαλίσματος.

Όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται άλλο πρόσωπο από τον αντισυμβαλλόμενο - λήπτη της ασφάλισης και ειδικότερα ο ίδιος ο ασφαλισμένος ή τρίτο πρόσωπο, που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου (αρ. 411 ΑΚ) και ο ασφαλισμένος ή, κατά περίπτωση, ο τρίτος, που αυτός έχει κατονομάσει, με την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου αποκτούν το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και αποκτούν ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 1201/2020, ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 462/2018).

Παράλληλο με εκείνο του ασφαλισμένου ή του τρίτου, αλλά ανεξάρτητο από αυτό, δικαίωμα έχει, στην περίπτωση αυτή, από το άρθρο 410 ΑΚ και ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης, ως δέκτης της υπόσχεσης, να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο ή στον τρίτο που αυτός έχει κατονομάσει.

Αντίθετα, όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης και όχι ο ασφαλισμένος ή το τρίτο πρόσωπο, που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, τη μορφή της ασφάλισης για ίδιο λογαριασμό και δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της (γνήσιας ή έστω μη γνήσιας) σύμβασης υπέρ τρίτου.

Στην περίπτωση αυτή, δικαιούχος του ασφαλίσματος και δέκτης της υπόσχεσης του ασφαλιστή είναι ο αντισυμβαλλόμενος - λήπτης της ασφάλισης και όχι ο ασφαλισμένος, ο οποίος απλώς αποτελεί το πρόσωπο του κινδύνου, χωρίς παράλληλα να έχει καμία από τις πιο πάνω ιδιότητες, ήτοι του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή του δέκτη της υπόσχεσης του ασφαλιστή.

Συνεπώς αυτός δεν αντλεί κανένα δικαίωμα από την σύμβαση της ομαδικής ασφάλισης ζωής (και εν γένει προσώπου) και γι` αυτό δεν νομιμοποιείται να ασκήσει τις εκ των άρθρων 410 και 411 ΑΚ αγωγές, διότι το δικαίωμα αυτό ανήκει, κατ'αρχήν, στον αντισύμβαλλόμενο λήπτη της ασφάλισης και μόνος αυτός νομιμοποιείται να το ασκήσει.

Τέτοια σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής για ίδιο λογαριασμό, μπορεί να συνάψει με ομαδικό ασφαλιστήριο μια τράπεζα για να ασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων, που χορηγεί στους πελάτες της-δανειολήπτες κατά των κινδύνων θανάτου τους, της ανικανότητάς τους για εργασία και της ασθένειάς τους. Με τη σύμβαση αυτή, όμως, ουσιαστικά ασφαλίζεται παράλληλα και ο ίδιος ο δανειολήπτης από τους κινδύνους αυτούς, οι οποίοι, αν επέλθουν, θα έχουν ως συνέπεια είτε ο ίδιος είτε, σε περίπτωση θανάτου του, οι κληρονόμοι του, να περιέλθουν σε αδυναμία εξόφλησης του δανείου, γι' αυτό δε στη σύμβαση περιλαμβάνεται συνήθως ο όρος ότι ο ίδιος ο ασφαλισμένος δανειολήπτης θα καταβάλει στον ασφαλιστή το συμφωνηθέν ασφάλιστρο.

Από την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο ασφαλιστική σύμβαση συνάγεται ότι, αν επέλθει η συμφωνηθείσα ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει στην τράπεζα (λήπτρια της ασφάλισης) το ασφάλισμα (που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ανεξόφλητο ποσό του δανείου) και, συνεπώς, αν η δανείστρια τράπεζα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι, κατ'αρχήν, η μόνη που νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει να της καταβληθεί το ασφάλισμα αδρανεί και δεν ασκεί την κατά του ασφαλιστή αξίωσή της αυτή, τότε ο ασφαλισμένος δανειολήπτης ή, όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε με τον θάνατό του, οι κληρονόμοι του, ως έχοντες άμεσο έννομο συμφέρον, μπορούν να ασκήσουν κατά της αδρανούσας να διεκδικήσει το ασφάλισμα λήπτριας της ασφάλισης και δικαιούχου του ασφαλίσματος τράπεζας και κατά του ασφαλιστή όχι μόνο αναγνωριστική αγωγή κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, με την οποία θα ζητούν, προς άρση της δημιουργούμενης αβεβαιότητας να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ασφαλιστή να καταβάλει στην τράπεζα το ασφάλισμα, αλλά και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, ασκώντας κατά του τελευταίου την αξίωση της δανείστριας τράπεζας για την καταβολή του ασφαλίσματος, αφού η αξίωση έχει γεννηθεί και η τράπεζα αδρανεί να την ασκήσει, δεδομένου ότι, μεταξύ των προϋποθέσεων άσκησης της πλαγιαστικής αγωγής, είναι και η ιδιότητα του πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του δικαιούχου της αξίωσης, που ασκείται με την αγωγή, (ΑΠ 462/2020, ΑΠ 965/2015) και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ασφαλισμένος δανειολήπτης, εκτός από οφειλέτης της τράπεζας ως υπόχρεος απόδοσης του ληφθέντος δανείου, είναι και δανειστής αυτής, γιατί από την μεταξύ τους συμβατική σχέση έχει "αξίωση ελευθερώσεως" κατά της τράπεζας, δηλαδή αξίωση να προβεί αυτή στην είσπραξη του ασφαλίσματος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ώστε να ελευθερωθεί ο ίδιος από την υποχρέωσή του να της καταβάλει τις υπολειπόμενες δόσεις του δανείου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211 Α.Κ., δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητώς στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 647/2017).

Η εξουσία προς αντιπροσώπευση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 212, 216, 217, 218, 222, 223, 229, 231 παρ.1 και 361 ΑΚ, παρέχεται με πληρεξουσιότητα προς τον εξουσιοδοτούμενο, η οποία αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, που είναι, κατά κανόνα, άτυπη. Υποβάλλεται, όμως, κατ` εξαίρεση, η πληρεξουσιότητα σε έγγραφο συστατικό τύπο, είτε διότι για την συγκεκριμένη πληρεξουσιότητα το απαιτεί ο νόμος, είτε διότι η δικαιοπραξία, στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα, είναι τυπική, οπότε τον επιβαλλόμενο για την δικαιοπραξία αυτή τύπο πρέπει, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, να περιβληθεί και η πληρεξουσιότητα κατά το άρθρο 217 περ.

β` Α.Κ. (ΑΠ 648/2019 ΑΠ 1150/2014, ΑΠ 1305/2009).

Συνεπώς, στην ανωτέρω περίπτωση της ασφάλισης της ζωής τρίτου για τον κίνδυνο θανάτου του, η οποία κατά το άρθρο 28 παρ. 2 εδ. ά του Ν.2496/1997 είναι άκυρη, αν δεν υπάρχει η έγγραφη συναίνεσή του, εφόσον η έγγραφη συναίνεση του τρίτου δοθεί στο όνομα και για λογαριασμό του από αντιπρόσωπό αυτού, ο οποίος όμως δεν έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα προς τούτο, τότε η σύμβαση ασφάλισης είναι άκυρη.

Εξάλλου, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017).

Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 416/2018).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 447/2016). Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.

Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ648/2019, ΑΠ 383/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 28/6/2017 καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης ενάγουσας - εφεσίβλητης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), που ενεργούσε για τον εαυτό της ατομικά και ως πληρεξούσια του συζύγου της Ν.

Κ., σύμφωνα με το με αριθμό 10827/3.5.2007 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μ. Π., ως συνοφειλετών, και της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", ως δανείστριας, η με αριθμό ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 100.000 ευρώ για την επισκευή - βελτίωση κατοικίας τους, που βρίσκεται στο Βύρωνα Αττικής, στη θέση Άγιος Ιωάννης Καρέα και στην οδό 25ης Μαρτίου αριθ.10, διάρκειας τριάντα ετών, την αποπληρωμή του οποίου εγγυήθηκε ο δεύτερος ενάγων - γιος τους (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), με την υποχρέωση να εγγράψει προσημείωση υποθήκης σε διαμέρισμά του, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της οικοδομής επί της οδού 25ης Μαρτίου αριθ.10, στη θέση Άγιος Ιωάννης Καρέα Βύρωνα Αττικής, και μέχρι το ποσό των 120.000 ευρώ.

Στον όρο 5.2 της πιο πάνω σύμβασης αναφέρεται ότι "Ο δανειολήπτης και ο εγγυητής ενημερώθηκαν ότι η Τράπεζα ασφαλίζει με το υπ' αριθμ. 2921/8 ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο δανειοληπτών ή / και εγγυητών στεγαστικών δανείων, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, και με ευνοϊκούς όρους στην Α.Ε.Ε.Γ.Α. "……" (ήδη αναιρεσείουσα), δανειολήπτες ή / και εγγυητές και η ασφάλιση αυτή καλύπτει κινδύνους θανάτου και μόνιμης ολικής ανικανότητας (M.O.A.) από ατύχημα ή ασθένεια, όπως περιγράφονται στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Οι ασφαλιζόμενοι αναλαμβάνουν απέναντι στην Τράπεζα τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υπαγωγή τους στην ως άνω ομαδική ασφάλιση και πιο συγκεκριμένα: ...3. "Ο οφειλέτης ή /και ο εγγυητής ορίζει ως ανέκκλητο δικαιούχο του ασφαλίσματος την Τράπεζα."... 5. "Ο οφειλέτης ή / και ο εγγυητής υποχρεούται να αναγγείλει άμεσα στην Τράπεζα εγγράφως, οποιοδήποτε γεγονός που κατά τα παραπάνω συνιστά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης.

Επίσης να προσκομίσει (ο ίδιος ή οι κληρονόμοι του) οποιοδήποτε έγγραφο κριθεί απαραίτητο από την Τράπεζα ή την Ασφαλιστική Εταιρία προκειμένου να καταβληθεί το ασφάλισμα". Ο Ν. Κ. με τη με αριθμό 297222/28.6.2007 αίτησή του, που συνέταξε και κατέθεσε για λογαριασμό του η πρώτη ενάγουσα - σύζυγός του, ζήτησε τη συμμετοχή του στην πιο πάνω με αριθμό ...

ομαδική ασφάλιση ζωής ,με αναλογία ασφάλισης 50%. Οι ενάγοντες συμμετείχαν επίσης στην ίδια ομαδική ασφάλιση δανειοληπτών και εγγυητών, με αντίστοιχες αιτήσεις τους, με αναλογία ασφάλισης 25% ο καθένας. Τις αιτήσεις αυτών και συγκεκριμένα του Ν. Κ., Α. Κ. ως συνοφειλετών και Ι. Κ. ως εγγυητή, με αναλογία στην ασφάλιση του πρώτου κατά 50% και των λοιπών από 25% ο καθένας, αποδέχθηκε η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρία, η οποία εισέπραττε το ασφάλιστρο, από το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ασφάλισης μέσω των δόσεων αποπληρωμής του δανείου.

Η εναγομένη καταλογίζει στους ενάγοντες ότι το μεγαλύτερο ποσοστό στην ασφάλιση του δανείου είχε ο μεγαλύτερος δανειολήπτης, ηλικίας 63 ετών, ωστόσο η ίδια αποδέχθηκε τις αιτήσεις ασφάλισης και υπήγαγε αυτούς στο πιο πάνω συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης, που είχε συνάψει με τη δανείστρια τράπεζα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, με την από 28.6.2007 με αριθμό ...

δανειακή σύμβαση,η πρώτη ενάγουσα και ο από αυτήν εκπροσωπούμενος Ν. Κ., ως συνοφειλέτες, καθώς και ο δεύτερος ενάγων, ως εγγυητής, παρείχαν την έγγραφη συναίνεσή τους για την ένταξή τους στην ένδικη ομαδική ασφάλιση, στην οποία υπήχθησαν με την αποδοχή των αιτήσεών τους από την εναγομένη και επίσης παρείχαν την έγγραφή συναίνεσή τους για τον ορισμό της δανείστριας τράπεζας ως ανέκκλητης δικαιούχου του ασφαλίσματος.

Η υπαγωγή του Ν. Κ. στην ένδικη ομαδική ασφάλιση έγινε με την αποδοχή της με αριθμό 297222 /28.6.2007 αίτησης, που υπέγραψε για λογαριασμό του η πρώτη ενάγουσα - σύζυγός του, ενώ για την αίτηση υπαγωγής αυτού δεν ήταν απαραίτητη η ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας, που να περιληφθεί τον έγγραφο τύπο, αφού η σύμβαση ασφάλισης δεν υπόκειται σε έγγραφο τύπο (άρθρο 217 παρ.2 ΑΚ).

Σε κάθε περίπτωση όμως, ο Ν. Κ. με το πιο πάνω αναφερόμενο πληρεξούσιο, παρείχε στην πρώτη ενάγουσα την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να υπογράφει και να ενεργεί οποιαδήποτε σύμβαση, τραπεζική ή μη και να υπογράφει κάθε έγγραφο και κάθε δήλωση που είναι αναγκαία για την εκτέλεση της εντολής αυτής και για την εξασφάλιση του δανείου, ακόμη και αν δεν κατονομάζεται ρητά στο πληρεξούσιο.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η αίτηση για την ένταξη του Ν. Κ. στην ομαδική ασφάλιση έγινε στο όλο πλαίσιο της χορήγησης του στεγαστικού δανείου, η εντολή που δόθηκε με το πιο πάνω αναφερόμενο πληρεξούσιο καλύπτει και την υπογραφή της αίτησης αυτής, άλλωστε, η εναγομένη αποδέχθηκε αυτήν, χωρίς να ζητήσει επιπλέον έγγραφα και περαιτέρω δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη εντολής για την υπογραφή της αίτησης αυτής.

Συνεπώς η ένσταση για ακυρότητα της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, λόγω μη έγγραφης συναίνεσης του λήπτη της ασφάλισης για τον ασφαλισμένο κίνδυνο και για την εκχώρηση του ασφαλίσματος στη δανείστρια τράπεζα, που πρότεινε η εναγομένη, πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία, όπως ορθά απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση".

Με τις παραδοχές αυτές και αφού στην συνέχεια απέρριψε και άλλες ενστάσεις της αναιρεσείουσας, για την απόρριψη των οποίων δεν υπάρχει σχετικός λόγος αναίρεσης, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η πλαγιαστική αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει νομιμοτόκως στην "………ΑΕ" το ποσό των 45.708,97 ευρώ, που αποτελεί την καταβλητέα ασφαλιστική αποζημίωση, στην λήπτρια της ασφάλισης Εθνική Τράπεζα, από την συμμετοχή του θανόντος δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ν.

Κ. στο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, ενώ διαπίστωσε κενό στην δήλωση βουλήσεως του Ν.

Κ., που περιλαμβάνεται στο ... ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, συνήγαγε ερμηνευτικά, ότι η χορηγηθείσα από αυτόν πληρεξουσιότητα προς σύναψη του δανείου περιλαμβάνει και την μη αναφερόμενη στο έγγραφο αυτό πληρεξουσιότητα για την υποβολή αίτησης υπαγωγής στο ομαδικό ασφαλιστήριο, χωρίς όμως για την κάλυψη του κενού να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και έτσι απέρριψε την από το άρθρο 28 παρ. 2 Ν. 2796/1997 ένσταση, που αυτή παραδεκτά προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσης, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι είναι άκυρη η υπαγωγή του θανόντος δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ν.

Κ. στο ομαδικό ασφαλιστήριο και κατ' επέκταση η ασφαλιστική του κάλυψη για τους αναφερόμενους σ' αυτό κινδύνους και ότι, συνεπώς δεν υπάρχει αξίωση της …..ΤΡΑΠΕΖΑΣ προς καταβολή του επίδικου ασφαλίσματος, αφού η πρώτη αναιρεσείουσα, που υπέβαλε για λογαριασμό του την αίτηση υπαγωγής του στο ομαδικό ασφαλιστήριο, δεν είχε την αναγκαία προς τούτο έγγραφη πληρεξουσιότητα.

Όπως, όμως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την εκ του άρθρου 28 παρ.2α'Ν.2496/1997 ένσταση της αναιρεσείουσας με δύο αιτιολογίες (κύρια και επικουρική), που στηρίζουν αυτοτελώς κάθε μία το διατακτικό της απόφασης, και συγκεκριμένα: α) με την κύρια αιτιολογία, ότι δεν ήταν απαραίτητη η ύπαρξη ειδικής έγγραφης πληρεξουσιότητας του Ν.

Κ. προς την πρώτη αναιρεσίβλητη για την υποβολή από αυτήν της 297222/28-6-2007 αίτησης υπαγωγής του Ν. Κ. στην 2991/8 ομαδική σύμβαση ασφάλισης και β) με την επικουρική αιτιολογία, ότι σε κάθε περίπτωση η έγγραφη αυτή πληρεξουσιότητα δόθηκε ρητά στην πρώτη αναιρεσίβλητη με το 10827/3-5-2007 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μ.

Π.. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η δεύτερη (επικουρική) αιτιολογία του Εφετείου, είναι προεχόντως αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα ουδόλως πλήττει με λόγο αναίρεσης την πρώτη επάλληλη (κύρια) αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, και, επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτής κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδόκιμησή του αναιρετικού αυτού λόγου δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας πλήρως στηρίζει η μη πληττόμενη ως άνω κύρια αιτιολογία της απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως του Ν. Κ., που περιλαμβάνεται στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που χορήγησε στην πρώτη αναιρεσίβλητη σύζυγο του, δεν διαπίστωσε, ούτε και εμμέσως, κενό ως προς τον εάν η πληρεξουσιότητα αυτή αφορά και στην υποβολή αίτησης από την πρώτη αναιρεσίβλητη, στο όνομα και για λογαριασμό του, προκειμένου να υπαχθεί αυτός στην 2991/8 ομαδική ασφάλιση επί της ζωής του, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως του Ν.

Κ., ούτε άλλωστε προέβη σε ερμηνεία του ανωτέρω πληρεξουσίου, αλλά, εκτιμώντας αποκλειστικά το περιεχόμενο του, δέχθηκε ότι, με αυτό ο Ν. Κ. παρέσχε στην πρώτη αναιρεσίβλητη την ειδική πληρεξουσιότητα, μεταξύ άλλων, να υπογράψει για λογαριασμό του και κάθε έγγραφο, που ήταν αναγκαίο για την εξασφάλιση του δανείου, όπως ήταν και η αίτηση υπαγωγής στην ομαδική ασφαλιστική σύμβαση, που ήταν υποχρεωτική με βάση το ρητό όρο με ςτοιχείο 5.2 και 5.3 της σύμβασης δανείου, η κρίση του δε αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως της ανωτέρω δήλωσης βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος τους, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 20/12/2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5157/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ