1349/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/5/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 25/7/2008 πρόσθετη παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26196/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2175/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/9/2015 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1349/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, στο άρθρο 13 § 3 του Ν. 1587/1950 ορίζεται ότι "Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφώνηθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος Νόμου είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθή και να ληφθή υπ' όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ' οιασδήποτε ετέρας Αρχής".
Full text
Απόφαση 1349 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1349/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Σ. του Δ., 1α) Μ. συζύγου Σ. Σ., το γένος Χ. Φ., 2) Ν. Δ. του Μ., 3) Μ. χήρας Α. Κ. του Γ. Π., κατοίκων ..., 4α) Α. Ε., 4β) Μ. συζύγου Α. Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Τ. Κ., το γένος Γ. Κ., 2) Γ. Κ. του Τ., 3) Μ. Κ. του Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφημία Παπαϊωάννου και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αντωνόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/5/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 25/7/2008 πρόσθετη παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26196/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2175/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/9/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 11/4/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 2175/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί των από 11-11-2010, 10-1-2011 και 11-2-2011 εφέσεων των διαδίκων κατά της 26196/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 29-5-2007 αγωγή των αναιρεσειόντων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και σε ποιό από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΑΠ 472/2008).
Εξάλλου, στο άρθρο 13 § 3 του Ν. 1587/1950 ορίζεται ότι "Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφώνηθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος Νόμου είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθή και να ληφθή υπ' όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ' οιασδήποτε ετέρας Αρχής".
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 α' ΚΠολΔ αιτίαση, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα το από 5-12-2005 "ιδιωτικό συμφωνητικό υπόσχεσης πώλησης ακινήτου, αντί προκαταβολής αρραβώνα 150.000 €", που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, στο οποίο αναφέρεται ότι το τίμημα για την πώληση ολοκλήρου του ακινήτου στην περιοχή … είναι 725.000 € και όχι, όπως αναγράφεται στο υπ' αριθ.
…4/13-12-2005 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Μ. Α. 250.000 € και έτσι, αφού κατέληξε στο ότι δεν πρόκειται για δωρεά, για την οποία δεν απαιτείτο η γνώση της τέταρτης αναιρεσίβλητης, ως ειδικής διαδόχου, του καταδολιευτικού σκοπού της οφειλέτιδας πρώτης αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ένδικη αγωγή κατ' αυτής, ενώ το έγγραφο αυτό, ως αντέγγραφο, ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 § 3 του Ν. 1587/1950.
Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από την ίδια όπως πιο πάνω διάταξη πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε αναφορικά με το από 5-12-2005 "ιδιωτικό συμφωνητικό υπόσχεσης πώλησης ακινήτου, αντί προκαταβολής αρραβώνα 150.000€", ότι πρόκειται για αντέγγραφο, μολονότι δεν συντάχθηκε είτε ταυτόχρονα είτε μεταγενέστερα, σε σχέση με το υπ' αριθ. ..4/13-12-2005 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Μ.
Α., αλλά προγενέστερα (5-12-2005). Οι ανωτέρω, όμως, αναιρετικοί λόγοι αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως. Τούτο δε διότι οι αναιρεσείοντες, ενώ υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση του άρθρου 13 § 3 του Ν. 1587/1950, λήφθηκε υπόψη αντέγγραφο για την απόδειξη του αληθούς τιμήματος για την επίμαχη σύμβαση, σε αντίθεση με το αναφερόμενο στο ανωτέρω συμβόλαιο (πρώτο σκέλος), στη συνέχεια ισχυρίζονται ότι Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι το από 5-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό αποτελεί αντέγγραφο (τρίτο σκέλος).
Κατόπιν τούτων, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 457 §§ 2 και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος, κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο, οφείλει να δηλώσει αμέσως, αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται ως αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του, με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.
Από τις διατάξεις αυτές, συνάγονται τα ακόλουθα: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (ΚΠολΔ 455), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του.
Ο αντίδικός του έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητάς του, ο δε διάδικος που το επικαλείται και το προσκομίζει το βάρος της αποδείξεως της γνησιότητας αυτής, όταν αμφισβητηθεί. β) Εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου, κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή (μία ή περισσότερες), η γνησιότητα της οποίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, κάτι που ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού.
γ) Η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της αμφισβητηθείσας από τον αντίδικό του υπογραφής επιβάλλεται, όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου τούτου για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια. Τέλος, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 237 §§ 1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνει κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία το έγγραφο προσάγεται, με προσθήκη στις προτάσεις, επιβάλλεται δε αυτή να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις.
Αν αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρώς η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού σε μεταγενέστερη συζήτηση είναι απαράδεκτη (ΑΠ 718/2010, ΑΠ 1338/2008, ΑΠ 106/2007). Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως γνήσιο το άνω έγγραφο, αν και οι ίδιοι αμφισβήτησαν τη γνησιότητά του, με την από 19-2-2010 προσθήκη - αντίκρουση, που κατέθεσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα δεκαπέντε (15) ημέρες πριν τη συζήτηση της ένδικης αγωγής.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται (ΚΠολΔ 561 § 2), προκύπτει ότι το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό προσκομίστηκε με επίκληση από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους πρωτοδίκως. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με προσθήκη στις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοδικείου, ισχυρίστηκαν, ότι το έγγραφο αυτό δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, διότι φέρει την υπογραφή μόνον του αντιπροσώπου των πωλητών Τ.
Κ. και όχι και την υπογραφή του φερομένου ως αντισυμβαλλομένου Γ. Γ., ότι ενώ φέρεται να συντάχθηκε στις 5-12-2005, οπότε υποτίθεται ότι υπογράφηκε από το μόνο υπογράφοντα Τ. Κ., ωστόσο η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του από την Αστυφύλακα Μ. Π. φέρεται να έγινε στις 6-12-2005, ακολούθως δε υποστηρίζουν ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, για λόγους που σχετίζονται με το χρόνο σύνταξης, υπογραφής και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής, αλλά και με το ύψος του τιμήματος και τον τρόπο καταβολής του.
Από τους ισχυρισμούς τους όμως αυτούς, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες προέβαλαν αμέσως ρητή, σαφή και ειδική αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής του αντιπροσώπου των πωλητών επί του άνω ιδιωτικού εγγράφου. Επομένως, το έγγραφο αυτό θεωρείται αναγνωρισμένο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω.
Ενόψει τούτων, η αμφισβήτηση της γνησιότητας του επίμαχου εγγράφου δεν έγινε κατά τη συζήτηση, κατά την οποία το πρώτον προσκομίστηκε αυτό με επίκληση, με ρητή, σαφή και ειδική δήλωση και ως εκ τούτου το Εφετείο, που εκτίμησε αυτό ως γνήσιο, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το σκέλος του αυτό είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 270 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 ΚΠολΔ και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης και τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση, προκύπτει ότι στη δίκη, που διεξάγεται, όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης ειρηνοδικείου, μονομελούς και πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.
α ΚΠολΔ, υπόψη και κατά την τακτική διαδικασία, τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, δηλαδή όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά", στην παρ. 2 εδ.
β του άνω άρθρου 270 ΚΠολΔ. Έτσι, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως πλέον και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 11 εδ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνον τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία, επειδή είναι ανυπόστατα έγγραφα (Ολομ. ΑΠ 15/2003, ΑΠ 1658/2017).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα τέταρτο, πέμπτο και έκτο σκέλη του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το από 5-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω και το οποίο α) προσκομίστηκε από τους εκδότες του αναιρεσιβλήτους και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει απόδειξη, σύμφωνα με το άρθρο 447 ΚΠολΔ (τέταρτο σκέλος), β) δεν έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του (πέμπτο σκέλος) και γ) είναι αχαρτοσήμαντο (έκτο σκέλος).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τρία σκέλη του, αφού, όπως έχει λεχθεί, σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, το συγκεκριμένο έγγραφο, που είναι υποστατό, λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, ανεξάρτητα αν είναι άκυρο, ανυπόγραφο, αχαρτοσήμαντο, ακόμη και υπέρ του εκδότη του και συνεπώς νόμιμα, ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και εκτιμήθηκε ελεύθερα.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του ΑΚ συνάγεται ότι, με αυτές χορηγείται στους δανειστές ένδικο βοήθημα προς διάρρηξη των επιβλαβών γι' αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των εναντίον του απαιτήσεών τους.
Στην αγωγή διάρρηξης ενάγων είναι εκείνος, που έχει την ιδιότητα του δανειστή, κατά το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, δηλαδή εκείνος που έχει απαίτηση υφιστάμενη κατά τον ανωτέρω χρόνο, έστω και αν η απαίτησή του τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Απαιτείται δηλαδή μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του, επιπλέον δε, πρέπει αυτή να έχει καταστεί ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη έως τη συζήτηση της αγωγής.
Εξάλλου, για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης, απαιτείται: 1) να έγινε αυτή από τον οφειλέτη με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν αυτός γνωρίζει ότι, με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, 2) να υπάρχει βλάβη των δανειστών, η οποία υφίσταται, όταν η υπολειπόμενη περιουσία του οφειλέτη δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους, και 3) γνώση του τρίτου (προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση), της πρόθεσης του απαλλοτριώσαντος προς βλάβη του δανειστή του, που τεκμαίρεται ότι υπάρχει, όταν ο τρίτος έχει μία από τις ιδιότητες και συγγενικές σχέσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 941 παρ. 2 του ΑΚ, εφόσον όμως δεν παρήλθε έτος από την απαλλοτρίωση μέχρι την άσκηση της αγωγής, επιτρέπεται δε η κατάρριψη του τεκμηρίου με ανταπόδειξη, ενώ το στοιχείο της γνώσης δεν απαιτείται σε απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία (δωρεά) κατά το άρθρο 942 του ΑΚ.
Ειδικότερα, η παροχή του γονέα προς το τέκνο (άρθρο 1509 ΑΚ), που έγινε στα πλαίσια ηθικού καθήκοντος, έπεται των ενοχικών υποχρεώσεων του γονέα και υπόκειται στο σύνολό της σε διάρρηξη, κατά την εφαρμογή των διατάξεων 939-946 ΑΚ, οι οποίες αποσκοπούν στην έναντι κάθε καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, αποκατάσταση της διαταραχθείσας οικονομικής τάξης του οφειλέτη έναντι των δανειστών του (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015).
Τέλος, η απαγγελία της διάρρηξης δεν θίγει την καταδολιευτική απαλλοτρίωση ανάμεσα στον οφειλέτη και στον τρίτο, αλλά μόνο ανάμεσα στο τρίτο και στον ενάγοντα δανειστή και μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του τελευταίου, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό.
Για τους τρίτους, οι οποίοι αποκτούν το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, προβλέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 941, 942, 944 και 945 οι παρακάτω διακρίσεις που έχουν σχέση με το εάν αυτοί αποκτούν χαριστικά ή όχι από τον οφειλέτη ή όχι και ειδικότερα: α) Στη συνηθέστερη περίπτωση, κατά την οποία ο τρίτος αποκτά απευθείας από τον οφειλέτη και με αντάλλαγμα, απαιτείται για τη σχετική διάρρηξη, ο τρίτος να γνώριζε θετικώς ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του (άρθρο 941 §1 ΑΚ).
Ο τρίτος δηλαδή πρέπει να γνωρίζει ό,τι και ο οφειλέτης, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ο δόλος του και επιπλέον τον δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεση του να βλάψει τους δανειστές του, η γνώση του δε αυτή ως προς το δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεση του να βλάψει τους δανειστές του, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια.
Αντίθετα, δεν απαιτείται αυτοτελής πρόθεση του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και στον τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη. Η γνώση του τρίτου πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, ενώ η τυχόν επιγενόμενη κακή πίστη δεν βλάπτει (ΑΠ 1092/2013), β) αν ο τρίτος συνδέεται με τον οφειλέτη με μία από τις σχέσεις, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 941 §2 εδ α' ΑΚ, δηλαδή είναι είτε σύζυγός του, είτε συγγενής του σε ευθεία γραμμή (απεριόριστα), σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως τον δεύτερο βαθμό, τεκμαίρεται μαχητώς (άρθρο 941 §2 α' ΑΚ), ότι υπάρχει η παραπάνω απαιτούμενη γνώση του τρίτου.
Αυτό το μαχητό τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση μέχρι την άσκηση της αγωγής (941 § 2 β' ΑΚ), γ) σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία (δηλαδή χωρίς ισάξιο αντάλλαγμα) δεν απαιτείται η κατά την 941 § 1 ΑΚ, γνώση του τρίτου (άρθρο 942 ΑΚ). Αν η απαλλοτρίωση έγινε με δυσανάλογα μικρό αντάλλαγμα, θα πρόκειται για μικτή δωρεά, οπότε θα ισχύσει για το χαριστικό τμήμα της η διάταξη του άρθρου 942 ΑΚ, ενώ για το επαχθές τμήμα της το άρθρο 941 ΑΚ., δ) Αν ο τρίτος μεταβίβασε χαριστικά ή με αντάλλαγμα σε άλλον το αντικείμενο της απαλλοτρίωσης, η αγωγή διάρρηξης μπορεί να ασκηθεί όχι μόνον κατά του τρίτου αλλά και κατά του ειδικού διαδόχου του τρίτου και ειδικότερα, 1) αν ο ειδικός διάδοχος απέκτησε από τον τρίτο έναντι (ισάξιου) ανταλλάγματος, θα πρέπει και αυτός (ο ειδικός διάδοχος) να γνώριζε, κατά τον χρόνο που ο ίδιος αποκτούσε από τον τρίτον, το δόλο του οφειλέτη (άρθρο 944 εδ.
α' ΑΚ), δηλαδή ό,τι πρέπει να γνώριζε ο τρίτος κατά το χρόνο της προς αυτόν (τον τρίτον) πρώτης απαλλοτρίωσης, όχι όμως και την τυχόν τεκμαιρομένη (941 § 2 ΑΚ) ή μη απαιτουμένη (άρθρο 942 ΑΚ) κακοπιστία του τρίτου, και 2) η παραπάνω γνώση του ειδικού διαδόχου τεκμαίρεται μαχητώς, αν εκείνος (ειδικός διάδοχος), όταν απέκτησε από τον τρίτο, είχε με τον οφειλέτη κάποια από τις σχέσεις της διάταξης του άρθρου 941 § 2 ΑΚ και δεν είχε περάσει ένα έτος από την (αρχική) απαλλοτρίωση του οφειλέτη μέχρι την άσκηση της αγωγής (άρθρο 944 εδ.
β' ΑΚ) και ε) αν ο ειδικός διάδοχος απέκτησε από τον τρίτο χαριστικώς (δηλαδή χωρίς ισάξιο αντάλλαγμα), δεν απαιτείται η κατά τη διάταξη του άρθρου 944 εδ. α' ΑΚ γνώση του (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 661/2015). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 34/2015). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, εκτός άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "...Δυνάμει της υπ' αριθμ. 2720/2006 τελεσιδίκου και ήδη αμετακλήτου, ως εκ της μη ασκήσεως κατ' αυτής του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, εκδοθείσης επί αγωγής των και εδώ αρχικώς εναγόντων κατά της πρώτης εναγομένης, Ε.
Κ., στηριζομένης στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και αυτές περί προστασίας του καταναλωτή, αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία οφείλει στους αντιδίκους της το συνολικό, κατά κεφάλαιο, ποσόν των 562.115,70 ευρώ και, συγκεκριμένα, στους Σ. Σ. και Μ. Σ., ισομερώς, το ποσόν των 90.765,27 ευρώ, στον Ν. Δ. το ποσόν των 44.365,27 ευρώ, στη Μ.
Κ. το ποσόν των 69.837,90 ευρώ και στους Α. Ε. και Μ. Ε., ισομερώς, το ποσόν των 357.147 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.... Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι η προαναφερομένη εναγομένη, διαδοχικά στις 5-10-2005 και στις 9-6-2006, δηλονότι σε χρονικά σημεία κατά τα οποία όχι μόνο είχαν γεννηθεί οι, ως άνω, σε βάρος της αξιώσεις απάντων των εναγόντων, χρονολογούμενες από του έτους 2000 και προγενεστέρως, αλλά ήταν ήδη στο στάδιο της δικαστικής επιβεβαιώσεως τους, μεταβίβασε, δια χαριστικών δικαιοπραξιών, στα συνεναγόμενα τέκνα της τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά της στοιχεία.
Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθμ. …3/5-10-2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου, Μ. Α., νομίμως μεταγραφέντος, μεταβίβασε σε αμφότερους τους συνεναγομένους γιους της, ισομερώς, λόγω γονικής παροχής, ιδανικό μερίδιο 83/100 ενός οικοπεδικού ακινήτου, επιφάνειας 2.442,47Μ2, κειμένου στην περιοχή …., ενώ, στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ.
…8/9-6-2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου, Ε. Μ., νομίμως μεταγραφέντος, μεταβίβασε, επίσης λόγω γονικής παροχής, στο συνεναγόμενο τέκνο της, Μ. Κ., την ψιλή κυριότητα ενός, επιφάνειας 79,5Μ2, διαμερίσματος του έκτου ορόφου της κειμένης στη …. και επί της οδού …., αριθ. …9, πολυωρόφου οικοδομής. Η αγοραία αξία των κατά τα άνω περιουσιακών στοιχείων δεν υπερέβαινε, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δηλονότι αυτόν της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής, τα ποσά των 750.000 και 180.000 ευρώ, αντιστοίχως και συνολικά το ποσόν των 930.000 ευρώ, είναι δε βέβαιο, ιδία εν όψει του γεγονότος ότι αμφότερα ήταν βεβαρυμένα με προσημειώσεις ύψους ανωτέρου των 400.000 ευρώ, ότι, κατασχόμενα αναγκαστικώς παρά των εναγόντων, δεν θα μπορούσαν, δια της εκπλειστηριάσεώς τους, να καλύψουν τις προαναφερθείσες και ήδη μεγεθυμένες, λόγω των εν τω μεταξύ δεδουλευμένων τόκων, απαιτήσεις τους, οι οποίες, μόνο κατά το κεφάλαιο τους προσεγγίζουν το ποσόν των 1.000.000 ευρώ ( σημ.
περιλαμβάνει και τις απαιτήσεις των εναγόντων της από 25-7-2008 και με αριθ. εκθ. κατ. 32453/2008 αγωγής), αλλά οπωσδήποτε θα ικανοποιείτο, με τον τρόπο αυτό, μέρος αυτών. Ήδη όμως, με την απαλλοτρίωση των κατά τα άνω περιουσιακών στοιχείων της οφειλέτιδός τους, πρώτης εναγομένης, αυτή κατέστη εντελώς αφερέγγυα, αφού, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής, δεν υφίστατο και εξακολουθεί, άλλωστε, να μη υφίσταται άλλη εμφανής περιουσία της, της οποίας να μπορούν να επιληφθούν προς ικανοποίηση των έναντί της απαιτήσεών τους οι δανειστές της και ειδικότερα οι ενάγοντες, που έχουν κατ' αυτής τις ανωτέρω αναφερόμενες και ήδη τελεσιδίκως βεβαιωμένες απαιτήσεις...
Υπό τα δεδομένα αυτά είναι πρόδηλος ο σκοπός της πρώτης εναγομένης να βλάψει, με την απαλλοτρίωση των μοναδικών, κατά τα άνω, περιουσιακών της στοιχείων, τους δανειστές της και, ειδικότερα, τους ενάγοντες, σκοπός συναγόμενος ευθέως εκ του γεγονότος ότι αυτή γνώριζε, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, τα έναντί τους χρέη της, αλλά και ότι, μετά ταύτα, δεν θα υφίσταται πλέον εμφανής περιουσία της για την ικανοποίηση των δανειστών της, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη, την οποία, υπό τα δεδομένα αυτά, και επεδίωξε.....αποδεικνύεται, με βάση τις κατά τα άνω παραδοχές, η βασιμότητα πάντων των κρίσιμων στοιχείων της (κυρίας) ιστορικής βάσεως της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτών και δη η ύπαρξη απαιτήσεων των εναγόντων έναντι της πρώτης εναγομένης, προγενεστέρων των ενδίκων απαλλοτριώσεων και, περαιτέρω, το γεγονός ότι, κατ' ακολουθίαν αυτών, η οφειλέτιδα των εναγόντων κατέστη, προς βλάβη τους, την οποία και επεδίωξε, αφερέγγυα.
Υπό τα δεδομένα αυτά παρίσταται βάσιμο το αίτημα των εναγόντων ν' απαγγελθεί η διάρρηξη των ενδίκων, μεταξύ των τριών πρώτων εναγομένων φυσικών προσώπων, δικαιοπραξιών και δη αμφοτέρων και στο σύνολο τους, αφού, εν όψει του ύψους των, ήδη μεγεθυμένων λόγω των εν τω μεταξύ δεδουλευμένων τόκων, απαιτήσεων των εναγόντων, οι οποίες υπερβαίνουν την κατά τα άνω αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αλλά και εν όψει των επ' αυτών, ως άνω, βαρών, παρίσταται προφανές ότι μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει, έστω και μερική ικανοποίηση των αξιώσεων αυτών.
Περαιτέρω... από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι λήπτες των ενδίκων παροχών, δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, οι οποίοι, μετά την προς αυτούς μεταβίβαση, δια γονικής παροχής, από την πρώτη εναγομένη μητέρα τους του ιδανικού μεριδίου των 83/100 επί του, επιφάνειας 2.442,47Μ2, οικοπεδικού ακινήτου στην περιοχή …., κατέστησαν απόλυτοι αυτού κύριοι, δεδομένου ότι είχαν ήδη στην κυριότητα τους, από δωρεά του πάππου τους, το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο των 17/100, μεταβίβασαν, σε συντομότατο χρόνο, το όλο ακίνητο, λόγω πωλήσεως στην τετάρτη εναγομένη, ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία υπό την επωνυμία "....".
Η μεταβίβαση αυτή συντελέσθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. ….4/13-12-2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου, Μ. Α., νομίμως μεταγραφέντος, στο οποίο και αναγράφηκε ως τίμημα της πωλήσεως το αντιστοιχούν στην εκτιμηθείσα παρά της αρμοδίας ΔΟΥ αξία του μεταβιβασθέντος μεριδίου ποσόν των 250.000 ευρώ. Το αληθές όμως τίμημα της ανήλθε, σύμφωνα με το από 5-12-2005 αντέγγραφο μεταξύ των πωλητών και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης - αγοραστρίας εταιρείας, στο οποίο καθορίσθηκαν και οι όροι αποπληρωμής του, στο ποσόν των 725.000 ευρώ, εκ του οποίου κατεβλήθη το μεγαλύτερο μέρος του και απομένει ανεξόφλητο ποσόν 150.000 ευρώ, ως προς το οποίο υπάρχει μεταξύ των μερών εμπλοκή, εκ του λόγου ότι οι πωλητές δεν εκπλήρωσαν εισέτι την υποχρέωσή τους για άρση των επί του πωληθέντος βαρών.
Ήδη οι ενάγοντες ισχυρίζονται, προσβάλλοντες παραδεκτώς... και τη δικαιοπραξία αυτή ως καταδολιευτική, ότι η αγοράστρια - εναγομένη εταιρεία προχώρησε στην επίδικη αγορά μολονότι, κατά το χρόνο καταρτίσεως της αγοραπωλητηρίου συμβάσεως, γνώριζε, δια των νομίμων εκπροσώπων της, τον καταδολιευτικό δόλο της δικαιοπαρόχου των αντισυμβαλλομένων της μητέρας τους και, ειδικότερα, ότι αυτή είχε μεταβιβάσει σ' αυτούς το υπό πώληση ιδανικό μερίδιό της, προκειμένου να βλάψει, τα συμφέροντα των εναγόντων δανειστών της.
Σχετικώς παρατηρείται πως προέκυψε, κατ' αρχάς, ότι οι εκπρόσωποι της εναγομένης - αγοραστρίας εταιρείας δεν είχαν, πριν την κατάρτιση της προαναφερομένης συμβάσεως, οποιαδήποτε γνωριμία με τους πωλητές και τα μέλη της οικογένειας τους, η προς τη σύναψη της δε επαφή τους εχώρησε μέσω του, και ως μάρτυρος καταθέσαντος, πολιτικού μηχανικού, Σ.
Σ., συνεργάτη της εναγομένης - αγοραστρίας εταιρείας, ενδιαφερόμενης για την αγορά εκτάσεων στη συγκεκριμένη περιοχή για την ανάπτυξη των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων, ο οποίος επίσης δεν είχε προγενεστέρα γνωριμία ή οποιαδήποτε άλλη σχέση με την οικογένεια των πωλητών, τους οποίους εντόπισε από πληροφορίες τρίτων.
Μάλιστα οι διαπραγματεύσεις δεν εγένοντο απ' ευθείας με τους πωλητές, αλλά, λόγω απουσίας των τελευταίων, για εκπαιδευτικούς και επαγγελματικούς λόγους, στην αλλοδαπή, μέσω του αντιπροσωπεύοντος αυτούς πατέρα τους. Δηλονότι δεν προέκυψαν, κατ' αρχάς, στοιχεία που θα δικαιολογούσαν, για λόγους συγγενικούς, φιλικούς ή οποιασδήποτε άλλης στενής σχέσεως μεταξύ της οικογένειας των πωλητών του ενδίκου ακινήτου και των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης εταιρείας, γνώση της τελευταίας περί της καταδολιευτικής προθέσεως της δικαιοπαρόχου των αντισυμβληθέντων της και, μετά ταύτα, ηθελημένη και εν γνώσει του περιστατικού αυτού εμπλοκή της στην αγορά του ενδίκου ακινήτου.
Περαιτέρω, ήδη από το στάδιο των διαπραγματεύσεων ήταν απολύτως σε γνώση της εναγομένης - αγοράστριας εταιρείας ότι το υπό πώληση ακίνητο ήταν επιβαρυμένο με τις προαναφερόμενες, μεγάλου ύψους, προσημειώσεις υποθήκης, στοιχείο, άλλωστε, που αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαιτέρων διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών, που αποτυπώθηκαν τόσο στο προαναφερθέν αντέγγραφο όσο και στο πωλητήριο συμβόλαιο, ως δεσμευτική υποχρέωση των πωλητών σε άρση τους ή μεταφορά τους σε άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας τους μέχρι του τέλους Απριλίου 2006.
Μόνη όμως η γνώση της εναγομένης - αγοραστρίας εταιρείας περί
της υπάρξεως των άνω βαρών στο πωλούμενο και των αντιστοίχων απαιτήσεων των προσημειούχων δανειστών της δικαιοπαρόχου των αντισυμβαλλομένων της πωλητών, μάλιστα άλλων πλην των εναγόντων, δεν συνεπάγεται και γνώση της για δολία καταδολιευτική προαίρεση της τελευταίας κατά το χρόνο της προς τα τέκνα της μεταβιβάσεως του ενδίκου ακινήτου, προεχόντως γιατί έναντι των προνομιούχων (ενυπόθηκων και προσημειούχων) δανειστών, η μεταβίβαση του βεβαρυμένου ακινήτου δεν μεταβάλλει και δεν επηρεάζει ποσώς τη δυνατότητα τους για προνομιακή εκ του μεταβιβασθέντος ακινήτου ικανοποίηση τους, με συνέπεια να μη νοείται εξ αντικειμένου, στην περίπτωση αυτή, καταδολιευτική προαίρεση σε βάρος τους.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι απλή, παρά των νομίμων εκπροσώπων της εναγούσης, αναδρομή στα βιβλία αγωγών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης θ' αποδείκνυε τη σωρεία αγωγών σε βάρος της δικαιοπαρόχου των αντισυμβληθέντων της - πωλητών για έναντι αυτής απαιτήσεις μεγάλου αριθμού εξαπατηθέντων από μέρους της επενδυτών, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, είναι αλυσιτελής, αφού κρίσιμο εν προκειμένω στοιχείο, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερθέντα, είναι όχι η εξ αμελούς, έστω και βαρείας, επιδειχθείσης συμπεριφοράς παρά του αποκτώντος άγνοια της αφερεγγυότητος και της καταδολιευτικής προθέσεως του μεταβιβάζοντος ή του δικαιοπαρόχου του, αλλά η θετική περί των περιστατικών αυτών γνώση του.
Περί τοιαύτης, άλλωστε, δηλονότι θετικής γνώσεως της εναγομένης εταιρείας της δολίας καταδολιευτική προαιρέσεως της δικαιοπαρόχου των αντισυμβληθέντων της στην ένδικη πώληση - πωλητών κατά το χρόνο της προς τα τέκνα της μεταβιβάσεως του πωληθέντος ακινήτου, ουδείς των εξετασθέντων μαρτύρων καταθέτει μετά λόγου γνώσεως και με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά, αφού, ειδικότερα, αυτοί, είτε δηλώνουν άγνοια, είτε υποθετικά μόνο προσεγγίζουν το κρίσιμο αυτό ζήτημα, στηριζόμενοι στην ύπαρξη των άνω βαρών στο πωληθέν, στοιχείο, όμως, που, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να επιστηρίξει συμπέρασμα περί θετικής παρά της εναγομένης εταιρείας γνώσεως του εν προκειμένω κρίσιμου, ως άνω, γεγονότος...
Υπό τα δεδομένα αυτά είναι πρόδηλο ότι δεν μπορεί να σχηματισθεί στο Δικαστήριο ασφαλής δικανική πεποίθηση, δηλονότι πλήρης τοιαύτη περί της βασιμότητος του κρίσιμου, εν προκειμένω, αγωγικού ισχυρισμού των εναγόντων περί θετικής, κατά την κατάρτιση της ενδίκου αγοραπωλησίας, γνώσεως της εναγομένης εταιρείας περί της καταδολιευτικής προθέσεως της δικαιοπαρόχου των αντισυμβληθέντων της κατά την προς αυτούς μεταβίβαση, λόγω γονικής παροχής, των προαναφερθέντων μεριδίων του ενδίκου πωληθέντος ακινήτου και, μετά ταύτα, οι ενάγοντες, που έφεραν το βάρος αποδείξεως του, φέρουν, συνακολούθως...
και τις δυσμενείς συνέπειες εκ του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως στο Δικαστήριο περί της αλήθειας του, που είναι η ως προς την εναγομένη εταιρεία απόρριψη ως ουσία αβασίμου της ένδικης αγωγής τους...". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση των τριών πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων (οφειλέτιδας και των τρίτων υπερών η απαλλοτρίωση, υιών της), δέχτηκε τις εφέσεις της τέταρτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης (ειδικής διαδόχου των τρίτων υπερών η απαλλοτρίωση) και των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (δανειστών) κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την αγωγή διάρρηξης εν μέρει και συγκεκριμένα μόνο για την απαλλοτρίωση του ακινήτου στην περιοχή … και όχι και για το διαμέρισμα επί της οδού … και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δέχτηκε την αγωγή ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους και απήγγειλε τη διάρρηξη υπέρ των αναιρεσειόντων των ενδίκων μεταξύ των τελευταίων δύο δικαιοπραξιών, ενώ απέρριψε την αγωγή ως προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "...", ειδική διάδοχο των υπερών έγινε η απαλλοτρίωση, δεχόμενο ειδικότερα ότι αυτή έγινε ειδική διάδοχος αυτών από επαχθή αιτία και συγκεκριμένα από πώληση και ότι, όταν αποκτούσε από αυτούς, δεν γνώριζε τον καταδολιευτικό δόλο της οφειλέτιδας.
Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε, όσον αφορά την τέταρτη αναιρεσίβλητη, στο αποδεικτικό του πόρισμα. Την κρίση του δε αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι α) δυνάμει της υπ' αριθμ. 2720/2006 τελεσιδίκου και ήδη αμετακλήτου, αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε.
Κ., στηριζομένης στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς και σε εκείνες περί προστασίας του καταναλωτή, αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία οφείλει στους αντιδίκους της το συνολικό, κατά κεφάλαιο, ποσόν των 562.115,70 ευρώ, β) οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, μετά την προς αυτούς μεταβίβαση, με γονική παροχή, από την πρώτη αναιρεσίβλητη, μητέρα τους του ιδανικού μεριδίου των 83/100 επί του, επιφάνειας 2.442,47 τ.μ., οικοπεδικού ακινήτου στην περιοχή ..., κατέστησαν απόλυτοι αυτού κύριοι, δεδομένου ότι είχαν ήδη στην κυριότητα τους, από δωρεά του πάππου τους, το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο των 17/100, μεταβίβασαν, σε συντομότατο χρόνο, το όλο ακίνητο, λόγω πωλήσεως στην τετάρτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία υπό την επωνυμία "....", γ) η μεταβίβαση αυτή συντελέσθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμ.
…4/13-12-2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μ. Α., νομίμως μεταγραφέντος, στο οποίο και αναγράφηκε ως τίμημα της πωλήσεως το ποσό των 250.000 ευρώ, ενώ το αληθές όμως τίμημά της ανήλθε στο ποσόν των 725.000 ευρώ, από το οποίο καταβλήθηκε το μεγαλύτερο μέρος του και απομένει ανεξόφλητο ποσόν 150.000 ευρώ, ως προς το οποίο υπάρχει μεταξύ των μερών εμπλοκή, εκ του λόγου ότι οι ανωτέρω πωλητές δεν εκπλήρωσαν ακόμη την υποχρέωση τους για άρση των επί του πωληθέντος βαρών, δ) οι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης αγοραστρίας εταιρείας δεν είχαν, πριν την κατάρτιση της συμβάσεως, οποιαδήποτε γνωριμία με τους πωλητές και τα μέλη της οικογένειας τους, η προς τη σύναψη της δε επαφή τους εχώρησε μέσω του, και ως μάρτυρος καταθέσαντος, πολιτικού μηχανικού, Σ.
Σ., συνεργάτη εκείνης, που ενδιαφερόταν για την αγορά εκτάσεων στη συγκεκριμένη περιοχή και ο οποίος δεν είχε προγενέστερη γνωριμία ή οποιαδήποτε άλλη σχέση με την οικογένεια των πωλητών, τους οποίους εντόπισε από πληροφορίες τρίτων, ε) δεν προέκυψαν στοιχεία, τα οποία θα δικαιολογούσαν, για λόγους συγγενικούς, φιλικούς γνώση της αγοράστριας εταιρείας για την καταδολιευτική πρόθεση της δικαιοπαρόχου των πωλητών και πρώτης αναιρεσίβλητης και ηθελημένη και εν γνώσει του περιστατικού αυτού εμπλοκή της στην αγορά του ενδίκου ακινήτου, στ) ήδη από το στάδιο των διαπραγματεύσεων ήταν απολύτως σε γνώση της τελευταίας ότι το υπό πώληση ακίνητο ήταν επιβαρυμένο με προσημειώσεις υποθήκης, στοιχείο, άλλωστε, πράγμα το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαιτέρων διαπραγματεύσεων, που κατέληξαν σε δέσμευση των πωλητών για την άρση τους ή τη μεταφορά τους σε άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας τους μέχρι το τέλος Απριλίου 2006 και ζ) μόνη η γνώση της αγοράστριας εταιρείας σχετικά με την ύπαρξη βαρών επί του πωλουμένου και των αντιστοίχων απαιτήσεων των προσημειούχων δανειστών της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν συνεπάγεται και γνώση της για δολία καταδολιευτική προαίρεση της τελευταίας κατά το χρόνο της προς τα τέκνα της μεταβιβάσεως του ενδίκου ακινήτου.
Κατόπιν τούτων ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πέμπτος αναιρετικός λόγος και κατά τα πέντε σκέλη του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, αφού, όπως ειπώθηκε, αναγκαίο είναι να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασής του, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942, 944 και 945 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους και συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 496 και 513 ΑΚ, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές ούτε ήταν εφαρμοστέες, σύμφωνα με τις παραδοχές του (ΑΠ 1668/2008).
Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι υπό την επίκληση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (ΚΠολΔ 561 § 1). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των αρθρ. 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 333/2011).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 5-12-2005 ιδιωτικού εγγράφου, διότι δέχτηκε ότι αυτό αποτελεί αντέγγραφο πωλητηρίου συμβολαίου, ενώ από την ορθή ανάγνωσή του προκύπτει ότι πρόκειται για ιδιωτικό συμφωνητικό υπόσχεσης πώλησης ακινήτου, ενόψει μάλιστα και του ότι συντάχθηκε πριν την κατάρτιση του προαναφερομένου συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει στην απόφαση του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την σχετική αποδεικτική κρίση (ΑΠ 273/2011).
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε ότι σύμφωνα με το από 5-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, το τίμημα της πώλησης του ακινήτου στην περιοχή ... προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη ανήλθε στο ποσό των 725.000 € και περαιτέρω ότι έχει καταβληθεί το μεγαλύτερο μέρος αυτού και απομένει υπόλοιπο 150.000 €, χωρίς όμως να προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο έγγραφο ή μάρτυρα, ότι έγινε κάποια καταβολή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα, που εκείνοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που, δεσμευτικά, ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 479/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο, που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος, που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος, που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στο υπ' αριθ. 1754/2005 συμβολαιογραφικό πωλητήριο έγγραφο, καθόσον δέχτηκε ότι το τίμημα του πωληθέντος ακινήτου ανήλθε στο ποσό των 725.000 €, που αναφερόταν στο από 5-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό και όχι στο ποσό των 250.000 €, που αναφερόταν στο προαναφερθέν συμβόλαιο.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον το ανωτέρω συμβόλαιο αποτελεί μεν δημόσιο έγγραφο γενικώς, συνιστά όμως πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από τον συντάξαντα αυτό συμβολαιογράφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, καθώς και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την εν λόγω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 87/2013). Τέλος, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την μη λήψη υπ' όψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον, ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στη τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον (απ 435/2009). ).
Οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, και κατά τα δύο σκέλη του, προβάλλουν τις αιτιάσεις από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι το από 5-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αποτελεί έγγραφο, διότι "φέρει την υπογραφή μόνο των πωλητών και όχι και του φερομένου ως αντισυμβαλλομένου και εκπροσωπούντο την αγοράστρια ..., Γ.
Γ." και το έλαβε υπόψη του και β) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων ότι το από 5-12-2005 ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί έγγραφο με το οποίο καταρτίζεται συμφωνία για την πώληση ακινήτου και αρραβώνας (υπόσχεση πώλησης ακινήτου), αφού δέχτηκε ότι πρόκειται για αντέγγραφο του υπ' αριθ. 1754/2005 συμβολαίου πώλησης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν συνάπτεται με αυτοτελή ισχυρισμό κατά την αναφερθείσα έννοια, το εν λόγω δε συμφωνητικό δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αλλά έγγραφο, δηλαδή αποδεικτικό μέσο και περαιτέρω κατά το υπό στοιχ.
β σκέλος του και ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι κατά τα εκτιθέμενα επρόκειτο περί ισχυρισμού που είχε προταθεί όχι από τους αναιρεσείοντες, αλλά από τους αντιδίκους αυτών. Κατ' ακολουθίαν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της τέταρτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τέταρτης αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Αυγούστου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ