Supreme Court dismisses appeal against insurance compensation decision regarding periodic payments and liability. Appeal rejected due to lack of legal basis and inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding insurance compensation for a car accident. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Article 268 of the Civil Code by treating the claim as a periodic payment, which would have barred the claim under Article 559 of the Civil Procedure Code. The court found these arguments inadmissible because they challenged the factual assessment and evidence evaluation of the First Instance Court, which is not subject to appeal review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 564 of the Civil Procedure Code; Appeals against judgments on liability and compensation for damages are inadmissible if they challenge the factual assessment or evidence evaluation of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1349 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1349/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Πανουκλιά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σουλιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10-01-2020 (με αριθμό κατάθεσης 2/14-01-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 145/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ΝΔ 4104/1960, όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 4476/1965, το δε τελευταίο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, ορίζονται τα εξής: "Επιφυλασσόμενης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, εφ' όσον ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειάς του, δύνανται ν' αξιώσουν κατ' άλλους νόμους αποζημίωσιν διά ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υποχρέου, η αξίωσις αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι ο ποσόν τούτο οφείλει ασφαλιστικώς παροχάς εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ' α ειδικώτερον θέλει ρυθμισθεί διά Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ.
του ΙΚΑ". "Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσής του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές". Με το σύστημα αυτό καθιερώνεται η αυτόματη μεταβίβαση της απαίτησης αποζημίωσης από τον παθόντα ασφαλισμένο στο ΙΚΑ [ καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ήδη, δυνάμει του Ν. 4387/2016, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) ], στην έκταση που η αξίωση ανταποκρίνεται στις κοινωνικο- ασφαλιστικές παροχές του.
Ειδικότερα, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι μετά την έναρξη ισχύος (23-11-1986) του πιο πάνω άρθρου 18 του ν. 1654/1986, σε περίπτωση σωματικής βλάβης από αυτοκινητιστικό ατύχημα (αδικοπραξία), με παθόντα ασφαλισμένο του ΙΚΑ, η κατά το άρθρο 929 εδ. α' του Α.Κ. αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος κατά των υπόχρεων λόγω αδικοπραξίας προσώπων, μεταβιβάζεται δυνάμει νόμιμης εκχώρησης (υποκατάστασης) στο ΙΚΑ, κατά την έκταση της από μέρους αυτού οφειλής, λόγω του παθήματος στον ασφαλισμένο, ασφαλιστικών παροχών.
H έκταση της μεταβίβασης αυτής προσδιορίζεται με απόφαση του Διοικητή του ΙΚΑ, σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, κατά τους ορισμούς των άρθρων 2 και 3 του β.δ./τος 226/1973, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται πλέον να ζητήσει από τον υπόχρεο και τα κονδύλια, που κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το ΙΚΑ, από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης, που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος ( ΑΠ 530/2019, ΑΠ ΑΠ 676/2017, ΑΠ 235/2011, ΑΠ 666/2010), χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της αξίωσης του ΙΚΑ ως αποζημίωσης προερχόμενης από αδικοπραξία ή από αυτοκινητικό ατύχημα ( ΑΠ 530/2019, ΑΠ 666/2010).
Η αξίωση συνεπώς, που αποκτά το ΙΚΑ, σε περίπτωση τέτοιας αδικοπραξίας, έχει αντικείμενο όχι την απόδοση των εξαιτίας των δαπανών του για ασφαλιστικές παροχές στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, αλλά την αποζημίωση καθ' αυτήν ή με μορφή ασφαλίσματος, που χωρίς τη νόμιμη εκχώρηση θα δικαιούτο ο ίδιος ο παθών ασφαλισμένος να επιδιώξει για τη σωματική του βλάβη, στην έκταση της νόμιμης, ως προς την αντίστοιχη απαίτηση, διαδοχής (ΑΠ 979/2019).
Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση μεταβιβάζεται αυτοδίκαια στο ΙΚΑ, κατά το χρόνο γένεσής της - χρόνο επέλευσης της ζημίας (όπως π.χ. τραυματισμό), στην έκταση που το τελευταίο οφείλει παροχές στον παθόντα και ασφαλισμένο του, κατά την ειδική νομοθεσία που διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις (ΑΠ 530/2019, ΑΠ 750/2018).
Δηλαδή, γένεση της αξίωσης αποζημίωσης κατά του υπόχρεου και μεταβίβαση αυτής στο ΙΚΑ, συμπίπτουν χρονικώς (ΑΠ 1159/2017, ΑΠ 379/2012) και συνεπώς η υποκατάσταση αυτή ανατρέχει στο χρόνο που γεννήθηκε η αξίωση αποζημίωσης στον αρχικό δικαιούχο, δηλαδή στο χρόνο του ατυχήματος, η δε μεταγενέστερη αυτής έκδοση της απόφασης του Διοικητή του ΙΚΑ έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα, καθορίζουσα απλώς το ποσό μέχρι του οποίου έχει επέλθει αυτοδικαίως η μεταβίβαση (ΑΠ 470/2016).
Ειδικότερα, το ακριβές ποσό των παροχών του ΙΚΑ κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είναι ακόμη προσδιορισμένο. Τούτο θα εξαρτηθεί από μελλοντικά γεγονότα και ιδίως από την εξέλιξη της υγείας του παθόντος και την έκδοση της οικείας διοικητικής πράξης από το αρμόδιο όργανο του ΙΚΑ. Για τη μεταβίβαση της αξίωσης αποζημίωσης από τον παθόντα στο ΙΚΑ απαιτείται και αρκεί μία έστω και απομακρυσμένη δυνατότητα, ότι το ΙΚΑ, εξ αφορμής του ατυχήματος, θα καταστεί υπόχρεο προς καταβολή ασφαλιστικών παροχών στον παθόντα.
Κρίσιμο, συνεπώς, για την ως άνω μεταβίβαση είναι αν υπάρχει σε βάρος του ΙΚΑ υποχρέωση παροχής προς τον ασφαλισμένο του και όχι τι παρασχέθηκε ή πρόκειται να παρασχεθεί. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η μεταβίβαση της αξίωσης αποζημίωσης στο ΙΚΑ δεν ολοκληρώνεται το πρώτον, όταν θα καταστεί βέβαιο το ακριβές ποσό των παροχών, τις οποίες θα καταβάλει το ΙΚΑ στον παθόντα, καθόσον με τον τρόπο αυτό προστατεύεται το ΙΚΑ έναντι του κινδύνου, που θα προέκυπτε από τη δυνατότητα του παθόντος να προβεί σε διάθεση της αξίωσης αποζημίωσης με συμβιβασμό, είσπραξη ή άλλο νόμιμο τρόπο (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 379/2012, ΑΠ 1274/2009).
Εξάλλου αρμόδιες ν` αποφασίσουν για το αν ο ασφαλισμένος είναι ανάπηρος, για το ποσοστό της αναπηρίας του και για τη διάρκεια αυτής από ιατρικής απόψεως είναι οι υγειονομικές επιτροπές του Ι.Κ.Α. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πριν από την έκδοση της αποφάσεως της οικείας επιτροπής του Ι.Κ.Α. που καθορίζει την αναπηρία και το ποσοστό αυτής και πριν από την έκδοση της επακόλουθης πράξεως του αρμόδιου οργάνου του Ι.Κ.Α.
που προσδιορίζει το ποσό της συντάξεως, δεν έχει γεννηθεί ακόμη η αξίωση του Ι.Κ.Α. κατά του υπόχρεου και ότι η παραγραφή αυτής αρχίζει το πρώτο από τον καθορισμό της σύνταξης κ.λ.π.. Τούτο γιατί το Ι.Κ.Α. ασκεί κατά του υπόχρεου τη μεταβιβασθείσα σ` αυτό αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος, η παραγραφή της οποίας αρχίζει υπό τους όρους του άρθρου 937 Α.Κ., δηλαδή αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση.
Επειδή όμως η μεταβίβαση στο Ι.Κ.Α. της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, επέρχεται με τη γένεσή της, η γνώση των όρων του άρθρου 937 Α.Κ. κρίνεται στο πρόσωπο του Ι.Κ.Α. ως του νέου φορέα της αξιώσεως. Η έκδοση της αποφάσεως του αρμόδιου οργάνου των Ι.Κ.Α. που προσδιορίζει το ποσό της καταβλητέας σύνταξης στον ασφαλισμένο του - παθόντα δεν αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, όρο για τη γένεση το πρώτον της αξιώσεως του Ι.Κ.Α., αλλά έχει αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους της μεταβιβαζόμενης στο Ι.Κ.Α.
αξιώσεως του παθόντος. Αντίθετη άποψη που θα εξαρτούσε τη γένεση της αξίωσης αποζημιώσεως του ΙΚΑ κατά του υπόχρεου τρίτου (και του ασφαλιστή του) από την έκδοση της απόφασης του αρμόδιου οργάνου του ΙΚΑ (για τον καθορισμό της αναπηρίας και του ποσοστού της, καθώς και για τον προσδιορισμό της σύνταξης κ.λπ.), είναι αντίθετη προς το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 που καθορίζει το χρόνο μεταβίβασης της αξίωσης αποζημιώσεως του παθόντος, την οποία (μεταβίβαση) συνδέει με τη γένεση της αξίωσης (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 738/2003).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. Α' Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχάς, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής είναι δυνατή [πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει], η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 247/2019, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 475/2017), με εξαίρεση τις ζημίες που είναι από την αρχή απρόβλεπτες, όπως, στη συνέχεια, θα εκτεθεί.
Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 401/2020, Απ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 674/2013, ΑΠ 666/2010). Η παραπάνω πενταετής παραγραφή, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται όμως αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος. Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, ισχύει νέα αυτοτελής πενταετής παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 747/2018, ΑΠ 52/2018).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, επειδή προκύπτει από τις αποδείξεις, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015). Επομένως, αν ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης προς αποκατάσταση ορισμένων από τις ζημίες που προκλήθηκαν από την αδικοπραξία, μόνο οι ζημίες αυτές κατάγονται σε δικαστική κρίση και μόνο ως προς αυτές διακόπτεται η παραγραφή της αξίωσης.
Εάν μεταγενέστερα ασκηθεί άλλη κύρια αγωγή, για καταβολή πρόσθετου ποσού αποζημίωσης για επόμενο χρονικό διάστημα, από λόγους, όμως, που μπορούσαν να προβλεφθούν εξαρχής, δεν ισχύει για την αξίωση αυτή η διακοπτική ενέργεια της πρώτης αγωγής, διότι η ζητούμενη με τη δεύτερη αγωγή πρόσθετη αποζημίωση είναι διαφορετική απαίτηση για άλλο μέρος της ζημίας του παθόντος, εκτός εκείνου που είχε καταχθεί στη δίκη με την πρώτη αγωγή.
Έτσι, αν από το χρόνο γνώσης από τον παθόντα των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας παρήλθε πενταετία η αξίωση αποζημίωσης που κατάγεται σε κρίση με τη δεύτερη αγωγή έχει υποκύψει στην παραγραφή (Ολ. ΑΠ 40/1996). Μόνον αν οι συνέπειες της αδικοπραξίας δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν, όταν καθορίσθηκε το ποσό της αρχικής αποζημίωσης, η παραγραφή της με τη δεύτερη αγωγή ασκούμενης αξιώσεως αρχίζει να διανύεται από τότε που ο δικαιούχος αυτής αντιλήφθηκε τις νέες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ εκείνων και αυτής (ΑΠ 1365/2010, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018).
Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του Α.Κ. ορίζεται ότι : "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται, κατ' αρχάς, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.
Και τούτο διότι, και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 Α.Κ.) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία (Ολ.
ΑΠ 24/2003, Ολ. ΑΠ 38/1996). Αναγκαία όμως προϋπόθεση για τη δέσμευση από το δεδικασμένο εκδοθείσας απόφασης είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημίωσης για βλάβη π.χ. του σώματος ή της υγείας του παθόντος σε ατύχημα από αυτοκίνητο, να μπορούσε εξ αρχής να προβλεφθεί, διότι σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ζημία είναι απρόβλεπτη ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και τις αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα (ΑΠ 52/2018).
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής, σε εικοσαετή, κατά τους όρους του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.
ΑΠ 24/2003, Ολ. ΑΠ 38/1996, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 747/2018).
Συνεπώς, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 268 εδ. α' Α.Κ. από την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως για την ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 Α.Κ.
από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε, στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, η μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων (ΑΠ 767/2016, ΑΠ 1365/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδάφιο β' Α.Κ., αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή. Ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών, νοούνται στη διάταξη αυτή, όπως άλλωστε και στις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17, 254 Α.Κ.
και 11 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ., εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση ή η άσκησή τους να εξαρτάται από αίρεση. Δεν αποτελούν, επομένως, περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι από αδικοπραξία αξιώσεις από τα άρθρα 928 και 929 Α.Κ., [ όπως η αξίωση αποζημίωσης για στέρηση διατροφής ή για στέρηση εισοδημάτων εργασίας, ή για ο,τιδήποτε άλλο ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του ], οι οποίες δεν εντάσσονται στις ως άνω (περιοδικές) παροχές, γιατί δεν έχουν εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο και δεν παράγονται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, αλλά εξαρτώνται από την κατά τον κρίσιμο χρόνο επέλευση των εν λόγω αντίστοιχων ζημιών και του ύψους τους, ενώ περαιτέρω οι ως άνω αξιώσεις από αδικοπραξία, ακόμη και αν κατά νόμο προβλέπεται τμηματική καταβολή τους σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, έχουν χαρακτήρα αποζημίωσης του δικαιούχου, συνιστούν δε ενιαία οφειλή, η οποία εξοφλείται τμηματικά και αφορά όλη τη μελλοντική ζημία από την αντίστοιχη αιτία αποζημίωσης, η δε τμηματική καταβολή τους δεν επιμερίζει την αξίωση σε πλείονες αξιώσεις περιοδικώς επαναλαμβανόμενων παροχών υπό την ως άνω έννοια.
Επομένως, αν, οι ανωτέρω αξιώσεις, καθ' ό μέρος αφορούν μελλοντική ζημία καταβλητέα σε δόσεις, βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση, παραγράφονται μετά από είκοσι χρόνια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ., όμως η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει, στην, μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα, βραχυχρόνια παραγραφή (ΑΠ 1270/2019, ΑΠ 767/2016, ΑΠ 732/2015, ΑΠ 660/2001).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 145/2019 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα: "Με την 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Πατρών, που δημοσιεύθηκε στις 16-4-2007, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων κατά της πρωτόδικης 37/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία, ως εκδοθείσα επί αγωγής, μεταξύ άλλων, του και νυν ενάγοντος κατά του και νυν πρώτου εναγόμενου για καταψήφιση αποζημιώσεως από την ίδια αιτία που ανάγεται σε προγενέστερο χρόνο, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι για το τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα στις 11-8-2002 και περί ώρα 4.30 στο 10° χλμ της επαρχιακής οδού ..., από το οποίο τραυματίσθηκε βαριά ο ασφαλισμένος στο ενάγον και ήδη εκκαλούν Ι.Κ.Α., Κ.
Κ., αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο και νυν πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων στην ασφαλιστική εταιρία "Ε. Α." ( η άδεια της οποίας ανακλήθηκε στη συνέχεια και στη θέση της υπεισήλθε το δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο "Ε.
Κ.") και επιπροσθέτως ότι συνυπαίτιος του τραυματισμού του, κατά ποσοστό 25%, λόγω της παραλείψεώς του να φορέσει κράνος, κατά την οδήγηση της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας του, ήταν και ο ανωτέρω παθών ασφαλισμένος στο ενάγον Ι.Κ.Α., Κ. Κ.. Ο τελευταίος από το ατύχημα υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εγκεφαλικό οίδημα, κάταγμα υπερκονδυλίου (ΑΡ) βραχιονίου, που αντιμετωπίσθηκε με εξωτερική οστεοσύνθεση, νοσηλεύθηκε αρχικά στη ΜΕΘ του … , όπου διαπιστώθηκε κάταγμα (ΑΡ) κοτύλης, εξελκυσμός (ΔΕ) βραχιονίου πλέγματος και στη συνέχεια νοσηλεύθηκε στην Πανεπιστημιακή Ορθοπεδική Κλινική του … και στην Ορθοπεδική Κλινική του ΠΓΝ " Ο.
Ά. Α.". Κατά την εξέταση του στις 2-12-2002 εμφάνιζε δυσκαμψία λόγω οστεοποιού μυΐτιδος, πάρεση (ΔΕ) άνω άκρου, πάρεση κερκιδικού νεύρου (ΑΡ), πάρεση κάτω άκρων και διακομίσθηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων (ΕΙΑΑ), όπου νοσηλεύθηκε από 23-12-2002 έως 6-6-2003, ακολουθώντας πρόγραμμα αποκατάστασης. Στις 13-11-2003 κατά τον επανέλεγχο του στο ως άνω Ίδρυμα διαπιστώθηκε ότι εμφάνιζε έκτοπες οστεοποιήσεις (ώμων, ισχίων, αγκώνων), που είχαν πρόβλεψη για επικείμενα πιθανά χειρουργεία και καθιστούσαν μη λειτουργικό το ΔΕ άνω άκρο, μη δυνάμενος ο παθών να αυτοεξυπηρετηθεί, παρά μόνον με το ΑΡ άνω άκρο μερικώς, χρησιμοποιούσε, δε για τη βάδιση δύο ποδοκνημικούς κηδεμόνες και μεταλλικό τετράποδο και του συνεστήθη ανά τρίμηνο παρακολούθηση στα εξωτερικά ιατρεία της κλινικής του (ανωτέρω Ιδρύματος), συνέχιση προγράμματος φυσικοθεραπείας και επιπλέον παρακολούθηση από Ορθοπεδικό, Ψυχολόγο και Νευροφυσιολογική Ηλεκτρονογραφική επανεκτίμηση.
Με τα από 22-9-2003 και 22-10-2004 πιστοποιητικά του Ορθοπεδικού Επιμελητή Ορθ/κής Κλινικής του ανωτέρω ΓΠΝ "Ο. Ά. Α." Γ. Κ. ο παθών κρίθηκε ανίκανος για εργασία εφόρου ζωής, ενώ με την 778/52/19-5-2004 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγ/κής Επιτροπής του ΙΚΑ (…) κρίθηκε ότι έχει υποστεί ανατομοφυσιολογική βλάβη σε ποσοστό 80% για το χρονικό διάστημα από 8-1-2004 έως 31-1-2006.
Με βάση τη γνωμάτευση αυτή εκδόθηκαν οι Σ91/403/31-1-2005, 212/1-2-2006, 1188/28-6-2006-06-2004, Σ91/1094/13-3-2008 και Σ91/1644/ 22-5-2009 αποφάσεις του Διευθυντή και του Διοικητή του ΙΚΑ με τις οποίες απονεμήθηκε στον ως άνω παθόντα ασφαλισμένο του κύρια και επικουρική σύνταξη βαριάς αναπηρίας για το χρονικό διάστημα από 8-1-2004 μέχρι 31-1-2006, η οποία παρατάθηκε μέχρι τις 31-1-2009 και ακολούθως μέχρι τις 31-1-2013.
Το ενάγον Ι.Κ.Α., επικαλούμενο τα πραγματικά περιστατικά του ως άνω ατυχήματος και τον εξ αυτού βαρύ τραυματισμό και βαριά αναπηρία σε ποσοστό ανώτερο του 80% του τραυματισθέντος σ' αυτό ασφαλισμένου του, συνεπεία της οποίας τον επιδότησε για νοσήλια και έκτακτη περίθαλψη και την εκ του νόμου αυτοδίκαιη υποκατάσταση του στα δικαιώματα αυτού, άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, κατά του και νυν πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της ασφαλίζουσας για τις προς τρίτους ζημίες το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ασφαλιστικής εταιρίας "Ε.", την προγενέστερη της ενδίκου, από 20-2-2004 (αριθμ.
εκθ. κατ. 159/22-10-2004) αγωγή του, με την οποία ζητούσε ασφαλιστικές παροχές που κατέβαλε στον ασφαλισμένο του για δαπάνες νοσηλείας και έκτακτης περίθαλψης, συνολικού ποσού 58.451,89 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής (και της συνεκδικαζόμενης αγωγής του ασφαλισμένου) εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό η προαναφερόμενη 37/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η αναφερόμενη ανωτέρω 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον και τότε εναγόμενο οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, Κ.
Κ. και συνυπαίτιο του τραυματισμού του κατά ποσοστό 25% τον παθόντα, ασφαλισμένο στο ενάγον Ι.Κ.Α. και επικύρωσε την πρωτόδικη (37/2005) απόφαση, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε αυτόν (οδηγό ζημιογόνου οχήματος) να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 48.838,91 ευρώ (που απέμεινε μετά την αφαίρεση από το ποσό των 58.451, 89 ευρώ του ποσοστού 25% της συνυπαιτιότητας του παθόντος στον τραυματισμό του), για τις ανωτέρω αιτίες, ενώ απέρριψε την αγωγή ως προς την ασφαλίζουσα για τις προς τρίτους ζημίες το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ασφαλιστική εταιρία "Ε.", λόγω παραγραφής.
Ενόψει της αναγνώρισης της παραπάνω αναπηρίας και της καταβολής κύριας και επικουρικής σύνταξης στον ασφαλισμένο του το ενάγον άσκησε την ένδικη αγωγή και ζήτησε την επιδίκαση των αντίστοιχων ποσών (κύριας και επικουρικής σύνταξης) για το ως άνω χρονικό διάστημα (8-1-2004 έως 31-31-1-2013, καθώς και το ανωτέρω ποσό των 58.451,89 ευρώ και συνολικά το ποσό των 148.038,71 ευρώ, από το οποίο (ποσό των 58.451,89 ευρώ) με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου παραιτείται και ζητεί την επιδίκαση του ποσού των 89.586,82 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκ του ενδίκου ατυχήματος κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου στο ενάγον παθόντος και η εξ αυτής ανικανότητά του για εργασία και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν προβλεπτή από την αρχή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι, πέρα από τον αρχικό (βασικό και βαρύτατο) τραυματισμό του που αναφέρθηκε ανωτέρω, υπήρξε και κάποια άλλη περαιτέρω επιπλοκή της υγείας αυτού, που να συνιστά απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης αυτής, ώστε να θεμελιώνεται για την ένδικη αξίωσή του νέα παραγραφή με αφετηρία το χρόνο εμφανίσεως των εν λόγω συνεπειών.
Από την αρχή τα βασικά τραύματά του και σωματικές του βλάβες που αναφέρθηκαν κατέστησαν αυτόν ανίκανο για κάθε εργασία, λόγος για τον οποίο η αρμόδια πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του ενάγοντος τον έκρινε ανάπηρο για το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του μέχρι τις 31-1-2013 με ποσοστό μεγαλύτερο του 80%.
Αυτός ήταν και ο λόγος, που με αιτιολογία τα ίδια ακριβώς τραύματα και σωματικές βλάβες του ασφαλισμένου του που από την πρώτη στιγμή διαπιστώθηκαν, το ενάγον ζήτησε και του επιδικάσθηκαν, λόγω της υποκαταστάσεώς του στα δικαιώματα αυτού, ασφαλιστικές παροχές που του είχε καταβάλει λόγω της απότοκης του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού σοβαρού τραυματισμού του νοσηλείας και περίθαλψης.
Τα ίδια ακριβώς τραύματα και σωματικές βλάβες αυτού επικαλείται το ενάγον και με την ένδικη αγωγή για να θεμελιώσει τις ένδικες ασφαλιστικές παροχές. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ότι το ενάγον " δαπάνησε τα εξής ποσά για τις ανάγκες που προέκυψαν από το ως άνω τροχαίο ατύχημα που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του και συγκεκριμένα, κάταγμα και εξάρθρημα δεξιάς κοτύλης και κάταγμα δεξιού μηριαίου καθώς και κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και ως εκ τούτου να υποστεί βαριά αναπηρία σε ποσοστό ανώτερο του 80% συνεπεία της οποίας λαμβάνει κυρία και επικουρική σύνταξη", ενώ καμία συγκεκριμένη (μεταγενέστερη) επιπλοκή της υγείας του δεν επικαλείται και ούτε αποδεικνύεται τέτοια με κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό.
Η έκδοση των προμνημονευθεισών μεταγενέστερων αποφάσεων του Διευθυντή του Περιφερειακού Καταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ … και του διοικητή του ΙΚΑ, με τις οποίες παρατάθηκε η χορήγηση στον ανωτέρω ασφαλισμένο του ενάγοντος παθόντα σύνταξης βαριάς αναπηρίας εξαιτίας του επιδίκου ατυχήματος για τον ένδικο χρόνο, δεν αποτελεί όρο για τη γένεση το πρώτον της αξιώσεως του Ι.Κ.Α. , αλλά έχουν αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους της μεταβιβαζόμενης στο Ι.Κ.Α.
αξιώσεως του παθόντος. Εφόσον, επομένως, η ένδικη ζημία του παθόντος ήταν προβλέψιμη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ήδη από την αρχή, γεννήθηκε υπέρ αυτού αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ήδη αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή το ατύχημα και ο τραυματισμός του.
Να σημειωθεί ότι αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν το προβλέψιμο της κατάστασης της υγείας του ασφαλισμένου στο ενάγον παθόντος και την εξ αυτής ανικανότητά του για εργασία από την αρχή. Η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε στις 13-5-2014 (και συγκεκριμένα το νωρίτερο κατά την ημερομηνία αυτή της κατάθεσής της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως αυτής, η οποία -επίδοση- δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται ή να επακολουθεί της ανωτέρω ημερομηνίας κατάθεσής της).
Επομένως, οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος που αποτελούν μέρος, αναγόμενο σε μεταγενέστερο χρόνο, της όλης αξίωσης για αποθετική ζημία από τον τραυματισμό του παθόντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, η ύπαρξη της οποίας, για το προγενέστερο χρονικό διάστημα βεβαιώθηκε με την παραπάνω 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε ότι ο παθών υπέστη τις παραπάνω βαριές σωματικές βλάβες, γεννήθηκαν το χρόνο του ατυχήματος (11-8-2002) και η προθεσμία της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος Ι.Κ.Α.
έναντι του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του άρθρου 937 ΑΚ, άρχισε από την επομένη ημέρα της επελεύσεως του γεγονότος αυτού (12-8-2002), επιμηκύνθηκε όμως σε εικοσαετία κατ' άρθρο 268 εδ. α ΑΚ, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική νομική σκέψη που προηγήθηκε, ήτοι μέχρι 11-8-2022, από την τελεσιδικία της προαναφερόμενης 395/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που επήλθε με τη δημοσίευση της στις 16-4-2007, όταν η ένδικη αξίωση δεν είχε υποκύψει στην ανωτέρω βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή (συμπληρωνόταν στις 11-8-2007), αφού, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, η νέα αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει, αναγκαίως, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει την αγωγή παραγεγραμμένη ως προς τον πρώτο εναγόμενο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης. Περαιτέρω από τις παραπάνω αποφάσεις του ενάγοντος ΙΚΑ αποδείχθηκε ότι αυτό έχει αξίωση κατά του πρώτου εναγόμενου ποσού 89.586,82 ευρώ, που κατέβαλε για κύρια και επικουρική σύνταξη στον παθόντα ασφαλισμένο του, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, το οποίο ποσό συνομολογεί ο πρώτος εναγόμενος, αφού ρητά δεν το αρνείται.
Από το ποσό όμως αυτό ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 67.190,11 ευρώ, που απομένει μετά την αφαίρεση του ποσοστού 25% της συνυπαιτιότητας του παθόντος στον τραυματισμό του (89.586,82 - 25%). Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και ως ουσία βάσιμη, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς αυτόν και αφού κρατηθεί η υπόθεση και ερευνηθεί στην ουσία της η αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή αυτή ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγον το ποσό των 67.190,11 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος Ι.Κ.Α. (νυν Ε.Φ.Κ.Α.) και ήδη αναιρεσίβλητου, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα Κ. Κ. και εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 59/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη από 06-04-2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως παραγεγραμμένη και αφού ερεύνησε στην ουσία της την αγωγή αυτή και απέρριψε την ένσταση πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 του ΑΚ, που είχε προτείνει ο πρώτος εναγόμενος - πρώτος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, δεχόμενο επιμήκυνση της παραγραφής αυτής σε εικοσαετία, που δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, έκανε ακολούθως δεκτή κατά ένα μέρος την εν λόγω αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στο ενάγον-αναιρεσίβλητο το ποσό των 67.190,11 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθμ. 17, 254, 261 εδ. α', 268 εδ. α'και β' και 937 παρ. 1 εδ. α' του Α.Κ., καθόσον, όπως ισχυρίζεται, η με την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου ασκούμενη αξίωση αποζημίωσης έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ., γιατί από το χρόνο τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος στις 11-08-2002 και την από τότε γνώση της ζημίας και του υπαίτιου, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 16-05-2014, παρήλθε πενταετία, ο χρόνος δε της παραγραφής αυτής δεν επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή με τη βεβαίωση της αξίωσης του αναιρεσίβλητου με την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, γιατί η ένδικη αυτή αγωγική αξίωση, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, συγκαταλέγεται στις περιοδικές παροχές και δεν έχει εφαρμογή επ' αυτής η διάταξη του άρθρου 268 εδαφ.
α' του Α.Κ. την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε το Εφετείο, αλλά η διάταξη του άρθρου 268 εδαφ. β' του Α.Κ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα απορριπτική κρίση του, όσον αφορά την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραγραφής, της, με την ένδικη από 06-04-2014 αγωγή, ασκουμένης αξίωσης του αναιρεσίβλητου, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 250 αριθμ. 17, 254, 261 εδ.
α', 268 εδ. α' και β' και 937 παρ. 1 εδ. α' και β' του Α.Κ, ενώ ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 268 εδαφ. α' του Α.Κ, η οποία ήταν εφαρμοστέα και όχι τη διάταξη του εδαφίου β' του ιδίου άρθρου του Α.Κ., η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα. Ειδικότερα το Εφετείο, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε : α) ότι επί της από 20-02-2004 προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος ΙΚΑ (ήδη ΕΦΚΑ - αναιρεσίβλητου) κατά του πρώτου εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος ) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία, έκρινε με δύναμη δεδικασμένου ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος είναι ο αναιρεσείον Κ.
Κ. και συνυπαίτιος του τραυματισμού του κατά ποσοστό 25% ο παθών Κ. Κ., ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στο ενάγον Ι.Κ.Α. και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο, λόγω της εκ του νόμου υποκατάστασής του στα δικαιώματα του τραυματισθέντος ασφαλισμένου του, το ποσό των 48.838,91 ευρώ ως αποζημίωση για τις ασφαλιστικές παροχές και ειδικότερα για δαπάνες νοσηλείας και έκτακτης περίθαλψης, που κατέβαλε στον τελευταίο, β) ότι η από το επίδικο ατύχημα κατάσταση της υγείας του άνω ασφαλισμένου στο ενάγον παθόντος, η βαριά αναπηρία του σε ποσοστό ανώτερο του 80% και η εξ αυτής ανικανότητά του για εργασία και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορούσε η ένδικη μεταγενέστερη από 06-04-2014 αγωγή του ενάγοντος ΙΚΑ, ήταν προβλεπτή από την αρχή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και ανάγεται στον αρχικό βασικό και βαρύτατο τραυματισμό του και όχι σε απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του παθόντος, ώστε να θεμελιώνεται για τη μεταγενέστερη αυτή αξίωσή του νέα παραγραφή, με αφετηρία το χρόνο εμφανίσεως των εν λόγω συνεπειών, γ) ότι η ένδικη ζημία του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ παθόντος ήταν προβλέψιμη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ήδη από την αρχή και συνεπώς γεννήθηκε υπέρ αυτού αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα και μέλλουσα, ήδη αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή το ατύχημα και ο τραυματισμός του, δ) ότι η ένδικη μεταγενέστερη από 06-04-2014 αγωγή, ασκήθηκε στις 13-05-2014, ε) ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος, αποτελούν μέρος, αναγόμενο σε μεταγενέστερο χρόνο, της όλης αξίωσης για αποθετική ζημία από τον τραυματισμό του παθόντος κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, η ύπαρξη της οποίας, βεβαιώθηκε με την ανωτέρω υπ'αριθμ. 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών και γεννήθηκαν κατά το χρόνο του ατυχήματος (11-8-2002) και στ) ότι η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, της αξίωσης του ενάγοντος Ι.Κ.Α.
κατά του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, άρχισε από την επομένη ημέρα της επέλευσης του ατυχήματος (12-8-2002), επιμηκύνθηκε όμως σε εικοσαετία, κατ' άρθρο 268 εδ. α' Α.Κ., ήτοι μέχρι 11-8-2022, από την τελεσιδικία της προαναφερόμενης 395/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που επήλθε με τη δημοσίευσή της στις 16-4-2007 και όταν η ένδικη αξίωση δεν είχε ακόμη υποκύψει στην ανωτέρω βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή, η οποία συμπληρωνόταν στις 11-8-2007, οπότε, οι με την ένδικη από 06-04-2014 αγωγή ασκούμενες αξιώσεις του ενάγοντος ΙΚΑ, δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 937 και 268 εδ.
α' του Α.Κ., καθόσον, πράγματι από την επομένη του χρόνου επέλευσης του ατυχήματος και της γνώσης της ζημίας και του υπόχρεου (12-8-2002) έως τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης υπ' αριθμ. 395/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών, που έλαβε χώρα στις 16-4-2007, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία, και οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσίβλητου - εναγόντος [ για καταβολή αποζημίωσης για ζημία αναγόμενη σε μεταγενέστερο χρόνο, της όλης αξίωσης για αποθετική ζημία από τον τραυματισμό του παθόντος, η ύπαρξη της οποίας, βεβαιώθηκε με την παραπάνω 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών και η οποία (ζημία αναγόμενη σε μεταγενέστερο χρόνο), όπως κρίθηκε ανελέγκτως από το Εφετείο, ήταν προβλεπτή από την αρχή], εφόσον η καθόλου αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος δεν είχε υποπέσει μέχρι τη δημοσίευση της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης στην πενταετή παραγραφή, υπέκειντο πλέον, από τη δημοσίευση της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης, στην εικοσαετή παραγραφή, η οποία (εικοσαετής παραγραφή) δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης, στις 13-05-2014, της ένδικης αγωγής και δεδομένου ότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η αυτόματη μεταβίβαση, κατά τις προεκτιθέμενες διατάξεις, της απαίτησης αποζημίωσης από τον παθόντα ασφαλισμένο στο ΙΚΑ (ήδη ΕΦΚΑ), δεν αλλοιώνει το χαρακτήρα της αξίωσης του ΙΚΑ ως αποζημίωσης προερχόμενης από αυτοκινητικό ατύχημα (αδικοπραξία) και η αξίωση συνεπώς, που αποκτά το ΙΚΑ, σε περίπτωση τέτοιας αδικοπραξίας, έχει αντικείμενο όχι την απόδοση των δαπανών του για ασφαλιστικές παροχές στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, αλλά την αποζημίωση καθ' αυτήν, που χωρίς τη νόμιμη εκχώρηση θα δικαιούτο ο ίδιος ο παθών ασφαλισμένος να επιδιώξει για τη σωματική του βλάβη, η οποία (αξίωση) υπόκειται, και όσον αφορά το δικαιούχο ΙΚΑ (ΕΦΚΑ) στην πενταετή, κατ' αρχάς, παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ., η παραγραφή όμως αυτή, εάν η απαίτηση του ΙΚΑ ασκείται με μεταγενέστερη αγωγή και αφορά σε μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση και μπορούσε εξ αρχής να προβλεφθεί, επιμηκύνεται σε εικοσαετή, κατά τους όρους του άρθρου 268 εδ.
α' Α.Κ., εφόσον η ύπαρξη της όλης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική και δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, προϋποθέσεις που, σύμφωνα με τα όλα προεκτιθέμενα, συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση. Περαιτέρω, η με την ένδικη αγωγή ασκούμενη αξίωση του ενάγοντος ΙΚΑ, λόγω της εκ του νόμου υποκατάστασής του στα δικαιώματα του ασφαλισμένου του, που τραυματίστηκε και κατέστη ανίκανος για εργασία, για τις ασφαλιστικές παροχές που κατέβαλε στον τελευταίο για κύρια και επικουρική σύνταξη, έχει, όπως προαναφέρθηκε, ως αντικείμενο την αποζημίωση καθ' αυτήν, που χωρίς τη νόμιμη εκχώρηση θα δικαιούτο ο ίδιος ο παθών ασφαλισμένος να επιδιώξει για τη σωματική του βλάβη και την ανικανότητά του για εργασία και δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της ως άνω αξίωσης του ΙΚΑ κατά του εναγομένου - αναιρεσείοντος ως αποζημίωσης προερχόμενης από αδικοπραξία, αφού το ΙΚΑ ασκεί κατά του υπόχρεου - αναιρεσείοντος τη μεταβιβασθείσα σ` αυτό αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος και όχι αξίωση παροχής ασφαλιστικών παροχών καθ' εαυτών και δη συντάξεων, και ως εκ τούτου η με την ένδικη αγωγή ασκούμενη αξίωση δεν συνιστά αξίωση περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών, κατά την έννοια του άρθρου 268 εδ.
β' του Α.Κ., όπως και των άρθρων 250 αρ. 17, 254 Α.Κ. και 11 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ., γιατί, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν έχει εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο και δεν παράγεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, ούτε αφορά σε ληξιπρόθεσμες στο μέλλον αξιώσεις, αλλά, ως έχουσα χαρακτήρα αξίωσης αποζημίωσης, συνιστά ενιαία οφειλή, που εξαρτάται από την κατά τον κρίσιμο χρόνο επέλευση των εν λόγω αντίστοιχων ζημιών και του ύψους τους.
Συνεπώς, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων δεν χαρακτηρίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η ένδικη αγωγική αξίωση ως αξίωση περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών και συνακόλουθα ορθά, το άνω Δικαστήριο της ουσίας, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. β' του Α.Κ., η οποία πράγματι δεν ήταν εφαρμοστέα.
Επομένως, σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολομ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Επιδίκαση, κατά την έννοια του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου σημαίνει, ότι το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε σε "αίτημα", με διάταξή του ή αιτιολογία που έχει προσόντα διατακτικού, χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις, που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 823/2020, ΑΠ 751/2020, ΑΠ 585/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα από αυτόν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προταθείσα ένσταση πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 του Α.Κ., δεδομένου ότι, όπως ισχυρίζεται, από το χρόνο του ατυχήματος που συνέβη στις 11-08-2002 έως την άσκηση από το ενάγον Ι.Κ.Α.
της προηγούμενης αγωγής του, κατ' άρθρο 263 ΑΚ, την 04-05-2010, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί πενταετούς παραγραφής της ένδικης αγωγικής αξίωσης του αναιρεσίβλητου και τον απέρριψε, δεχόμενο, όπως ανωτέρω στον πρώτο αναιρετικό λόγο αναφέρθηκε, ότι η βραχυχρόνια πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ., στην οποία, κατ' αρχάς, υπαγόταν η με την ένδικη από 06-04-2014 αγωγή ασκούμενη αξίωση του ενάγοντος ΙΚΑ, επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή κατ' άρθρο 268 εδ.
α' του Α.Κ., η οποία (εικοσαετής παραγραφή) δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της εν λόγω ένδικης αγωγής. Επομένως, το Εφετείο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό αυτόν και ρητά τον απέρριψε, όλα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον παρόντα δεύτερο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια, από τους αριθμούς 8 εδαφ. α' και 9 εδαφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ότι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ειδικότερα υποστηρίζει ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος που ασκήθηκαν με την ένδικη από 06-04-2014 αγωγή, αποτελούν μέρος, αναγόμενο σε μεταγενέστερο χρόνο, της όλης αξίωσης για αποθετική ζημία από τον τραυματισμό του παθόντος κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, η ύπαρξη της οποίας (όλης αξίωσης), βεβαιώθηκε με την 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, χωρίς όμως με την προγενέστερη από 20-02-2004 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η άνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, το ενάγον ΙΚΑ να έχει ισχυρισθεί, ούτε να έχει υποβάλει αίτημα περί αναγνώρισης υποχρέωσης καταβολής σ' αυτό από τον αναιρεσείοντα οποιασδήποτε μελλοντικής και ληξιπρόθεσμης στο μέλλον ασφαλιστικής παροχής για κύρια και επικουρική σύνταξη, έσφαλε, γιατί επιδίκασε την καταβολή περιοδικών παροχών για καταβληθείσα κύρια και επικουρική σύνταξη για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ενώ τέτοιο αίτημα, δηλαδή για μελλοντική υποχρέωση καταβολής τέτοιας παροχής, δεν υφίστατο στην από 20-02-2004 προγενέστερη αγωγή του ενάγοντος ΙΚΑ και ως εκ τούτου έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και για χρονικό διάστημα διάφορο του αρχικώς αιτηθέντος.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των δικογράφων της πρώτης από 20-02-2004 αγωγής και της ένδικης μεταγενέστερης από 06-04-2014 αγωγής του ενάγοντος ΙΚΑ προκύπτει ότι, το τελευταίο με τις εν λόγω αγωγές του άσκησε τη μεταβιβασθείσα σ` αυτό εκ του νόμου αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος - ασφαλισμένου του και ζήτησε την καταβολή όχι ασφαλιστικών παροχών καθ' εαυτών, αλλά την καταβολή αποζημίωσης και δη με την πρώτη αγωγή, αποζημίωσης για τις ασφαλιστικές παροχές που χορήγησε στον παθόντα για νοσήλεια, επιδότηση, έκτακτη και πρόσθετη περίθαλψη, επιφυλασσόμενο για κάθε άλλο ποσό ήθελε μελλοντικώς μεταβιβαστεί σε αυτό από επανυπολογισμό των παροχών που χορήγησε στον παθόντα ή που πρόκειται να χορηγηθούν σ' αυτόν (όπως ρητά αναφέρεται στην ως άνω πρώτη αγωγή) και με την ένδικη δεύτερη αγωγή την καταβολή αποζημίωσης για τις ασφαλιστικές παροχές που χορήγησε στον παθόντα για κύρια και επικουρική σύνταξη.
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της, δεν επιδικάστηκε στο ενάγον "η καταβολή περιοδικών παροχών, ήτοι ποσών επί καταβληθείσας κύριας και επικουρικής σύνταξης", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά, όπως αναφέρθηκε και στον πρώτο αναιρετικό λόγο, αποζημίωση λόγω της εκ του νόμου υποκατάστασης του ενάγοντος στα δικαιώματα του ασφαλισμένου του, το είδος δε των ασφαλιστικών παροχών ( κύριας και επικουρικής σύνταξης) που χορήγησε στον τελευταίο, εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και της προκληθείσας ανικανότητάς του για εργασία, δεν αλλοιώνουν το χαρακτήρα της επιδικασθείσας, με την πληττόμενη απόφαση, αξίωσης, που είναι αποζημίωση από αδικοπραξία.
Περαιτέρω, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος που ασκήθηκαν με την ένδικη από 06-04-2014 μεταγενέστερη αγωγή, αποτελούν μέρος της όλης αξίωσης για αποθετική ζημία από τον τραυματισμό του παθόντος κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, αναγόμενο σε μεταγενέστερο χρόνο, η ύπαρξη της οποίας, βεβαιώθηκε με την 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε επί της προγενέστερης από 20-02-2004 αγωγής του, και ακολούθως, επιδίκασε στο ενάγον το ποσό των 67.190,11 ευρώ, ως αποζημίωση για το επίδικο μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (αφού προηγουμένως απέρριψε την ένσταση πενταετούς παραγραφής, δεχόμενο ότι αυτή επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή), δεν έσφαλε, καθόσον δεν ήταν αναγκαίο για τις άνω παραδοχές του να υπάρχει αίτημα στην προγενέστερη από 20-02-2004 αγωγής του, περί υποχρέωσης καταβολής στο ενάγον οποιασδήποτε μελλοντικής ζημίας, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, και το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, που ασκήθηκε με την ένδικη από 06-04-2014 αγωγή, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, από τις 16-04-2007, οπότε δημοσιεύθηκε η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 Α.Κ.) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος - ασφαλισμένου γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία, ήτοι χωρίς να απαιτείται να έχει περιληφθεί στην ως άνω υπ' αριθμ. 395/2007 τελεσίδικη απόφαση ειδική αναγνωριστική διάταξη που να αφορά ζημία αναγόμενη σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, αφού αυτή καλύπτεται από την ως άνω παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, και χωρίς επίσης να απαιτείται να έχει περιληφθεί στην προγενέστερη από 20-02-2004 αγωγή αίτημα περί αναγνώρισης υποχρέωσης καταβολής οποιασδήποτε μελλοντικής και ληξιπρόθεσμης στο μέλλον αποζημίωσης.
Συνεπώς, το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε και επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και για χρονικό διάστημα διάφορο του αρχικώς αιτηθέντος. Επομένως, σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη.
Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Περαιτέρω, το δεδικασμένο, που καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως αυτός διατυπώνεται στην απόφαση, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 56/2019, ΑΠ 1559/2017).
Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση ( ΑΠ 698/2020 ).
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών και για τις αναγόμενες σε μεταγενέστερο χρόνο αξιώσεις του ενάγοντος που ασκήθηκαν με την ένδικη από 06-04-2014 αγωγή, δηλαδή για μελλοντικές παροχές, ενώ δεν υφίστατο τέτοιο αίτημα στην προηγούμενη από 20-02-2004 αγωγή, ούτε επιδικάστηκε, κατ' επέκταση, δυνάμει της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, συναφής αξίωση για το μέλλον, έσφαλε και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ.
Με τις προεκτιθέμενες παραδοχές του το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή ότι από την υπ' αριθμ. 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, που τελεσιδίκησε εντός του χρόνου της προβλεπόμενης από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετίας από το ένδικο ατύχημα και εκδόθηκε επί της προηγουμένης από 20-02-2004 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση αποζημίωσης από την ίδια νομική και ιστορική αιτία, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου και έκτοτε πλέον υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή η ασκηθείσα με την ένδικη από 06-04-2014 αγωγή αξίωση του ενάγοντος η οποία ήταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προβλέψιμη και η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση, ορθώς έκρινε την ύπαρξη δεδικασμένου κατά την άνω έκταση και κατά τα άνω αποτελέσματα (επιμήκυνση χρόνου παραγραφής σε εικοσαετία), που του προσέδωσε με την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς, το άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις διατάξεις περί δεδικασμένου, ήτοι δεν δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένo, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (έμμεσα) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 Α.Κ.) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία, και το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της μεταγενέστερης ζημίας, που ασκήθηκε με την ένδικη από 06-04-2014 αγωγή, και μάλιστα χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη αιτήματος για αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης για μελλοντική ζημία στην προηγουμένη από 20-02-2004 αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Επομένως όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Επομένως, ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 307/2020, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).
Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 268 του Α.Κ. καθόσον, διέλαβε αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του και τη χρήση των όρων "κύρια και επικουρική σύνταξη" και "ασφαλιστικές παροχές" προβαίνει σε νομικό χαρακτηρισμό των αξιώσεων του ενάγοντος ως περιοδικών παροχών, πλην όμως ακολούθως καταλήγει στην κρίση ότι "οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος που αποτελούν μέρος, αναγόμενο σε μεταγενέστερο χρόνο, της όλης αξίωσης ...η ύπαρξη της οποίας, για το προγενέστερο χρονικό διάστημα βεβαιώθηκε με την 395/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών,...
γεννήθηκαν το χρόνο του ατυχήματος (11-8-2002) αλλά η προθεσμία της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος Ι.Κ.Α. έναντι αυτού επιμηκύνθηκε σε εικοσαετία κατ' άρθρο 268 εδ. α ΑΚ, ήτοι μέχρι 11-08-2022", ενώ αμέσως προ της διατύπωσης της τελικής αυτής κρίσης αναφέρεται σε περιοδικές παροχές και έτσι λόγω των αντιφατικών αυτών αιτιολογιών δεν δύναται να κριθεί αν η ένδικη περίπτωση πράγματι υπάγεται στον κανόνα του άρθρου 268 εδαφ.
α' του Α.Κ., τον οποίο εφάρμοσε, καθώς από το νομικό χαρακτηρισμό της απαίτησης του ενάγοντος ως κύριας και επικουρικής σύνταξης και ως εκ τούτου ως περιοδικής παροχής θα έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του εδαφίου β' του άρθρου 268 του Α.Κ. και μην αποδεχθεί την επιμήκυνση της παραγραφής σε εικοσαετή, αλλά θα κρίνει ότι η εν λόγω αξίωση έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 εδ.
α' του Α.Κ. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, όπως προαναφέρθηκε στον πρώτο αναιρετικό λόγο, αλλά ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 268 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς το χαρακτήρα της με την ένδικη αγωγή ασκούμενης αξίωσης του αναιρεσίβλητου, καθώς και ως προς την ένσταση παραγραφής που προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για την πληρότητα της αιτιολογίας και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο με τη χρήση των όρων "κύρια και επικουρική σύνταξη" αναφέρεται στο είδος των ασφαλιστικών παροχών που κατέβαλε το αναιρεσίβλητο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στον παθόντα ασφαλισμένο του, και όχι στο είδος της ασκουμένης με την ένδικη από 06-04-2014 αγωγή αξίωσης του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου) κατά του αναιρεσείοντος, ως προς την οποία (αγωγική αξίωση), όπως, από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, δέχεται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι έχει χαρακτήρα αποζημίωσης για αποθετική ζημία που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της όλης αξίωσης αποζημίωσης, η οποία βεβαιώθηκε με την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση και, συνεπώς, ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια ή ανεπάρκεια εμπεριέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα αυτό, αφού με βάση την παραδοχή περί του χαρακτήρα της ένδικης απαίτησης του αναιρεσίβλητου, ως αποζημίωσης από αδικοπραξία, ορθά κατέληξε, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, στην εφαρμογή της έννομης συνέπειας του εδαφίου α' του άρθρου 268 Α.Κ.
Επομένως, όλα όσα ανωτέρω υποστηρίζει ο αναιρεσείων περί έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμα και απορριπτέα, ενώ και η ειδικότερη αιτίαση, με την οποία ο αναιρεσείων προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο ενώ δέχεται ότι πρόκειται για "περιοδικές παροχές" δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.
β' του Α.Κ., είναι επίσης αβάσιμη ως στηριζόμενη στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις συνιστούν "περιοδικές παροχές", πλην όμως τέτοια παραδοχή δεν υφίσταται στην προβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, όλες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον πέμπτο αναιρετικό λόγο, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται σε απόψεις και επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν άποψης ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος συνιστούν "περιοδικές παροχές" επί των οποίων τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 268 εδ.
β' του Α.Κ., η οποία όμως δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος ως ηττώμενου διαδίκου, λόγω ελλείψεως σχετικού αιτήματος από το αναιρεσίβλητο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 10-01-2020 (με αριθμό κατάθεσης 2/14-01-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 145/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2021.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ